Κυριακή 27 Απριλίου 2008

Το καλό παιδί

Στη Λαμπρινή, που γιορτάζει

Ήτανε, μια φορά κι έναν καιρό, δυο γεροντάκια, χαρούμενα κι ευτυχισμένα. Έγνοια καμιά δεν είχανε, παρά μονάχα έναν καϋμό. Ένα πράμα τους βασάνιζε: που δεν είχαν ένα παιδάκι όπως όλος ο κόσμος, σημάδι της αγάπης και της ελπίδας τους.

Η γριά, από κοπελούδα πού 'τανε όταν πρωτοπαντρεύτηκε, συχνά έκαμε τάματα στην Παναγιά μας, πότε το ένα, πότε το άλλο πραματάκι το πολύτιμο πού 'χε στην κατοχή της. Μα σαν περνούσε ο καιρός και δεν έβλεπε την κοιλιά της να φουσκώνει, αντί να κακιώσει ή να στεναχωρεθεί, πήγαινε έτσι κι αλλιώς στην εκκλησία κι άφηνε το τάμα στην εικόνα της Παναγιάς. Κι έλεγε από μέσα της – σα να ζητούσε χάρη από κανένα παιδάκι – “Να, εδώ σου τό 'χω. Δε μπειράζει, εγώ για 'σένα τό 'χα τούτο Κυρά μου, έτσι κι αλλιώς.” Και μετά από λίγο καιρό, έβρισκε χαρούμενη κάποιο άλλο τάμα να Της τάξει. Ο γέρος, προσευχότανε κι αυτός μπροστά στο εικονοστάσι, και ρώταγε: “Μια χαρά ζωή έχομε τούτα τα δυο κι αγάπη. Ευλόγησέ μας μ' ένα παιδάκι. Να το αγαπάμε κι αυτό, και να το μεγαλώσουμε στη χάρη Σου!”

Και τους άκουσε από ψηλά ο Θεός κι η Παναγιά μας, κι έμεινέ η γριά έγκυος. Σαν είδαν πως η κοιλιά της γριάς άρχιζε και φούσκωνε, παραδεχτήκανε το θάμα και χοροπήδησαν ίσαμ' επάνω στη σκεπή του σπιτιού. Και πέρναγαν οι μέρες και οι μήνες, και πλησίαζαν οι μέρες της γέννας, και κάθε μέρα χάιδευαν την κοιλίτσα της γριάς και λέγανε:

“Κάμε Θεούλη μου, κάμε Παναγίτσα μου: νά 'ναι καλό και κακό να μη δει.”

Ήρθε η ώρα της γέννας, και γεννήθηκε το παιδάκι, και βγήκε τυφλό. Τό 'δανε οι γέροντες που ήτανε τυφλό το παιδί τους, μα δεν κλάψανε, ούτε είπανε κουβέντα. Παρά πήγανε κι ανάψανε κεράκι κι είπανε:

“Με το φως του το κεράκι να φωτίσει,

το φως του παιδιού μας να γυρίσει”.

Και έτσι κάθε Κυριακή, στο κερί που ανάβανε,

“Με το φως του το κεράκι να φωτίσει,

το φως του παιδιού μας να γυρίσει”.

Ο καιρός περνούσε, και το παιδάκι μεγάλωνε. Και χρόνο με το χρόνο, φαινότανε πως η καλοσύνη που ζητήσανε από το Θεό και την Παναγία, όταν δεν είχε βγει ακόμη από την κοιλιά της γερόντισσας μάνας του, μεγάλωνε κι αυτή μαζί. Κι αν ήτανε τυφλό, ποτέ δεν έπαψε να βοηθά τα γεροντάκια. Κι αυτά, από την άλλη, καταλάβανε από τόσο δα που ήτανε, πως κι αν του έλλειπε το φως των ομμαθιών, άλλο απαύγαζε από μέσα του, άσβεστο. Κι όχι μόνο τους δικούς βοήθαγε, παρά και τους τριγύρω, και τους ξένους, κι αυτούς που δεν είχε δει ποτέ του πριν, κι αυτούς που ποτέ δε θα ξανάβλεπε. Γιατί, αν είναι κάτι καλό να το προσφέρεις στους αγαπημένους σου, είναι καλό να το προσφέρεις σ' όλο τον κόσμο. Κι άμα κρατήσεις τους ανθρώπους όπως κρατάς στην καρδιά σου τους αγαπημένους σου, σε τίποτα δε διαφέρουν μεταξύ τους. Ούτε πιο καλοί, ούτε πιο κακοί είναι οι μεν από τους δε. Αυτά, δεν ήξερε ούτε το παιδί, ούτε οι γέροντες, ποιος τα έμαθε από ποιον. Το παιδί που τα άκουγε από τα γεροντάκια, ή τα γεροντάκια που βλέπανε τα λόγια να γίνονται πράξη.

Αυτό που όλοι ξέρανε, ήταν πως το παιδί αυτό ήταν ένα καλό παιδί. Για τούτο κανείς δε θυμόταν το όνομά του, παρά όλοι το φωνάζανε “καλό παιδί”. Και το ίδιο το καλό παιδί, δεν το πήρε ποτέ για παρατσούκλι, ή για πείραγμα, ή για υπερβολή, ή για άπρεπο τέλος πάντων, αφού όλοι έτσι το λέγανε, ακόμα και τα γεροντάκια, και απολύτως φυσικά, σαν το ρωτάγανε πώς το λένε, έλεγε την αλήθεια: “καλό παιδί”.

