Παρασκευή 18 Αυγούστου 2006

Πριν το χάραμα μονάχος

Αυτό το πρωί σχόλασα αργά. Πολλές δουλειές να γίνουν, λίγοι στη βάρδια. Περασμένες πέντε βάλαμε τελεία και φύγαμε.

Οι σταθμοί του ηλεκτρικού καλοφωτισμένοι, οι άνθρωποι βιάζονται να επιβιβαστούν και ύστερα ξανακυριεύονται από τη νωχελικότητα των πριν το χάραμα τελευταίων ωρών. Σα να μην ήταν δική τους, μα του τραίνου η βούληση, που τους έκαμε να βιαστούνε.
Η πόλη έρημη λόγω εποχής, λόγω ώρας, λόγω απουσίας αγαπητών.
Τούτες τις ώρες, δεν έχεις δικούς να τα πεις, είτε κοιμούνται, είτε λείπουν, το ίδιο.
Διαλέγεις τις λέξεις να μοιραστείς μαζί τους τη ζωή σου αναδρομικά. Χρωματίζεις τις εικόνες.

Στη δουλειά τραγουδούσα. Πού τον θυμήθηκα τον Γουίλι τον μαύρο θερμαστή;
Αβίαστα ξυπνούσαν τ’ άτια «στην πλάτη της θαλάσσης». Τώρα μου κάνει καντάδα ο Silvio Rodriguez δίπλα στην Κατερίνα Παπαδοπούλου...

Ο κόσμος πολλαπλασιάζεται λίγο – λίγο.
Ούτε ένας δικός όμως.
Ούτε γνωστός καν.
Να σκάσει χαμόγελο τ’ αχείλι, να γίνει άνθρωπος ο γκρίζος κύριος.
Εκτοξεύεται ο νους σε πρόσωπα αγαπημένα.

Ρόδισε η ανατολή και επεκτείνεται στον ουρανό το φως της νεαρής ημέρας.
Κι ακούω να λέει: «Μόλο που το ξέρεις πως έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ, ως που να μάθεις τον κόσμο να γελάει».

Βγάζω τ’ ακουστικά κι ανοίγω την εξώπορτα.

ιζ΄ Αυγούστου ,βστ΄, 7:13 μ.μ.

Ταρακουνιέται το σπίτι
πιο έντονα,
άδειο.

Παρασκευή 11 Αυγούστου 2006

Η πάντα καινούργια ματιά

Δεν είμαι βέβαιος για το πότε άρχισε να φθίνει το ενδιαφέρον μου απέναντι στα στοιχεία του περιβάλλοντός μου. Μα ήρθε κάποια στιγμή που συνειδητοποίησα πως αφοσίωνα λιγότερο χρόνο, έδινα λιγότερη προσοχή στα καινούργια στοιχεία τριγύρω μου.

Και όλα ήταν καινούργια. Όλα ήταν εντυπωσιακά. Όχι γιατί τα αντιμετώπιζα για πρώτη φορά απαραίτητα. Πιο πολύ γιατί κάθε φορά που παρατηρούσα ένα γεγονός, κάποιο αντικείμενο, ο τρόπος του ήταν διαφορετικός, το αποτέλεσμα ξεχωριστό.

Μπορεί παραδείγματος χάριν να έπαιρνα σβώλους χώματος και να τους πετούσα από ψηλά στο σκληρό χώμα, στους βράχους ή στην άσφαλτο. Κάθε φορά οι σβώλοι θα σπάγανε, θα θρυμματίζονταν σε μικρά κομματάκια και θα γέμιζαν τον τόπο.

Αυτό θα έβλεπα τώρα, ίσως.

