<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744</id><updated>2011-11-07T10:18:06.552+02:00</updated><title type='text'>Σε δυο πόντους μόνο</title><subtitle type='html'>Είναι φορές που εκπλήσσεσαι, όταν βλέπεις να χωράει το όλο σε μόνο δυο του πόντους.
Ή μέσα στο όλο, δυο πόντοι του να χωράνε μόνο.

Σ' αυτή τη ματιά, την πολύ μακρινή ή την πολύ κοντινή, 
συχνά ξανανακαλύπτω την παρουσία της ομορφιάς.</subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>87</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-8143232812164754894</id><published>2010-08-05T16:30:00.004+03:00</published><updated>2010-08-05T16:44:03.294+03:00</updated><title type='text'>Της γης και τ’ ουρανού η στρατοκόπος</title><content type='html'>&lt;div&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="color:#CC0000;"&gt;(&lt;/span&gt;&lt;a href="http://exirio.blogspot.com/2010/08/portable-document-format-pdf.html"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="color:#CC0000;"&gt;Μπορείτε να κατεβάσετε το pdf από την προηγούμενη ανάρτηση&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="color:#CC0000;"&gt;, μορφοποιημένο και σελιδοποιημένο είναι πολύ πιο ευανάγνωστο)&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήτανε, μια φορά κι έναν καιρό, ένα κορίτσι που ορφάνεψε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;από μικρό. Άλλον δικό του δεν είχε. Έτσι, το μάζεψε μια γριά από&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τους πέντε δρόμους που το βρήκε και το πήρε για ψυχοκόρη. Τότε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όμως το κορίτσι ήτανε πολύ μικρό, και κανείς δεν ήξερε το ποιοι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ήταν οι γονείς του. Ούτε και η γριά ήξερε, μα το αγαπούσε το κορί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τσι σαν δικό της. Την ξελάφρωνε και από τις δουλειές του σπιτιού.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μένανε σ’ ένα καλύβι στο δάσος, και για να τα βγάλουν πέρα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δούλευαν από τα χαράματα ίσαμε το βράδυ. Και το βράδυ, σαν έπε-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φτε ο ήλιος, καθόντουσαν σιμά-σιμά, με τον ώμο της μιας ν’ ακου-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μπάει της άλλης και λέγανε τραγούδια. Και ’ξιστορούσανε τα τρα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γούδια τους, κόσμους μακρινούς και ξωτικές χώρες, που δεν είχαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δει ποτές τους, αλλά που τραγουδούσε στην γριά η γιαγιά της, και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;που αυτηνής της τά ’χε μάθει ο παππούς της. Αυτός, λέει, ήτανε τρα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γουδιστής τρανός στον καιρό του, και κοσμογυρισμένος! Και όταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πήγαιναν για ύπνο, καμιά φορά, έβλεπε στα όνειρά του το κορίτσι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τον προπάππου να την νανουρίζει. Όταν γινότανε αυτό, το άλλο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πρωί το κορίτσι ξυπνούσε στα ουράνια και φεγγοβολούσε σαν τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ήλιο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και πέρασε ο καιρός, και πέρασε ο χρόνος, και τα χρόνια, σαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τις κάμπιες την άνοιξη, το ένα πίσω από το άλλο. Το κορίτσι έγινε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σωστή γυναίκα. Ξεχώριζε όμως από τις άλλες κοπέλες, γιατί είχε μια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ομορφιά ξωτική. Και, σαν στεφάνι πάνω στην ομορφιά της, έβγαινε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ένα φως από μέσα της ευγενικό, που έκανε τα λουλούδια να ανθί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ζουν στο πέρασμά της και τα πουλιά να κελαϊδούν τριγύρω της στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δάσος σαν να καλωσορίζουν την αδελφή τους που έλειπε στα ξένα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και να, τώρα γύρισε! Μα ήτανε και άλλο ένα χάρισμα που την στό-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λιζε, το πιο ζηλευτό από όλα. Όταν τραγούδαε, η φύση αφουγκρα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ζόταν την φωνή της, και ο άνεμος γιά σταμάταγε, γιά δυνάμωνε, λες&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και ήθελε να συνοδέψει το τραγούδι αυτό το θείο. Άλλοτες έλεγε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τραγούδια που της μάθαινε η γριά. Άλλοτες όμως έλεγε τραγούδια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;άγνωστα και μαγικά, που τα μάθαινε από τον προπάππο τον τραγου-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;διστή που ’ρχόταν στον ύπνο της και της τραγουδούσε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μιαν ημέρα, περνά από το σπίτι ένας γέρος τροχιστής και του&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δώσανε να τροχίσει και να ακονίσει τα μαχαίρια, το τσεκούρι και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την αξίνα πού ’χαν στομώσει. Εκάθησε το λοιπόν στο σπίτι και τρό-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χιζε, κι ακόνιζε, και τραγουδούσε κι έλεγε:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όσοι έχουν πάρει το δρομί,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δρομί για την Σοφία,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;έχουν τον άνεμο αδερφό&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και τη φωτιά ’χουν φίλο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πάνω στην πέτρα περπατούν,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στην πέτρ’ αποκοιμιούνται.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Βλέπουν ανθρώπους μακρινούς&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και περπατούν μαζί τους.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σοφά τ’ αμπέλι τους τρυγούν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και την ελιά μαζεύουν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τρέφουν κρασί το πνεύμα τους&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και λάδι το κορμί τους.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όσ’ έχουν πάρει το δρομί,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δρομί για την Αγάπη,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;έχουν μητέρα το νερό&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πατέρα τους την λάμψη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πάνω στο χώμα περπατούν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βαθιά αποκοιμιούνται.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Βλέπουν τους κοντινούς θεούς&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και στα πουλιά μιλούνε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σπέρνουν το στάρι το ξανθό,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αλέθουν και ζυμώνουν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Στοργή τρέφουν το πνεύμα τους&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μοιράζουν το ψωμί τους.