Μια φόρα, τον ίδιο τον καιρό λοιπόν, ήταν χειμώνας, και είχε πιάσει κι έριχνε τη βροχή – τουλούμι. Μέσα στη νύχτα την άγρια, χτύπησε η πόρτα. Ο θόρυβος από τη βροχή και η “περηφάνεια στ' αυτιά” των γερόντων, δεν άφησαν το χτύπο να τους ξυπνήσει. Και παραλίγο να μην τ' ακούσει ούτε το καλό παιδί, γιατί γινότανε κατακλυσμός και ο άνεμος μούγκριζε μέσα από τις γρίλιες των παραθύρων και τις σχισμές της πόρτας, ενώ ένας ήχος σα σφύριγμα βαθύ ερχόταν απ' το τζάκι. Παρ' όλα αυτά, το καλό παιδί άκουσε την πόρτα που χτυπούσε, σηκώθηκε και άνοιξε. Κι εκεί που άνοιξε, τι να δει;

Ένα παλικαράκι είχε γύρει στην πόρτα, αδύναμο από την κούραση και βρεγμένο μέχρι το κόκκαλο, και ποιος ξέρει πώς αλλιώς ταλαιπωρημένο. Τα ρούχα του μοιάζανε να μην είναι ντόπιο και το δέρμα του ήταν πιο ηλιοκαμένο από όποιου άλλου είχε δει ως τα τώρα. Το πήρε στα χέρια του, το κάθισε σε μια καρέκλα, του έβγαλε τα ρούχα τα βρεγμένα και το σκέπασε με μια κουβέρτα, ενώ αναζωπύρωσε τη φωτιά στο τζάκι. Τού 'δωσε να πιει κρασί ζεσταμένο, με ζάχαρη μέσα (“τσουκαλοκαυτό” καταπώς το λένε) και τού 'δωσε να φάει ό,τι υπήρχε: Λίγο ζωμό, ζεσταμένο, από ραδίκια, ελιές, ψωμί. Μα δεν ημπόριε να φάει και πολλά, γιατί δεν ένιωθε σωστά την κοιλιά του.

Πήρε να μιλάει κάποια στιγμή, λαχανιασμένα, μα δεν καταλάβαινε γρι το καλό παιδί.

“Ξένο είσαι, σε ξένο τόπο κακόμοιρο” μονολόγησε το καλό παιδί, γιατί φαντάστηκε πως δε θα καταλάβαινε. Τό 'βαλε να ξαπλώσει στο κρεβάτι του και το σκέπασε με ό,τι είχε, γιατί έκαιγε το κορμί του από τον πυρετό, και κάθισε στο πλάι του.

Το πρωί, άνοιξε τα μάτια του ο ξένος, σα να ανοίξανε από μόνα τους στο φως του ήλιου που μπήκε από το παράθυρο, από τον καθαρό μετά τη βροχή ουρανό. Σαν το λουλούδι αυτό, το “μπούζι”, άβουλα, χωρίς να καταλαβαίνει, έψαχνε τον ήλιο. Και – λες και άκουσε το άνοιγμα των ματοτσίνορων – χαμογέλασε το καλό παιδί από χαρά, που έδειξε ο ξένος να έρχεται στα συγκαλά του.

Τον ταΐσανε σούπα με την κότα τους τη Μαριγώ, τον ποτίσανε κρασί, έγιανε ο ξένος, μα κουβέντα δεν αντάλλαξαν, μόνο αφουγκραζόταν το καλό παιδί και κοίταζε ο ξένος και αλλάζανε τα “ευχαριστώ” και “παρακαλώ”, τα “ξάπλω και ξεκουράσου”, τα “μη σε μέλλει” και “μη φοβάσαι”.

Ώσπου, μετά από λίγες μέρες, μια ζεστή μέρα, σηκώθηκε ο ξένος να φύγει.

Λυπηθήκανε, το καλό παιδί και τα γεροντάκια, μα ξέρανε πως του ξένου ο τόπος δεν είναι αυτός, παρά εκείνος ο ξένος τόπος απ' όπου ήρθε.

Τον ξεβγάλανε ως την πόρτα, και του δώσανε φαΐ για το δρόμο, και τα ρούχα του μανταρισμένα, καθαρά και ζεστά από τον ήλιο που τα στέγνωσε.

Όταν βγήκε από την εξώπορτα, εκεί που στάθηκαν για να τον κοιτάνε να ξεμακραίνει τα γεροντάκια, για να ακούει το καλό παιδί τα βήματά του στο μονοπάτι ως να σβήσουνε, γύρισε το ξενάκι και τους κοίταξε. Και θα ήταν εύκολο για τον καθένα, αν είχε τα μάτια του, να δει πως το ηλιοκαμένο πρόσωπο του ξένου έλαμπε.

Γύρισε και είπε στο καλό παιδί:

“Ήρθα στο σπίτι σου ασθενής και ταλαιπωρημένος, και με φρόντισες.

Μου έδωσες ό,τι είχες και δεν είχες για να γίνω καλά, κι ας μη με ήξερες, κι ας μη με γνώριζες ποτέ.

Ήμουν άρρωστος και μ' έγειανες.

Ήμουν πεινασμένος και με χόρτασες.

Ήμουν ταλαιπωρημένος και με ξεκούρασες.