Μα αν ήταν μόνο αυτό, δε θα μου κρατούσε το ενδιαφέρον και θα τα παρατούσα στην δεύτερη ή τρίτη φορά. Δε θα γέμιζα με χώματα την άσφαλτο και το τσιμέντο. Έβλεπα όμως πως κάθε θρύψαλο του χώματος είχε δικό του σχήμα. Άλλο εκτοξευόταν στην άλλη άκρη του τόπου κι άλλο έφερνε πέντ’ έξι τούμπες μέχρι να ηρεμήσει πιο ‘κεί. Στο σημείο της πρόσκρουσης, το χώμα που θα κόλλαγε εκεί θα έφτιαχνε έναν τόσο δα λοφίσκο, κάθε φορά διαφορετικό. Τριγύρω στο κάθε θραύσμα, χρώμα έντονα διαφορετικό από την υγρασία ή μη που κρατούσε μέσα του. Λεπτές κλωστές από ρίζες διάσπαρτες και, που και που, κάποιο ζωύφιο που ξεπηδούσε κι εξαφανιζόταν με μιας.

Κι όλα τούτα, κι ακόμα περισσότερα, κάθε φορά διαφορετικά, κάθε φορά άλλα.

Τα γεγονότα επίσης, έβρισκαν πολύ πιο συχνά τον τρόπο να ερεθίζουν τη φαντασία μου, και από τις εικόνες τους – άλλες εικόνες να ξεπηδάνε και να χτίζουν κόσμους κι ιστορίες.

Η καύτρα από το τσιγάρο του πατέρα μου μεταμορφωνόταν σε κάστρο με πύργο κρυστάλλινο, που απαυγάζει κι ακτινοβολεί η εστία του στην εισπνοή. Η νεοδημιουργημένη στάχτη από τον καμένο τον καπνό και το τσιγαρόχαρτο, σα μπεντένια του κάστρου, γύρους πολλούς να το τυλίγουν. Γεμάτα φύλακες – βιγλάτορες και θεατές του απέραντου. Και μέσα στο κάστρο, φυσικά, ήταν σα να την έβλεπα την όμορφη κοπέλα που δέσποζε. Τί όμορφη!

Τι στέρησε την αφοσίωση και το ενδιαφέρον μου για τον κόσμο δεν κατάλαβα.

Ίσως αυτή η ανάγκη του λογικού ανθρώπου να κατανοήσει, να γνωρίσει, να γενικεύσει και να φτιάξει κανόνες, να ξεθώριασε τις ιδιαιτερότητες του κάθε ενός πράγματος και να έφτιαξε συνομοταξίες μονάχα από ίδια κι απαράλλαχτα όντα.

Μπορεί να πίστεψα κι εγώ τη δικαιολογία πως δεν έχω χρόνο να «χαζεύω», να αφοσιώνω σε ό,τι δεν είναι «επικερδές» κι «ωφέλιμο». Νά ‘χασα έτσι το κέρδος και το όφελος και να ατρόφησε ο νους και να χάζεψα. Γιατί δεν είναι μόνο κάστρα φωτεινά με πύργους και δεσποσύνες που ξεφανερώνονται σ’ όσους κοιτάζουν, αφοσιώνονται και παρατηρούν, που πολύτιμα και αγαπητά πάντα είναι, μα τρόποι να κάνουμε καλύτερο τον κόσμο, τη ζωή μας. Τρόποι να πετάμε πιο ψηλά και πιο γρήγορα. Τρόποι να κοιτάμε πιο μακριά και να βλέπουμε περισσότερα, μα, πιο πολύ: Τρόποι να κοιτάζουμε πιο βαθιά, να χαιρόμαστε πιο πλατιά και ν’ αγαπάμε ολοκληρωτικά.

Και να, τώρα που συνείδηση μου έγινε το πόσο πολύτιμο είναι να κοιτάζω και να βλέπω, να δίνω σημασία και αξία στα πάντα, όπως έκανα παιδί, παλεύω να ξαναμάθω αυτή την «πάντα καινούργια ματιά» που ξέμαθα με τους χρόνους. Και η τεμπελιά και η φυγοπονία στέκονται αντίπαλοι. Μα ελπίζω μέρα με τη μέρα, ματιά με τη ματιά να την ξαναποκτήσω.

θ’ Αυγούστου ,βστ’
6.49 μ.μ.
Ζεστή μέρα ταξιδιού
κι ο αέρας σύμμαχός μας.