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα, σαν άκουσε το τραγούδι στάθηκε κεραυνόπληκτη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αυτό δεν ήταν ένα συνηθισμένο τραγούδι αγάπης, χαράς ή λύπης,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ζωής ή θανάτου. Ήταν τραγούδι μιας λογής άλλης κι από τα ξωτικά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τραγούδια του προπάππου της γριάς. Κι όμως, κάτι της θύμιζε βαθιά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μέσα της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Όμορφο το τραγούδι σου γέροντα, πες μου όμως, εσύ το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;έφτιαξες γή κάπου τό ’μαθες; Ποιά βρύση τρέχει τέτοια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τραγούδια;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Κόρη μου, αυτό το τραγούδι δικό μου δεν είναι. Στον&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δρόμο που πλανιέμαι το άκουσα, και τό ’μαθα από ’ναν άν-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θρωπο καλό, μα δύστυχο, που περπατήσαμε δίπλα-δίπλα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κάποιες μέρες πριν από λίγο καιρό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Άντε λοιπόν! Θα μου πεις την ιστορία του, γή θες να με&lt;/div&gt;&lt;div&gt;παιδεύεις; Πες μου ποιός στό ’μαθε και γιατί είναι δυστυχι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σμένος, γιατί θα σκάσω απ’ την περιέργεια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Καλά ντε. Σάματις μ’ άφησες ν’ αποσώσω; Αν περίμενες,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θα τ’ άκουγες έτσι κι αλλιώς. Άκου το λοιπόν και μη με&lt;/div&gt;&lt;div&gt;διακόπτεις να σου πω:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πριν ένα μήνα, ήμουν βόρεια, στη χώρα που σχίζεται&lt;/div&gt;&lt;div&gt;από τον ποταμό Τρητίδη, όπου περπατούσα και πλανιόμουν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στα μονοπάτια και συναντούσα ανθρώπους, ζώα και φυτά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;που μόνο εκεί έχω δει. Ένα πρωινό λοιπόν, καθώς περπα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τούσα, ένα χελιδόνι πέρασε από μπροστά μου πετώντας&lt;/div&gt;&lt;div&gt;από πίσω και αριστερά, δεξιά και μπρος μου σχεδόν πα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ράλληλα με τον δρόμο. Πριν καλά καλά προλάβω να αγ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γίξω το βλέμμα μου στο χώμα, ένας σκύλος διέσχισε μπρος&lt;/div&gt;&lt;div&gt;από τα πόδια μου το δρομί και χάθηκε πίσω από την πλάτη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μου. Λίγο πιο πέρα, πάνω σ’ ένα δέντρο είδα σκοτωμένο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ένα ελάφι. Τάχυνα το βήμα μου και πρόσεχα τις συστάδες&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δέντρων και τα ψηλά χορτάρια. Σ’ ένα σημείο που το μονο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πάτι βρίσκει στα αριστερά του ένα ποταμάκι, ρυάκι σχεδόν,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ξεχώρισα μια συστάδα από πεύκα, που οι κορμοί τους ήταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στραβιοί σαν κληματσίδες. Εκεί σε μια πέτρα απάνω κα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θότανε ένας άντρας. Πλησίασα να του μιλήσω και τότε τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πρωτάκουσα να τραγουδάει αυτό το τραγούδι. Τα πόδια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;του ίσα που φτάναν τα νερά του ποταμού. Τα μαλλιά του&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θαρρούσες πως τα κινούσε πιότερο η μουσική, παρά ο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αέρας που φύσαγε. Πήγα και κάθησα κοντά του, μα είχε τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μάτια του κλειστά και δε μού ’δωσε σημασία. Στον τελευ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ταίο του στίχο, ένα δάκρυ έπεσε στο δεξί του πόδι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ντράπηκα να του μιλήσω, κι έτσι μείναμε λίγο αμίλητοι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Από το νερό ένα ξερό φύλλο ήρθε και ακούμπησε στα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δάκτυλά του. Άνοιξε τότε τα μάτια του, με κοίταξε, και άρ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χισε να μου λέει:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ήτανε φθινόπωρο, και ο καιρός συνοφρυωνόταν εκείνο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;το απόγευμα, και τα ξερά φύλλα πέφταν σα βροχή με τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt;άνεμο. Έφυγα νωρίς από το εμπορικό μου γιατί αύριο με&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κάλεσε στο συμβούλιό του ο βασιλιάς. Στο δρόμο για το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σπίτι απάντησα μία κόρη πανέμορφη. Νόμισα πως μπήκε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ξανά η άνοιξη, και το αίμα ανέβηκε ζεστό στο στήθος μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την ακολούθησα, ζαλισμένος σαν μια βάρκα χωρίς κουπιά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;που την πάει το ρεύμα από ’δώ κι από ’κεί, ως το σπίτι της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όταν έφτασε και μπήκε μέσα, χωρίς να σκεφτώ, χτύπησα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την πόρτα. Με το νου μου μαγεμένο και αδειανό από κάθε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λογική, μπήκα και ζήτησα σε γάμο την κόρη. Ήμουν πλού-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σιος πολύ, και την Κυριακή η χαρά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πέρασαν λοιπόν μέρες, και εβδομάδες, και μήνες που&lt;/div&gt;&lt;div&gt;εγώ έτρεχα στα λιβάδια τα σπαρμένα με ευτυχία. Ως που,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;από μέσα μου, άρχισε να βγαίνει στην επιφάνεια μια καχυ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ποψία, της οποίας ο σπόρος δεν ξέρω πότε φυτεύτηκε στην&lt;/div&gt;&lt;div&gt;καρδιά μου. Αν και ήταν παράλογη τότε, άρχισε σαν αναρ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ριχητικό φυτό να πλημμυρίζει τον νου μου η υποψία μιας&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μυστικής αλήθειας για την γυναίκα μου. Παραφύλαγα κάθε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τόσο μα τίποτα δεν με επιβεβαίωνε. Μια νύχτα όμως, στη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νέα σελήνη, όλα άλλαξαν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αργά τη νύχτα ξύπνησα και βρήκα το κρεβάτι άδειο. Η&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γυναίκα μου εκείνη τη στιγμή έβγαινε από την κάμαρα. Την&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ακολούθησα ως που βγήκε στην αυλή και εκεί είδα κάτι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φοβερό: η γυναίκα μου χάιδεψε τον αέρα και τα αστέρια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πάνω