Και τώρα που μ' έκαμες καλά, και μού 'δωσες ό,τι είχα ανάγκη χωρίς να ρωτήσεις και χωρίς να ξέρεις, θα σε κάνω κι εγώ καλά, και θα σου δώσω ό,τι έχεις ανάγκη.”

Και πήρε χώμα και νερό της βροχής το ξενάκι, και έκαμε λάσπη, και άπλωσε στα μάτια του καλού παιδιού. Και τότε – θάμα μεγάλο – ηύρε το καλό παιδί το φως του.

Πήραν να αγκαλιάζουν τα γεροντάκια το καλό παιδί, και δεν πρόλαβαν να καταλάβουν καν το πότε εξαφανίστηκε από εκεί που στεκότανε ο Χριστός.

Αν όλα αυτά που σας αφηγούμουν ήσαν φανταστικές ιστορίες, τότε αυτός που θα τις έβγαζε από την κοιλιά του θα έβαζε μια τελεία και μια παύλα, και θα ξεμπέρδευε γράφοντας ίσως την ημερομηνία, και κανένα “Τέλος και τω Θεώ δόξα”. Αλλά επειδή όλα αυτά που σας εξιστορώ είναι πέρα για πέρα αληθινά, οφείλω να φροντίσω να μάθετε και τη συνέχεια.

Έτσι λοιπόν, για τρίτη φορά, εισακούστηκαν οι προσευχές των γερόντων, και βρήκε το καλό παιδί το φως του. Μα τούτο το φως των ομμαθιών του, δεν ήταν σαν όλων των ομμαθιών το φως. Σα να λέμε, ίδια κοιτούσαν – άλλα έβλεπαν. Αλλιώς δεν εξηγείται πώς σε κάθε τι που κοίταζε τούτο το καλό παιδί, έβρισκε κι έπαιρνε πάντα το καλό. Όπως αν το κακό δε μπορούσε να το δει.

Ήταν στο χωριό τους ένα παιδί, ο Μανώλης της Κουτσής, που είχε ξεχάσει και το ίδιο πως το λέγανε, γιατί “παλιόπαιδο” το ανεβάζανε, “παλιόπαιδο” το κατεβάζανε. Η αλήθεια ήταν πως ήταν πολύ σκανταλιάρικο και πολύ άτακτο. Αρκούσε να του πεις να μην κάνει κάτι, για να πάει και να το κάνει. Η μάνα του, έχοντας πρόβλημα με τα πόδια της, δεν πρόφταινε να το συμμαζέψει από δω κι από 'κει, μιας και όταν έπιανε την πιλάλα, ήτανε σα να έβγαζε φτερά και πετούσε. Κανείς δεν του παράβγαινε στο τρέξιμο και κανένας, μα κανένας δεν τον έπιασε ποτέ, όποτε τύχαινε να τον κυνηγήσει να τον καταχεριάσει για κάποια σκανταλιά.

Απ' το σπίτι που έμενε το καλό παιδί και τα γεροντάκια δεν πέρναγε συχνά, γιατί δεν ήταν πολύ κοντά στο χωριό, ούτε πολύ κοντά στο ποτάμι, που του άρεσε να τριγυρναει και να κολυμπάει. Στα τέλη του Αυγούστου όμως, που κάρπιζαν οι συκιές, πάντα συχνοπερνούσε. Γιατί το σπίτι βρισκόταν κάτω από τη σκιά μιας συκιάς ψηλότερης απ' όλες του χωριού, που είχει φυτρώσει εκεί, πριν ακόμα γεννηθούν τα γεροντάκια. Κι αυτή η συκιά – τό 'χαν να το λένε όλοι – έβγαζε τα πιο “μέλια” σύκα!

Μετά τον δεκαπενταύγουστο λοιπόν, κάθε μια – δυο μέρες πέρναγε να δει αν είχαν γίνει τα σύκα, ν' αρπάξει κανένα. Πρέπει επίσης να σας πω για το “παλιόπαιδο”, πως έτρωγε πάντα τα νοστιμότερα φρούτα, στην πιο καλή περίοδό τους, από τους κήπους, τις αυλές και τα χωράφια των συγχωριανών του, κι ας παραφύλαγαν αυτοί. Κάθε που ωρίμαζαν τα φρούτα τους, μεγάλωνε μαζί και η ανησυχία μην τ' αδράξει το “παλιόπαιδο”. Το μάλωνε η μητέρα του σχεδόν κάθε μέρα, που γύριζε με την άκρη απ' τη φανέλα του γυρισμένη προς τα επάνω και γεμάτη από κάθε λογής καλούδια που μάζευε από 'δω κι από 'κει.

Κάποιο αυγουστιάτικο μεσημέρι λοιπόν, που είχε πάρει ένα καλάμι το καλό παιδί και μάζευε σύκα, να τα βάλει στο πηγάδι, να τα φάνε δροσερά μετά το γιόμα, είδε που καρτέρευε το “παλιόπαιδο”.

“Ε, Μανωλιό, κόπιασε να σε φιλέψω!” μα εκείνος δεν κόπιασε στάλα, παρά έμεινε μακριά μπας και του τη φυλούσε. “Καλά τότε, θα σου αφήσω εδώ λίγα σύκα, να πας και της μάνας σου, κι άμα ξανάρθεις το απόγιομα, θα σού 'χω φυλαγμένα από το πηγάδι”.

Το “παλιόπαιδο” δε μίλησε, και καρτέρεψε να μπει μέσα το παιδί, για να πάει να πάρει τα σύκα. Πήγε ξανά το απόγευμα, και πήρε τα σύκα τα δροσερά, μα πάλι δεν είπε κουβέντα.

Η αλήθεια είναι πως ήθελε να πλησιάσει και να πάρει τα σύκα που του προσέφερε το καλό παιδί, να μην περίμενε να φύγει για να πάει σαν κλέφτης. Δεν ήταν η κλεψιά που απολάμβανε το “παλιόπαιδο”, παρά η αίσθηση της λευτεριάς, της αλητείας που έκαμε τη ζωή ξέγνοιαστη για λίγο, όπως θά 'θελε να είναι πάντα. Ο λόγος που δεν πλησίαζε κανέναν πρόσωπο με πρόσωπο ήταν άλλος. Ήταν μια φωνή μέσα του, που του τσίριζε κάθε τρεις και λίγο “ΠΡΟΣΟΧΗ” και “ΦΥΓΕ” και “ΜΑΖΕΨΕ Ο,ΤΙ ΜΠΟΡΕΙΣ” και του θύμιζε αυτοστιγμίς όλες αυτές τις φορές που τόλμησε από μικρός να πλησιάσει τους άλλους και του τις έβρεξαν, ή τον μάλωσαν, ή τέλος πάντων, το μετάνιωσε πικρά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ακόμα και η μάνα του τον μάλωνε κάθε μέρα, μα αυτή ήταν μάνα του και δε μπορούσε να μη γυρίζει στο σπίτι.

Εκείνες τις μέρες, της ώριμης καρποφορίας της συκιάς, το ίδιο πράμα γίνηκε ξανά και ξανά. Μόνο που το καλό παιδί δεν ρώταγε πια για να πλησιάσει το “παλιόπαιδο” να το φιλέψει, παρά του έδειχνε με μιας το πού του είχε αφήσει τα σύκα.

Ως που μια μέρα, από περιέργεια περισσότερο, φίμωσε το “παλιόπαιδο” για μια στιγμή τη φωνή και προχώρησε μπροστά να πάρει τα σύκα πρωτού να φύγει το καλό παιδί.

Η φωνή όλο και αγρίευε. Ίσαμε που βασάνιζε το “παλιόπαιδο”, μα ετούτο, πεισματάρικο καθώς ήταν, δεν ξεστράτισε, παρά κόντεψε περισσότερο και χαιρέτησε το καλό παιδί.

“Καλώς το Μανωλιό!” του χαμογέλασε το καλό παιδί. “Έλα και πάρε τα σύκα. Κι άμα θες, να σου αφήσω το καλάμι να κόψεις όσα ποθεί η καρδιά σου. Να πας της μητέρας σου, να φιλέψεις και κανά γείτονα.”

Πήρε τα σύκα το παιδί, και τά 'βαλε στη μπλούζα του, που τη γύρισε ανάποδα, κρατώντας την άκρη, μα ρώτησε αυτό που επαναλάμβανε συνέχεια η φωνή μέσα του:

“Και γιατί ρε καλόπαιδο μου δίνεις τα σύκα σου;”

“Γιατί είναι ωραία!”

“Κι ό,τι έχεις ωραίο, το δίνεις εσύ;” ρώτησε η φωνή τώρα.

“Φυσικά! Το μοιράζομαι.”

“Και γιατί δεν το φυλάς, να τό 'χεις μονάχα εσύ;” έσμιξε τα φρύδια της η φωνή.

“Γιατί αν δεν το μοιραστώ – δε φτάνει.”

“Αν ήταν έτσι, όλοι θα θέλανε να μοιράζονται τα ωραία πράματα.” Αγανάκτησε η φωνή.

“Όλοι το θέλουν. Κι όσοι δε θέλουν, όσα κι αν έχουν, δεν τους αρκούν των καψερών.”

Το “παλιόπαιδο” γούρλωσε τα μάτια μ' αυτά που άκουγε. Τίποτε πιο παράξενο δεν είχε ακούσει. Τίποτε πιο απίστευτο.

“Κι αφού είναι έτσι, δείξε μου το!” είπε ειρωνικά η φωνή.

Και πήρε το καλό παιδί χαμογελόντας από το χέρι το “παλιόπαιδο” και ξεκίνησαν να γυρίζουν τις γειτονιές και τα σπίτια και να ζητάει το καλό παιδί, από το κάθε σπίτι, ένα κάτι τις για λογαριασμό του “παλιόπαιδου”.

Στην αρχή, κανα-δυο τους στραβοκοιτάξανε, όταν ξεχωρίσανε το “παλιόπαιδο”. Μα στο χαμόγελο και τη χαρά του καλού παιδιού μπροστά, δεν κάμανε κουβέντα. Κι αν κάνεις έκαμε κουβέντα, κατευθείαν τον καλόπιανε το καλό παιδί, για το “πώς του είχε πει ο Μανωλιός το τι ωραία έφτιαχνε το ένα και το άλλο, ή πόσο νόστιμο ήταν μονάχα αυτουνού απ' όλο το χωριό το τάδε πράγμα!” γιατί τον συμβουλευότανε πρωτού να χτυπήσει κάθε πόρτα. Κι όλα τα σπίτια ανοίξανε την πόρτα τους, και φέρανε – γι' απ 'το φανάρι, γι' απ' το κελάρι, γι' απ' το δέντρο ένα φίλεμα.

Και με κάθε φίλεμα, πιότερο βουβαινότανε η φωνή από μέσα του του “παλιοπαίδου”, πιότερο σιγάνευε. Μονάχα σε ένα σπίτι δε χτυπήσανε την πόρτα, μα εκεί δεν είχε τίποτα αυτός που έμενε, να φτιάχνει, να καλλιεργεί για να μαγειρεύει. Και τίποτα από εκεί δεν ήταν που να πεθυμούσε το “παλιόπαιδο”. Μόνο τα λεφτά του μέτραγε ξανά και ξανά ο καψερός, και ποτέ δεν τά 'βρισκε αρκετά.

Σιγά – σιγά, έπαψε ν' αρπάζει πράματα το “παλιόπαιδο” από τους συγχωριανούς του.

Κι αυτοί έπαψαν πια να τον λένε παλιόπαιδο, κι αρχίσανε να τον φωνάζουνε “Μανωλιό”, κατά πώς ήταν τ' όνομά του. Και τίποτε δεν τους έλλειψε πια, ούτε απ' το Μανωλιό, ούτε απ' τους συγχωριανούς του. Και, επειδή με τα μάτια που τού 'δωσε ο Χριστός, μόνο το καλό είδε στο “παλιόπαιδο” το καλό παιδί, γίνανε, το καλό παιδί και το “παλιόπαιδο”, φίλοι αδελφικοί.

Κι έτσ' είναι μέχρι τώρα!

06:26 μ.μ.

Μ. Παρασκευή, κε' Απριλίου ,βη'

Δεν είν' η ανάσταση,
μα η επανάσταση

Παρασκευή 25 Απριλίου 2008

Το συναπάντημα

Είναι δυο χρόνια τώρα που η Μεγάλη Παρασκευή μοιάζει με φωτογραφία.


Μεγάλη Παρασκευή, στην τελευταία μου δουλειά ισούται με σίγουρη αργία, η μόνη μέρα του χρόνου. Έτυχε το λοιπόν να ξυπνήσω σχετικά νωρίς, να πάω στην κουζίνα και να κοιτάξω από το τζάμι της μπαλκονόπορτας. Έκανε ψύχρα και στο πεζοδρόμιο καθότανε ένα παλικάρι, προφανώς περιμένοντας να περάσει κάποιος και να τον πάρει για δουλειά.
Τώρα πια που γίναν περισσότερα τα μαγαζιά και άνοιξε και τράπεζα - λιγότερο, αλλά στη γειτονιά μου συνήθιζα να βλέπω αλλοδαπούς να περιμένουν να τους παραλάβει το μεροκάματο.
Μια κάθε τόσο, και το περιπολικό, που σήμαινε τρέξιμο, ή τρεξίματα.

Ήταν το λοιπόν, μόνο στο κρύο το παλικάρι, κι εγώ αναρωτιώμουν αν θα έπρεπε να κατέβω να του πω πως δεν είναι μέρα για μεροκάματο και να μην ξεπαγιάζει άδικα.
Εκείνη την ώρα, είδα μέσα από το τζάμι τη μαύρη φιγούρα ενός ιερωμένου. Είδα μόνο την πλάτη του, αλλά ξεχώρισα το νεύμα που έκανε με το κεφάλι του, μια ελαφριά υπόκλιση προς το παλικάρι καθώς περνούσε από δίπλα του και - προφανώς - το βλέμμα τους διασταυρώθηκε.

Ακόμα δεν έχω κάτσει να ψάξω αν έχει νόημα η εικόνα αυτή. Μα είναι μέσα μου, όλο αυτό το συμβάν, μια πλήρης "σεκάνς" ("σκηνή" ελληνιστί) με αρχή, μέση και τέλος. Με δράση, μα που θα μπορούσε να δωθεί και με μια φωτογραφία. Στατική μεν, μα εμπεριέχουσα το πριν και το μετά.

Για την πένθιμη καμπάνα που ακουγόταν - όπως τώρα, καλή ώρα - από την εκκλησία παραδίπλα δε χρειάζετε να σας πω πολλά για να την περιγράψω. Οι περισσότεροι που μπορεί να φτάσετε ως εδώ να διαβάσετε αυτές τις γραμμές, θα έχετε τον ήχο πρόχειρο μέσα σας.
Από τότε, η μπαλκονόπορτα της κουζίνας κοιτάζει σε τοίχο, μιας και η τράπεζα και τα μαγαζιά ήταν η αρχή της ανάπτυξης της περιοχής μόνο.
Μα η Μεγάλη Παρασκευή, πιότερο από επιτάφιους και στολίσματα στο χωριό, από τις περιφορές στην Αγία Ειρήνη, Αιόλου - Σύνταγμα και πάλι πίσω, από τις μπάντες του στρατού που αταίριαστα γινόντουσαν αγγαρεία, είναι αυτό το συναπάντημα.
Μια φωτογραφία που ποτέ δεν πάρθηκε, μα εντυπώθηκε αφηρημένα.

04:35 μ.μ.
Μ. Παρασκευή, κε' Απριλίου ,βη'

Φυσάει βοριάς...

Αν δεν προκάμω το παραμύθι ως την Κυριακή,
καλή Ανάσταση νά 'χουμε!