μας έριξαν φωτεινά νήματα. Τα νήματα αυτά, πέ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φτανε στην αυλή τριγύρω από την γυναίκα μου και φτιά-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χνανε μουσική αγγελική και τόσο γλυκιά, που με μάγεψε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και με νάρκωσε στο λεπτό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το άλλο πρωινό, ξύπνησα όπως κάθε μέρα και βρήκα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την γυναίκα μου δίπλα μου. Δεν τόλμησα να μιλήσω για&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χθες το βράδυ. Δεν ήξερα τι να το πω, αλήθεια ή όνειρο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Από τότε όμως, όλο και πιο άγρια, θέριευε η καχυποψία και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;η αγωνία μου και μου έτρωγε τα σπλάχνα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πέρασε κοντά ένας μήνας, κι ένα βράδυ, που ο ύπνος&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δεν έλεγε να με πάρει, βλέπω την γυναίκα μου να σηκώνε-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ται και να βγαίνει έξω. Σηκώθηκα και κοίταξα απ’ το πα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ράθυρο. Οι γιρλάντες των αστεριών ακουμπούσαν τη γη κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ανάμεσά τους η γυναίκα μου χόρευε σαν φλόγα! Όταν η&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μουσική σιγοσταματούσε, βγήκα έξω μαγεμένος. Οι γιρλά-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ντες των αστεριών γίνονταν όλο και πιο φωτεινές, ώσπου&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δεν έβλεπα τίποτα άλλο γύρω μου. Τότε εμφανίστηκαν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήταν σαν άνθρωποι από την μέση και πάνω, ενώ στην&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πλάτη τους είχαν μεγάλα φτερά σαν της πεταλούδας, και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;από την μέση και κάτω ήταν σαν φίδια χρυσοπλούμιστα!&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήταν πολλοί, άντρες και γυναίκες, γύρω από την γυναίκα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μου. Άλλοι υποκλιθήκανε και άλλοι χαιρετίσανε μ’ ένα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νεύμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Άρχισαν να τραγουδούν και να κινούνται τριγύρω, ώστε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;έχασα τη γυναίκα μου ανάμεσά τους. Μετά από ώρα, ο κύ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κλος άνοιξε, και ξανάδα τη γυναίκα μου να είναι δίπλα σ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;έναν άνθρωπο σαν και εμάς. Ήταν και οι δύο χαρούμενοι,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και αφού της έπιασε τα χέρια, την φίλησε σταυρωτά για να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την χαιρετίσει. Οι γιρλάντες απ’ τ’ αστέρια άρχισαν να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κόβονται και να εξαφανίζονται, και μαζί τους, ξεθώριαζε η&lt;/div&gt;&lt;div&gt;εικόνα των ξωτικών υπάρξεων. Όταν σβήσαν όλα, ο ουρα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νός άρχισε να ανοίγει στην ανατολή. Η γυναίκα μου γύρισε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στο δωμάτιο μας, μα δε με βρήκε εκεί και τρομαγμένη μ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;έψαξε. Με βρήκε έξω με τα μάτια της να με κοιτάζουν ορ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θάνοιχτα, χαμήλωσε το κεφάλι και δεν είπε κουβέντα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έξω φρενών την μάλωσα και της απαγόρευσα να ξανα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βγεί από το σπίτι. Στο εξής δε θα ξανάβλεπε κανέναν χωρίς&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να το ξέρω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όσο κι αν της φώναξα, την φοβέρισα ή την παρακά-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λεσα, δεν μου είπε κουβέντα για το τι ήταν αυτά που είδα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Οι μέρες και ο καιρός περνούσαν, που την είχα μέσ’ στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σπίτι να μην βλέπει κανέναν. Τα βράδια κλείδωνα, και αρ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νιόμουν τα φιλιά της. Όταν διαπίστωσα ότι ήταν έγκυος,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δεν πίστεψα στιγμή ότι το παιδί είναι δικό μου. Όταν γέν-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νησε, βγήκαν δύο πανέμορφα μωρά, που όσο όμορφα ήταν,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τόσο πιο πολύ δεν ήθελα να τα βλέπω. Ήταν ένα αγόρι και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ένα κορίτσι που λάμπανε με μια εξωτική ομορφιά σαν της&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μάνας τους. Θα μεγάλωναν να γίνουν πανέμορφα κι αυτά,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αλλά ποτέ δεν το έμαθα αυτό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ο καιρός περνούσε, κι εγώ, αντί να μαλακώνω, γινόμουν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όλο και πιο σκληρός. Η γυναίκα μου δεν έλεγε κουβέντα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;για την οργή μου, και η καρτερικότητά της με βεβαίωνε για&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την ενοχή της. Ως που ένα βράδυ, μια φωτεινή από το φεγ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γοβόλημα νύχτα, την έχασα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γύρισα το βράδυ μεθυσμένος και κοιμήθηκα χωρίς να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κλειδώσω την πόρτα. Το πρωί που ξύπνησα δεν βρήκα κα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νέναν στο σπίτι, ούτε γυναίκα, ούτε παιδιά. Τα πόδια μου&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δεν άντεχαν την απώλεια. Έφυγα και άφησα το ερείπιο, τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δουλειά και την θέση μου στο παλάτι. Περιπλανιέμαι τώρα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;καιρόν πολύν και ψάχνω την γυναίκα μου, αλλά μονάχα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;απόγνωση βρήκα και ερημιά. Και στην ερημιά έμεινα με τ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αγρίμια να συναναστρέφομαι, μετανιωμένος και αυτοτιμω-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ρημένος, αφού στην ερημιά εγώ με κατάντησα, που δεν τάι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σα με στοργή το πνεύμα μου, μα μόνο με κρασί.