Τρίτη 1 Απριλίου 2008

Το Ψαρόδεντρο (μέρος τέταρτο και τελευταίο)

(Ή αλλιώς,
"Το ψαρόδεντρο, μέρος τέταρτο:
το ψαρόδεντρο κι η Μεγάλη Σκοτεινιά")

Συνέχεια από το τρίτο μέρος, που έδινε συνέχεια στο δεύτερο μέρος, που κι αυτό έδινε συνέχεια στο πρώτο.

Φτάσανε επιτέλους οι κατεργάρηδες στην κορυφή του βουνού Τζίτζι, όπου στάθηκαν λίγο και άρχισαν να ξεχωρίζουν μέσα στη σκοτεινιά, μια ακόμα πιο μαύρη μεριά, που λίγο – λίγο οι άκρες της φτιάχναν το περίγραμμα ενός πλάσματος. Ενός πλάσματος που περιγραφόταν από την απουσία κάθε ενός άλλου όντος εκεί που υπήρχε. Εκεί που δε φαινόταν τίποτα.

Ο άνεμος δεν ακουγόταν και όλοι ήσαν στην κορυφή είχαν σωπάσει κι αυτοί.

Η βαριά ανάσα των αναβατών, θαρρείς πως είχε φιμωθεί από το δέος που τους πλημμύριζε.

Ο Αργύρης, το εξάψυχο μικρό γατάκι, στεκόταν καμπουριασμένο πιο 'κεί με τα μπροστινά του πόδια τεντωμένα εμπρός. (Η αλήθεια είναι πως ευχόταν να είχε μπροστά του μια λάμια, ή έναν δράκο, ή ένα τέρας τέλος πάντων που θα ήταν από τζάκι μεγάλων και φοβερών τεράτων, για τα οποία λέμε ιστορίες τα βράδια, αντί αυτό το ανεκδιήγητο ον). Ενώ ο Ποντικός, στεκόταν καμπουριασμένος πιο 'κει με τα μπροστινά του πόδια τεντωμένα πίσω, πιασμένα στην πλαγιά. Κι οι δυο γρυλίζανε.

Ακούστηκε τότε μια βροντή, όχι, όχι βροντή, λάθος κάνω. Ήταν μια φωνή βροντερή και βαθειά, σα να σειότανε ολάκερο το Τζίτζι:

“Δε θέλατε να κάμετε καθώς σας τά 'χα πει, και η Μαύρη Σκοτεινιά τούτα δε συγχωρεί!

Βίο και βιός θα χάσετε αφού με παρακούτε, κι απ' την κορφή ως τα ριζά τώρα θε να ριχτείτε!”

Έριξε αυτοστιγμίς έναν πήδο ο Ποντικός και πέταξε από την κορυφή του Τζίτζι τα δυο παιδιά, το γιο του ψαροδέντρου και το γιο του Ποντικού, σπρώχνοντας τα από πίσω. Και ξέμεινε στην κορυφή μόνος του, δίπλα ακριβώς στη Μαύρη Σκοτεινιά, με ρίγη να ανεβοκατεβαίνουν τη ραχοκοκκαλιά του.

“Εγώ δεν ήθελα να έρθω εδώ πάνω. Με εξαπατήσανε αυτοί οι δυο μπαγαπόντηδες, αλλιώς θα ήμουν τώρα στη δουλειά μου, στην πλαγιά, στο λατομείο.

Να μεγαλειότατη, είδατε τι τους έκαμα; Εγώ μόνο το καλό σας θέλω! Δούλος σας αληθινός και παντοτινός!”

Και πήρε τότε το πετρωμένο από το φόβο του εξάψυχο γατάκι, τον Αργύρη, και το πέταξε μαζί με τους δυο γιους του ψαροδέντρου (γιατί εσείς το ξέρετε καλύτερα απ' όλους, δεν ήταν γιος του Ποντικού αυτός, όπως το έλεγε). Και η Μαύρη Σκοτεινιά, γέλαγε τρανταχτά και τα πάντα γύρω τρέμανε.

Και πήρανε τα δυο κορμιά να κατρακυλούν όλη την πλαγιά του βουνού ίσαμε κάτω, και πίσω τους ο Αργύρης, το γατάκι. Ο Αργύρης, το γατάκι, που από δω και στο εξής, δε θα το λέμε εξάψυχο, παρά πεντάψυχο, γιατί από το πέσιμο το πολύ, ξεψύχησε τη μια ψυχή και έμεινε με πέντε.

Μα ας τους αφήσουμε αυτούς, κι ας ανεβούμε ξανά στην κορυφή του βουνού, να ειδούμε το τι γινήκανε όλοι οι άλλοι που ήσαντε εκεί, χωρίς τους γιους του ψαροδέντρου πια.


Σαν είδαν οι κατεργάρηδες τους πιο γερούς και τους πιο αντρειωμένους να πέφτουν, να τσακίζονται απ' την κορφή του Τζίτζι, αμέσως όλοι λούφαξαν, ή φύγανε τρεχάτοι, όλοι με μια κατάρα μέσ' απ' τα δόντια, για τη μαύρη μοίρα τους, για τη Μαύρη Σκοτεινιά, για τους γιους του ψαροδέντρου ή για το “λειψό μυαλό” τους. Ενώ η κόρη του βασιλιά των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι, η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο, έτρεξε στην κορφή, κλαίουσα κι οδυρόμενη. Κλαίουσα ωσάν την ιτιά που έτσι ονομάζουν. Το φόρεμά της, (ο Μάης με τα λούλουδα) ακέριο εμαράθη, και τα χρυσά μαλλιά της, κρύβαν τα μάτια της, πού 'ταν γεμάτα δάκρυα, κρύβαν τα χείλη τα πικραμένα. Έσκυψε ν' αντικρίσει το χαμό των δυο του ψαροδέντρου, μα να διακρίνει δεν ημπόριε μέσ' απ' τα δάκρυα και το ύψος, τη Μαύρη Σκοτεινιά και την αντάρα που σηκώθηκε. Και με μιας την άρπαξε, και χάθηκε εντός της, η πριγκιποπούλα των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι , η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο. Και πήρε ν' απομακρύνεται η Μαύρη Σκοτεινιά, και η απέραντη σιωπή, και η παγωνιά στη ραχοκοκκαλιά του κάθε ενός.


Πήρε τότε να φωνάζει ο Ποντικός πως “Μη νομίζετε, και όλοι τα ίδια θα πάθετε αν ξανά δε με ακούτε, και πάτε κόντρα στη Μαύρη Σκοτεινιά! Κι αν δεν ήμουν εγώ, όλους θα σας είχε καταπιεί, μα είμαι μεγαλόκαρδος και σας προστάτευσα. Και πάρτε τώρα αμέσως το δρόμο πίσω για τα κάτεργα, κι άλλο μη μ' εξοργίζετε.”


Ας αφήσουμε όμως τώρα τα καμώματα του Ποντικού και ας κατέβουμε την πλαγιά του βουνού ίσαμε τη θάλασσα, εκεί που φτάσανε οι γιοι του ψαροδέντρου. Τα κορμιά τους κείτονταν αντάμα, χωρίς να κουνιούνται, παρά μόνο για μια στιγμή, αποπνέοντας, όντ' έγινε το παράξενο: Ήταν σα να σηκώθηκε από τη στερνή τους την πνοή αγέρας δυνατός, και κύματα θαλασσινά ορθώθηκαν, και πήγαινε όλο και πιο άγριος ως το πέρας της θάλασσας, και έδειρε τους κάμπους, και σκόρπισε μπουγάδες από τα σκοινιά, και πήρε μαζί του κεραμίδια, κι έφτασε οργισμένος ίσαμε την αυλή του Κυριάκου.

Εκεί, έγειρε ο αγέρας το ψαρόδεντρο, τού συλλάβισε ανάμεσα στα φύλλα τα πάθια των παιδιών του, κι ύστερα κόπασε. Ύστερα, μέσ' απ την άπνοια κι από τη σιωπή, σηκώθηκ' ένας στρόβιλος ανέμου, κι ωσάν το χέρι ενός γίγαντα πανίσχυρου, ξερίζωσε το θεόρατο ψαρόδεντρο από τη γης και το εκσφεντόνισε ψηλά.

Πήγε, και πήγε, κι έφτασε ως τα σύγνεφα, και γύρισε να πέσει μες στη θάλασσα. Κι ύστερα, μες στα κύματα, με την κορφή προς τα νησιά Μίτζι και Χότζι, πήγαινε ευθύς προς τα παιδιά του το ψαρόδεντρο, μ' άνεμο ούριο και ψάρια, δελφίνια και θαλασσοπούλια τριγύρω, να το συνοδεύουν. Άλλα για συμπαράσταση, άλλα από ενθουσιασμό και περιέργεια, άλλα γιατί θελήσανε να γίνουνε κοπάδι.


Όντ' έφτασε πια στην άκρη του βουνού Τζίτζι το ψαρόδεντρο, στην άκρη της θάλασσας, στα δίδυμα νησιά Μίτζι και Χότζι ανάμεσα, δεν το σταμάτησε ούτε η στεριά, ούτε το ρεύμα της θαλάσσης, παρά συνέχισε την πορεία του, ίσαμε να ξοκείλει δίπλα στα παιδιά του. Να χώσει ανάμεσά τους τα κλαδιά του και να τα σκεπάσει μ' αυτά. Και δίπλα, με τα μάτια όλορθα, κοιτούσε το πεντάψυχο γατάκι, ο Αργύρης, που δεν αποχωρίστηκε τους φίλους του ίσαμ' εκείνη την ώρα.

Ύστερα, μες στην μαύρη σκοτεινιά, άρχισε να γίνεται ένα θάμα: από ανάμεσα στα κλαριά του ψαροδέντρου, κι απ' τ' ασημιά του φύλλα σαν της λεύκας, άρχισε να φωτίζει ένα φως πρασινωπό. Κι αυτό το φως, όλο και πιο πολύ θέριευε και φώτιζε τριγύρω, ίσαμε που σε τύφλωνε να το κοιτάς, και στην αρχή σα κίτρινο άλλαξε κι έγινε, κι ύστερα, που ήταν ακόμα πιο δυνατό, τό 'λεγες άσπρο. Τόσο δυνατό ήτανε, που κρύφτηκε το πεντάψυχο μικρό γατάκι, ο Αργύρης, με καψουρισμένη μια τρίχα απ' τη μουσούδα του, πίσω απ' ένα βράχο στην ακροθαλασσιά. Και τούτο το φως απλώθηκε κι έσχισε τη Μαύρη Σκοτεινιά στα δύο. Κι από μέσα απ' το ψαρόδεντρο, βγήκαν ξανά, σαν πρώτα, οι δυο γιοί του, και μέσα απ' τη Μαύρη Σκοτεινιά, φάνηκε ψηλά ένα σύγνεφο, με την πριγκιποπούλα των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι , την πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο. Και κάτω από τα πόδια της, κάτω απ' το σύγνεφο αντίκριζε ξανά το βασίλειό της ηλιολουσμένο.