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μ’ αυτόν τον άνθρωπο, τον δυστυχή, περπατήσαμε μαζί&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λίγον καιρό. Πλανηθήκαμε σε πόλεις και χωριά, ως που τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κατέβαλε ξανά η απόγνωση και είπε να γυρίσει στην ερη-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μιά που τον βρήκα. Εγώ, συνέχισα μέχρις σήμερα, μέχρις&lt;/div&gt;&lt;div&gt;εδώ, μ’ ένα τραγούδι κι ένα παραμύθι παραπάνω βαλμένα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στο δισάκι μου. Εδώ σώνει η ιστορία του τραγουδιού που&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τόσο σ’ άρεσε το λοιπόν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα έμεινε να κοιτάζει αποσβολωμένη, με ένα φως στα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μάτια, και την καρδιά της να χτυπάει πιο δυνατά και ανήσυχα, σαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;παιδί που περιμένει να του πούνε ποια είναι η έκπληξη για τα γενέ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θλιά του:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Και δεν έμαθε ποιοί ήταν αυτοί οι αλλόκοτοι που συνα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ντούσαν την γυναίκα του γέροντα; Μήτε γιατί; Μήτε ποιά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ήταν η γυναίκα του και τι απογίνανε τα παιδιά του; Αν ζού-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νε γή αν πεθάνανε, γή αν ζούνε ευτυχισμένα;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Αυτός είναι ο πόνος του ο μεγάλος κόρη μου. Δεν έμαθε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ποτέ, κι ούτε μου φαίνεται ότι θα μάθει κιόλας. Πάει, πέ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ταξε το πουλάκι...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σαν έφυγε ο τροχιστής, το βράδυ, που καθίσανε με την γριά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μπροστά στο φαΐ, της είπε η κόρη ότι θα πάει, το δίχως άλλο, νά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;’βρει αυτόν τον άνθρωπο και να μάθει τι απέγινε η οικογένειά του&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και τι ’ν’ αυτά τα πράγματα με τους ανθρώπους-φίδια και τις κλω-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στές από τον ουρανό που κάνουν μουσική.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Του κάκου, με χίλια καλοπιάσματα, και παρακαλετά, και νου-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θεσίες, και μαλώματα προσπάθησε η γριά να την λογικέψει. «Ποιός&lt;/div&gt;&lt;div&gt;το ξανάκουσε, κορίτσι πράμα, να θέλει να φύγει από το σπίτι, μο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νάχη της μέσα στους ξένους τόπους, στις ερημιές και στα θεριά; Σά-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ματις μου φαίνεται μανούλα μου ότι σου σάλεψε ξαφνικά!» Το κο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ρίτσι όμως, είχε στο μυαλό του μοναχά την ιστορία που άκουσε, και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τίποτα άλλο δεν της συμμάζωνε το νου. Θα πήγαινε ο κόσμος να χα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λάσει. Ήταν η πρώτη φορά που δεν υπάκουε τη γριά. Αν και, μου&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φαίνεται, ότι ήταν και η πρώτη φορά που διαφωνούσαν οι δυο τους.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Στο τέλος, η γριά της έδωσε την ευχή της. Γιατί πιο πολύ ανησυχία&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ήταν που την έτρωγε, παρά διαφωνία. Σάμπως, δεν την κρυ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φοέτρωγε κι αυτήν η περιέργεια, για όλα αυτά τα μυστήρια που&lt;/div&gt;&lt;div&gt;άκουσε; Σάμπως, κι αυτή δεν ήθελε να πάει να μάθει το τι, το πώς&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και το γιατί; Καλύτερα, είπε, να της δώσει την ευχή της, «...να μη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χαλάσω την καρδιά της και την αγάπη μας.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της έψησε ψωμί για τον δρόμο, της έραψε καινούργια παπού-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τσια, της έδωσε κι ένα φυλαχτό, που τό ’χε από την γιαγιά της, να το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βάλει στον κόρφο της, να την φυλάει απ’ όλα τα κακά, και μια μέρα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ανοιξιάτικη, είπανε το «καλή αντάμωση».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήρε τον δρόμο για βόρεια η κόρη, και μέσα σε λίγη ώρα είχε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αφήσει πίσω της το σπίτι, τα δέντρα, τον άνθρωπο που την ανάστη-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σαν. Είχε μια δύναμη και μια δίψα μέσα της απέναντι σ’ αυτό το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κάτι, το άγνωστο, πού ’θελε νά ’βρει, που ξέχασε όλη της την ζωή&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σε μια στιγμή. Κι ήτανε σαν ποτέ να μην έζησε πριν αυτήν την ώρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μόνο το τραγούδι, η γυναίκα του εμπόρου, και τα όντα τα αλλόκοτα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ήταν. Αυτά, και το χώμα κάτω από τα πόδια της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τα τοπία, οι λόφοι, τα χωριά και τα δάση, μένανε πίσω της&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στον δρόμο για τον βορρά. Και, ξάφνου, εκεί που πέρναγε ένα μπα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χτσέ έξω από ένα χωριουδάκι, πού ’χε λογιώ – λογιώ λουλούδια,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;που άλλα τα είχε δει ξανά κι άλλα όχι, άκουσε μια ψιλή φωνή να της&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μιλάει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Βρε, βρε, καλώς την! Κι έλεγα, σαμπότε θα περάσεις κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;από ιδώ; Σε περιμέναμε από τότε που αρχίνησες το ταξίδι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σου. Μα, δε μου λες, δεν κουράστηκες να πηγαίνεις τόσον&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δρόμο;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σαν τό ’δε αυτό το θάμα η κοπέλα, να της μιλάει το πουλί,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σάστισε, κι έμεινε να κοιτά, τί πράγμα είναι πάλι και τούτο; Ήταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ένα πουλί χρυσαφί, με ένα ασημί ράμφος, κοντό, μα πολύ μυτερό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είχε χρυσοκόκκινα φτερά, και τα πόδια του, ήταν πιότερο λεπτά απ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ότι συνήθως, με μεγάλα, γαμψά νύχια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Όχι, δεν κουράστηκα... Ποιοι με περιμένατε, δε μου λες κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;εμένα; Τι πουλί είσαι εσύ; Και πού με ξέρεις, εμένα και τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δρόμο μου και με μελετάς;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Εγώ είμαι το χρυσοπούλι. Και, επειδή τα διαβατάρικα που-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λιά σε είδαν και σ’ ακούσανε, που ψάχνεις τον δύστυχο γέ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ροντα, περιμέναμε, όλα τα πουλιά, πως στον δρόμο σου θα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πέρναγες και από ’δώ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Και έχουν έγνοια τα πουλιά τι κάνουν και πού πάνε οι αν-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θρώποι;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Α, όχι για όλους! Μα για ’σένα έχουμε ξανακούσει, γιατί&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τα πουλιά που περνούσαν από το δάσος που ζούσες, είχαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να πούνε όμορφα λόγια για το πώς τραγουδάς. Και ο γέρος&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αυτός, πολλές φορές πέρασε το μονοπάτι αυτό. Οι πλάνη-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τες δεν είναι πολλοί στον κόσμο αυτό, μηδέ κι οι ερημίτες,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μα τα πουλιά του ουρανού είναι ολονών των ερημιτών και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;των περιπλανόδιων φίλοι, και καμιά βολά και βοηθοί.