Ήρθε ο ανεμοστρόβιλος λοιπόν ξανά, και πήρε και σήκωσε μαζί το ψαρόδεντρο, τους γιους του, και το πεντάψυχο μικρό γατάκι τον Αργύρη. Τους πήρε και τους πήγε ίσα ψηλά στο σύγνεφο.

Εκεί, ήταν ακόμη απομεινάρια της Μαύρης Σκοτεινιάς, γιατί ποτέ σου τη Μαύρη Σκοτεινιά δεν τη σκοτώνεις, παρά την αποτινάζεις από πάνω κι από μέσα σου μονάχα. Και στροβιλίστηκε ανάμεσά της το ψαρόδεντρο, κι έπεσε – σα να του δώσανε την τελευταία πελεκιά οι ξυλοκόποι – από το σύγνεφο ίσια στη θάλασσα βαθιά, όπου με τη Μαύρη Σκοτεινιά μπλεγμένη στα κλαδιά του, έφτασε σε βάθη απλησίαστα, κι από ανθρώπους κι από ζώα, κι εκεί την άφησε. Και από τότε, στα βάθη τα απύθμενα της θάλασσας το φως δε φτάνει. Μα λένε πως σ' αυτά τα βάθη, τα πιο μεγάλα, στέριωσε τις ρίζες του το ψαρόδεντρο. Και αν μπορέσεις και βουτήξεις από τη Μαύρη Σκοτεινιά ακόμα πιο βαθιά, θα βρεις τη λάμψη του, πρασινωπή πρώτα, και πιο κοντά κίτρινη, κι ύστερα, εκτυφλωτικά λευκή να βασιλεύει.


Ο πρωτότοκος γιος πήρε την πριγκιποπούλα, την πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο για γυναίκα του, όπως τό 'θελε. Μα δεν εζήσανε μαζί πάνω στον ουρανό στα σύγνεφα, παρά γυρίσανε στα δίδυμα νησιά Μίτζι και Χότζι και χτίσανε τ' αρχοντικό τους στους πρόποδες του όρους Τζίτζι. Απ' όπου φροντίσανε να έχουν όλοι οι νησιώτες ό,τι ποθούν και χρειάζονται για νά 'ναι ευτυχισμένοι. Κι ούτε κακία κρατήσανε, μήτε θέλησαν να τιμωρήσουν τον Ποντικό για τα καμώματά του.

Ο ίδιος όμως, μη μπορώντας να γυρίσει στον παλιό τρόπο ζωής, μη μπορώντας ν' αντικρίσει τον ξεπεσμό, έβγαλε τα μάτια του. Χώθηκε ύστερα βαθιά μέσα στη γη, σκάβοντας τρύπες και λαγούμια μες στα σκοτάδια, ψάχνοντας νά 'βρει τη Μαύρη Σκοτεινιά ξανά. Κι ετούτος ο Ποντικός είναι που γίνηκε γνωστός σαν τυφλο-Πόντικας.


Το πεντάψυχο μικρό γατάκι, ο Αργύρης, δεν κάθησε στο όρος Τζίτζι, στους δίδυμους νήσους Μίτζι – Χότζι, παρά γύρισε πίσω στον Κυριάκο μιαν ωραία πρωία (και τον βρήκε να φτιάχνει τα κεραμίδια της σκεπής, που τά 'χε πάρει ο αγέρας) αφού τον πήγε, ακριβώς όπως τον πήρε ο δευτερότοκος γιος του ψαροδέντρου: καβάλα σ' ένα σύγνεφο!

Έγινε γάτος μεγάλος και δυνατός, κι έζησε με τον Κυριάκο ως τα βαθιά γεράματα, λέγοντας στα άλλα, τα μικρά γατιά, πως όταν ήταν κι αυτός μικρός ωσάν κι αυτά, ετούτα κι ετούτα πέρασε.

Μα όσα ψαροκόκαλα κι αν έθαψε από τότε, ποτέ δε φύτρωσε ξανά ψαρόδεντρο στον κήπο.


Ο δευτερότοκος γιος του ψαροδέντρου ακόμη αρμενίζει πάνω στα σύγνεφα. Και καμιά φορά, ακούγεται πως κάποιος πιλότος αεροπλάνου, αερόστατου ή αερόπλοιου, ξεχώρισ' έναν άνθρωπο ανάμεσα στα σύγνεφα. Άλλοι τον λεν ψηλό, άλλοι κοντό, άλλοι λευκό, άλλοι μαύρο, άλλοι παιδί μικρό κι άλλοι γέροντα. Μα δεν το ξέρουν πως είναι ο γιος του ψαροδέντρου, που γυρίζει τον κόσμο συγνεφοπαρμένος κι όπου καϋμός και σκοτεινιά, παλεύει για να ξαναφέρει φως.

1:32 π.μ.

Τρίτη, α' Απριλίου ,βη'
Τον καιρό που το φως της μέρας,
νικηφόρο κατατροπώνει το σκότος της νυκτός.


1:57 π.μ.
Τρίτη, α' Απριλίου ,βη'
Καλημέρα, καλό μήνα, καλή άνοιξη.