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Εξάλλου, μας αρέσουν οι καλές ιστορίες, τα μυστικά των&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ανθρώπων και τα περίεργα που βλέπουμε σ’ όλον τον κό-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σμο που πετάμε. Κάποιοι από μας, μάλιστα, δεν κρατιόμα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στε, και τα φανερώνουμε στους ανθρώπους. Αυτό όμως,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όχι και τόσο συχνά, γιατί καμιά βολά δεν βγαίνει σε καλό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Και, δε μου λες για νά ’χω καλό ρώτημα, δε θα βρεθεί κα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νένα καλό πουλάκι, να μου πει και ’μένα που να πάω να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βρω τον γέρο, αν είναι σιμά;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Εγώ θα σου το πω. Θα σ’ τό ’λεγα και ας μη με ρώταγες. Ο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γέρος είναι εδώ σιμά, και θα τον βρεις όπου νά’ ναι. Αλλά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σε προειδοποιώ, όταν τον βρεις, δεν θα υπάρχει πια η απο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ρία, και η απάντηση μπορεί να μην σ’ αρέσει. Τώρα μπο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ρείς να το αποφύγεις. Τότε όμως, όχι πια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Όχι. Περπάτησα μέρες και μέρες δρόμο για να ξεδιψάσω&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την περιέργειά μου, και δε θα πάω πίσω από φόβο γή από&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αμφιβολία. Το ξέρω δα καλά το τι θέλω, και αυτή η σιγου-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ριά έφερε το δρόμο μου ίσαμε ’δώ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Μάθε το λοιπόν, ότι ο γέρος βρίσκεται στον ποταμό πίσω&lt;/div&gt;&lt;div&gt;από τούτο τον λόφο. Ζει εκεί εδώ και καιρό. Περιφέρεται&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στις όχθες σιωπηλός και απομακρυσμένος από τους άλλους&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ανθρώπους. Καλό δρόμο το λοιπόν. Ίσως δώσει να ξαναει-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δωθούμε κάποτε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έφτασε λοιπόν η ώρα που η κοπέλα, παραξενεμένη από το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χρυσοπούλι που μιλάει ανθρώπινη μιλιά, έφτασε στον ποταμό και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αντίκρισε τον γέρο που έψαχνε. Ήταν ένας ρακένδυτος, ατημέλητος&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γενειοφόρος, με ψαρά, μακριά μαλλιά και διαλυμένα σαντάλια στα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πόδια του. Ήταν σκυμμένος στον ποταμό, στην σκιά μιας ιτιάς, που&lt;/div&gt;&lt;div&gt;έγερνε μαζί με τον γέρο, στην όχθη του.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα πλησίασε τον γέρο και κάθησε δίπλα του. Ο γέρος&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σιγομουρμούριζε. Καθώς η κοπέλα καθόταν, έκανε με το χέρι της να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μαζέψει το φουστάνι, και το θρόισμα του φουστανιού της τον ξύ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πνησε. Γύρισε σιγά σιγά και την αντίκρισε. Τα μάτια του άρχισαν να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τρέχουν, σήκωσε το κορμί του και της είπε:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γύρισες; Σε έψαξα σ’ όλον τον κόσμο! Και, επιτέλους, ήρ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θες μονάχη σου και με βρήκες. Ίδια, όμορφη όπως πάντοτε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έλα, πάμε στο σπίτι μας τώρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γέροντα, κάποια άλλη εικόνα μπήκε μπροστά στα μάτια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σου και σου κρύβει την αλήθεια. Δεν μπορεί να γνωριζό-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μαστε, ούτε εμένα να έψαχνες σ’ όλον τον κόσμο, γιατί ο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τόπος μου είναι άλλος, και πρώτη φορά έρχομαι σ’ αυτό το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μέρος. Όμως, αν τα συνταιριάζω σωστά, βρήκα αυτόν που&lt;/div&gt;&lt;div&gt;έψαχνα για να με κατατοπίσει γύρω από τις απορίες μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν είσαι εσύ ο έμπορος που άφησε το σπίτι του και περι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πλανιέται να βρει τη γυναίκα του; Δεν είσαι εσύ που γύριζε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;για κάποιον καιρό με τον τροχιστή; Αυτός που ξέρουν τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πουλιά σαν «ο δύστυχος γέροντας»;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ώστε δεν ήρθε ακόμα η ευτυχισμένη ώρα της αντάμωσης;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν έφτασε η ώρα να με λένε τα πουλιά «ο ευτυχής γέρο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ντας»; Και σαν ποιά είσαι ’σύ, που δεν είσαι από τα μέρη κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όμως με ξέρεις κι εμένα και την ιστορία μου, και τόσο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μοιάζεις της γυναίκας που γυρεύω; Σάμπως κάνα ξωτικό, ή&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κάνα δαιμόνιο που σκοπό έχει να με αποκάμει;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μήτε ξώθι, μήτε δαιμόνιο είμαι. Πριν από καιρό πέρασε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;από τα μέρη μου ο τροχιστής και μού ’πε το τραγούδι σου&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και το κρίμα που σε βαραίνει. Έτσι και ’γώ πήρα τον δρόμο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κι ήρθα να μάθω από τα ’σένα, πιο καλά την ιστορία. Να σε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ρωτήσω το τι βρήκες, για τι έμαθες τόσον καιρό που γυρεύ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;εις τους δικούς σου. Κακό δε θέλω. Μόνο την περιέργειά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μου να ξεδιψάσω. Αν, το λοιπόν, έχεις την θέληση και τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κόπο μου λογιάζεις, πες μου, να χαρείς, ό,τι ζητώ να μάθω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Θαρρώ πως το ταξίδι σου, μόνο τη δίψα θα σου αφήσει. Το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μόνο πράμα πού ’μαθα, ήταν στο πατρικό της. Μού ’παν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πως τη γυναίκα μου, μωρό στους δρόμους την ευρήκαν, δί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χως γονιούς και σπιτικό, μήτε στον ήλιο μοίρα. Την πήραν,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την ανάθρεψαν, την κάνανε γυναίκα, μα πούθε κρατά, από&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ποια γενιά, ποτέ τους δεν εμάθαν. Όταν την εβαφτίσανε,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;καλόγερος τους βρήκε. Τους είπε δώρο του θεού η κόρη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τους πως είναι, πως έχει μάνα στην πηγή, πατέρα μες στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δάσος, πως έχει και δίδυμο αδελφό που σ’ άλλον κόσμο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μένει. Φυλακισμένος, τ’ ουρανού τους δρόμους να διαβαί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νει, μα απάνω στης γης τα χώματα ποτέ να μην κοντεύει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κατάρα είναι της γενιάς, πολύ παλιά ειπωμένη από το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στόμα το κακό, που το κακό λογιάζει για όλα του κόσμου&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τα καλά που ο Θεός χαρίζει. Αυτά τα λόγια άκουσα στο πα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τρικό της σπίτι, μα ίχνος δε βρήκα πουθενά κι ούτε κάποιο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σημάδι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γέροντα, τα λόγια που μου λες, μου αναστατώνουν την&lt;/div&gt;&lt;div&gt;καρδιά. Ξέρεις, και εγώ είμαι ορφανή, δεν ξέρω τους γο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νιούς μου. Πρέπει να μάθω περισσότερα για αυτή τη γυναί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κα. Αφού το λοιπόν τα γονικά της είναι στην πηγή και στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δάσος, για εκεί θα τραβήξω. Θαρρούσα ότι θα έβρισκα τις&lt;/div&gt;&lt;div&gt;απαντήσεις που ήθελα εδώ, αλλά έχω δρόμο ακόμα. Αντίο,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και να ξέρεις ότι η σκέψη σου δε θα σβηστεί από το μυαλό&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μου, είτε βρω, είτε όχι αυτό που ψάχνω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έτσι είπε, και έβαλε νέα ρότα στην αναζήτηση της. Και πήρε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πάλι το δρομί, δρομί το μονοπάτι προς το δάσος. Να ανακαλύψει&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την ιστορία της ξένης που τόσο γνωστή της ήτανε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Εκεί που πήγαινε και διάβαινε μονοπάτια, ένα απόγευμα, στα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δάση και στα βουνά, και εκεί που τραγουδούσε, (αχ, νά ’σασταν εκεί&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να ακούγατε τι τραγούδια ήταν αυτά παραδεισένια!) ξάφνου, της εμ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φανίζεται φάντης μπαστούνι ένας γέροντας. Καθόταν σε ένα κού-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τσουρο και κάπνιζε, και με την καύτρα από το τσιγάρο, κουνώντας&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την στον αέρα, έγραφε λέξεις και γραμμές. Εκείνη την ώρα, η κο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πέλα τραγούδαγε ένα τραγούδι που της είχε μάθει στον ύπνο της ο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;προπάππους της ο τραγουδιστής. Είδε τον γεροπαράξενο και έμεινε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βουβή να θαυμάζει τι όμορφα σχέδια έφτιαχνε στον αέρα με τη φω-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τιά. Ο γεροπαράξενος, χωρίς να σταματήσει να σχεδιάζει στον αέρα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πήρε το τραγούδι της από εκεί που το είχε αφήσει και σφύριζε την&lt;/div&gt;&lt;div&gt;συνέχειά του.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τι να πει, και τι να κάμει από την σαστιμάρα της η κοπέλα;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έβαλε το χέρι της στο φυλαχτό της γιαγιάς στον κόρφο της. Όταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;έκλεισε το στόμα, άρχισε να ρωτάει τον γεροπαράξενο πώς στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;καλό ήξερε τούτο το τραγούδι. Ο γεροπαράξενος δεν της αποκρίθη-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κε, παρά μόνο έφτιαξε μπροστά της με την καύτρα από το τσιγάρο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;του ένα λουλούδι και της το πρόσφερε μονάχα με μια χειρονομία με&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τα δύο χέρια σαν να της λέει: «Κόπιασε στο τραπέζι μας», ή, δεν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ξέρω πάλι, ίσως να της έλεγε και: «Έλα στην αγκαλιά μου», και συ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νέχιζε το σφύριγμα. Σαν τον ρώτησε τότε αν ήξερε τον προπάππου&lt;/div&gt;&lt;div&gt;της τον τραγουδιστή, αυτός, με ένα ελαφρύ χαμόγελο και με δυο κι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νήσεις του χεριού του, έφτιαξε στον αέρα ένα σπίτι σαν αυτό που&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μεγάλωσε. Την ενθάρρυνε μάλιστα να συνεχίσει να τραγουδά κάνο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ντάς της νόημα. Αυτή, βλέποντας ότι ο γεροπαράξενος ξέρει να της&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πει πολλά ξεθάρρεψε, και δεν σταμάτησε να ρωτάει. Μήπως ξέρει&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πού είναι η γυναίκα του δύστυχου γέροντα; Γή από πού είναι, και τι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θαυμαστά είναι αυτά με τους ανθρώπους φίδια-πεταλούδες και τις&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μουσικές κλωστές από τον ουρανό;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ο γεροπαράξενος δεν έλεγε λέξη όλη την ώρα. Παρά μόνο ζω-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γράφιζε στον αέρα το κάθε τι που έλεγε η κόρη, πριν καλά - καλά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;προλάβει να το ξεστομίσει. Μέσα στις ζωγραφιές του, η κοπέλα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;έβλεπε να γεννιούνται όλες της οι ερωτήσεις και όλη της η ζωή. Στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τέλος, όταν τον ρώταγε και τον ρώταγε και απόκριση δεν έπαιρνε,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σταμάτησε να μιλάει. Μα να το κουνήσει ρούπι, ούτε που το διανο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ούνταν. Κάθησε και τραγούδησε άλλο ένα τραγούδι, από αυτά που&lt;/div&gt;&lt;div&gt;της είχε μάθει ο προπάππους της ο τραγουδιστής, μαζί με τον γερο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;παράξενο να σφυρίζει και να κάνει σχέδια τις μελωδίες. Σαν τελείω-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σε, πήρε ο γεροπαράξενος λουλούδια από αυτά που είχαν ανθίσει&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στον ποδόγυρο της κοπέλας, και της τα έπλεξε στα μαλλιά σαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στέμμα. Κάθησε πάλι στο κούτσουρό του και τράβηξε μια ρουφηξιά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;από το τσιγάρο του, που δεν τελείωνε ποτέ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Άρχισε τότε να μιλάει, με μια φωνή που έμοιαζε να ξεκινάει&lt;/div&gt;&lt;div&gt;από τον γεροπαράξενο και να σβήνει σε κάποια δέντρα πίσω του. Ή&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μήπως πίσω από την κοπέλα; Ε, θα σας γελάσω. Πάντως ακουγόταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πολύ παράξενα αλήθεια όταν μίλησε ο γεροπαράξενος. Δεν είμαι σί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γουρος ακόμα και για το αν μίλησε αυτός ή αν ακούστηκε η φωνή&lt;/div&gt;&lt;div&gt;από το δάσος με έναν παράξενο πράγματι τρόπο. Δεν είναι όμως&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τόσο σημαντικό το πώς μίλησε, γιατί ήταν πιο σημαντικά αυτά τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;παράξενα πράγματα που είπε:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- «Είναι η μητέρα σου, αυτή η γυναίκα που ψάχνεις, και εί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ναι ο πατέρας σου αυτός που πριν λίγες μέρες αποχωρίστη-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κες». Έλεγε, και μια ανατριχίλα έκανε την κοπέλα να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τρέμει σύγκορμη στην παράξενη αυτή φωνή του γεροπα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ράξενου, σαν τα φύλλα των δέντρων στον αγέρα. «Και ο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αδελφός σου, είναι και αυτός καταραμένος, διωγμένος από&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τη γη»! Φώναξε, πριν πάρει μια γερή ρουφηξιά από το τσι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γάρο του, βάφοντας με την μεγάλη καύτρα του, ένα πα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ράξενο κόκκινο όλο το τοπίο τριγύρω. «Μα, εσύ! Εσύ μπο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ρείς να δώσεις ένα τέλος σ’ αυτά τα βάσανα! Άκου το λοι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πόν προσεκτικά, γιατί δεν έχεις πολύν καιρό». Βρυγχότανε,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και έβγαζε καπνούς από τη μύτη και το στόμα σαν ταύρος&lt;/div&gt;&lt;div&gt;που ξεφυσάει καθώς έλεγε: «Σε σαράντα μέρες, την νύχτα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;που θά ’χει νέα σελήνη, θα έχει μαζί ξαστεριά και τα άστρα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θα φαίνονται καθαρά στον ουρανό. Τα μεσάνυχτα, θα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πάρεις να τραγουδήσεις για τα ερπετόψυχα, και τότε αυτά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θα εμφανιστούνε και θα χορέψουνε στο τραγούδι. Θα ανα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γνωρίσεις ανάμεσά τους τον αδελφό σου. Τα ερπετόψυχα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;είναι άνθρωποι που περάσανε στον κόσμο των ψυχών, ενώ&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δεν έχουν πεθάνει ακόμα. Άλλοι επειδή μπορέσανε να έρ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θουν σε επαφή με αυτόν τον κόσμο και στεριώσανε την&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ζωή τους εκεί, πιο καλά από ότι εδώ. Άλλοι επειδή χάσανε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τον δρόμο τους, και δεν μπορούνε να γυρίσουν πίσω. Άλ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λοι, επειδή τους μάγεψαν και τους στείλανε εκεί. Εκεί που&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θα είσαι ανάμεσά τους να μη μιλήσεις σε κανέναν, γιατί θα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χαθείς και εσύ όπως ο αδελφός σου, και τίποτε δεν θα μπο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ρείς να κάνεις πια. Θα πάρεις τότε αυτό το μαχαίρι με τις&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δύο αιχμές που σου δίνω και θα κόψεις τον λαιμό τριών ερ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πετόψυχων, να είναι και τα τρία θηλυκά και να έχουν και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τα τρία ένα λευκό μαντήλι στον λαιμό. Αυτά τότε θα χα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θούνε από την γη, θα χαθούνε και από τον κόσμο των ψυ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χών στον ουρανό και θα έρθει στην γη ο αδελφός σου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όταν τελειώσεις, θα πρέπει να γυρίσεις εδώ και να μου&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δώσεις τα μαντήλια τους. Τότε και εγώ θα σου ’πώ πού εί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ναι ο αδελφός σου στη γη για να τον βρεις. Στο ξαναλέω&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όμως», ύψωσε την μυστήρια φωνή του ο γεροπαράξενος,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«αν μιλήσεις με τα ερπετόψυχα, θα σου πουν ψέματα και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θα κάνουν τα χίλια δυο για να σε ξεγελάσουν και να σε φυ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λακίσουν στον κόσμο τους, και τότε», τα λόγια αυτά αναρ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ρίγησαν την κοπέλα, «μπορείς να πεις το παντοτινό αντίο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στον αδελφό σου και στον κόσμο όλο».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τα λόγια τα τελευταία του γεροπαράξενου πέσαν στην κόρη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όπως πέφτει το τσεκούρι και φέρνει το τελευταίο χτύπημα στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δέντρο, αυτό που θα το ξαπλώσει. Και γονάτισε η κοπέλα η όμορφη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και ξαφνιασμένη κοίταξε τα λουλούδια στα πόδια της που είχαν αν-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θίσει, το στεφάνι στα μαλλιά της πού ’χε μαραθεί. Μες στη ζάλη της&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ήρθε η μυρωδιά από ένα γιασεμί και την τάραξε. Σήκωσε τα μάτια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;της να αντικρίσει τον γεροπαράξενο, μα ο γεροπαράξενος δεν ήταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;εκεί. Είχε χαθεί θαρρείς, όπως χάνονται τα όνειρα όταν ξυπνάμε,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τότε που αναρωτιόμαστε ακόμα: «Ήταν αλήθεια όλα τούτα που έζη-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σα»; και το φως της ημέρας διαλύει τη ζωντανή ανάμνησή τους&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ωσάν διαλύει την ομίχλη στα βουνά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μέσα στο χέρι της, βάσταγε ακόμα το μαχαίρι με τις δύο αιχ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μές. Τό ’βαλε στο δισάκι της και συνέχισε το μονοπάτι. Είχε πια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βραδιάσει, μα το φεγγάρι εμφανιζόταν κιόλας στον ουρανό, γεμάτο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να φωτίζει μέσα από τα φύλλα και τα κλαριά. Οι ήχοι της ημέρας εί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χαν κιόλας σβήσει και τώρα οι κουκουβάγιες και οι γρύλοι μονοπω-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λούσαν με τη φωνή τους την μουσική της νύχτας. Η κόρη πήρε να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ψάχνει από ’δώ κι από ’κεί απ’ το μονοπάτι για κανένα ξέφωτο να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κουρνιάξει το βράδυ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ξάφνου, άκουσε το κελάιδημα ενός αηδονιού να ξεπηδά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ανάμεσα απ’ τα δέντρα τόσο γλυκά, που ασυναίσθητα σιγομουρμού-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ρισε τρεις νότες από τη μελωδία ενθουσιασμένη. Κίνησε να ακολου-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θήσει τον κελαϊδημό ώσπου βρήκε το ποτάμι και στην αντίπερα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όχθη το πουλί τ’ αηδόνι να σκορπίζει χρώματα με το τραγούδι του.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κι άλλοι κελαϊδημοί ξεπετάχτηκαν μέσα απ’ τα κλαδιά και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χρώματα καλύψανε τα πάντα ώσπου οι μουσικές απ’ όλα τα πουλιά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γίνηκαν μια πολιτεία. Τα δέντρα φτιάξαν σπίτια και από τα παραθύ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ρια τους που ανοίγανε ξεπρόβαλαν πουλιά στο φως του φεγγαριού.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όχι πουλιά ακριβώς δηλαδή, άνθρωποι. Ούτε άνθρωποι ήταν ακρι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βώς. Πώς να το πω; Να, τα πουλιά παίρνανε μεν μορφή σαν του αν-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θρώπου, μα αν και δεν είχαν ούτε φτερά, ούτε ράμφος, ούτε πόδια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;με νύχια γαμψά, κάτι στα μάτια, στο πρόσωπο, το μέτωπο κι η μύτη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πιο πολύ, τα μυτερά στα δάκτυλα νύχια, πουλί σου φέρνανε στο νου&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σαν τα κοίταζες. Στους πεζόδρομους ανάμεσα στα σπίτια, αστέρια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πού ’χαν κατέβει απ’ τον ουρανό φωτίζανε τον τόπο. Κι ήταν ξέρετε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αυτά τα αστέρια που γύρω απ’ το φεγγάρι δεν φαίνονται. Απλώθη-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;καν και περικοκλάδες και φτιάξαν δυο γιοφύρια να ενώνουν την πο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λιτεία πάνω απ’ το ποτάμι. Κι όταν απόσωσαν όλα τούτα, ξαφνικά,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σιωπή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τόσο ξαφνικά, όσο ξαφνικά ξεκίνησε ο πρώτος κελαϊδημός,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σαν γίνηκε το δάσος – πολιτεία, ήρθε η σιωπή. Και βρήκε την κο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πέλα στην άκρη της μιας γέφυρας να κοιτάζει με τα μάτια της ορ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θάνοιχτα και μ’ ένα χαμόγελο ολάνθιστο στο πρόσωπό της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και πριν ακόμα έρθει η σκέψη να μαράνει το χαμόγελο, ση-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κώθηκε μια βουή να θρυμματίσει τη σιωπή. Και τα πουλιά... Όχι,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όχι πουλιά, οι άνθρωποι... Αυτοί τέλος πάντων, έπιασαν όλοι μαζί&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να τραγουδούν με μια φωνή που απλώθηκε σ’ όλη την πολιτεία και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την έκανε σύσσωμη κι αυτή να δονείται σ’ ένα τραγούδι μιας λογής&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ξεχωριστής απ’ όλων των λογιών τα τραγούδια πού ’χουμε ακούσει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Άλλα τραγούδια απ’ αυτά πού ’χουμε ακούσει και στη χαρά και στη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λύπη, στη δουλειά και στον ξαποσταμό, στους δρόμους και στα με-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γάλα θέατρα (εκεί που τραγουδάνε οι μεγάλοι και οι τρανοί τραγου-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;διστάδες για τους βασιλιάδες και τους πρίγκιπες μονάχα). Αλλά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ακόμα κι απ’ αυτά του προπάππου. Τόσες φωνές να υψώνονται και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να τραγουδούν τα ίδια λόγια, σε μια γλώσσα άγνωστη στ’ αφτιά της&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κοπέλας, που όμως για έναν λόγο άγνωστο, με έναν τρόπο μαγικό,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;έκαναν το στήθος της να φουσκώσει και δάκρυα χαράς να ξεχειλί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σουν τα μάτια της. Τότε είδε την λιτανεία την μεγάλη να περνάει τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γέφυρα. Εκεί να σταματάει, και σαν σιγά - σιγά αυτή η δόνηση που&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τάραζε τη γη, από τα θεμέλια της θαρρείς, να γινόταν ένας βόμβος&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μοναχά, ξεχώρισε από την πομπή μια μορφή. Ήταν μια κόρη με χρυ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σά μαλλιά, χρυσοκόκκινο φουστάνι, και με ένα πρόσωπο άσπρο και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λαμπερό, και τα πόδια της ήταν ψηλά με έναν περίεργο τρόπο. Τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νύχια της ήτανε γαμψά φτιαγμένα. Στο μέτωπό της έλαμπε ένα πε-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τράδι ανάμεσα στα φρύδια, τα σαν φτερά λαξευτά. Η μύτη της ήταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μικρή, μα μυτερή. Τα μάτια της τα ασημένια, σαν το φεγγάρι φωτο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βόλα και χαμογελαστά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Σε θαυμάζω αλήθεια για την υπομονή σου και τον κόπο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σου κοπέλα, σαν βλέπω να συνεχίζεις απτόητη και θαρρα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λέα την αναζήτησή σου. Μα θαρρώ σαν σε κοιτώ πως τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μάτια σου άλλους ανθρώπους, άλλους τόπους αποζητάνε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νά ’βρουνε απ’ αυτούς που ζητούσαν μέχρι χτες. Και ο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νους σου άλλες έγνοιες έχει. Άλλα χρώματα ο ουρανός και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;άλλες μυρουδιές η γης.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Αρχόντισσα τα λες καλά και ωραία, μα αν η ψιλή αυτή&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φωνή δε με γελά, μοιάζει να σ’ έχω απαντήσει ξανά και νά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;’χουμε μιλήσει. Πες μου, είσαι εσύ η ίδια το χρυσοπούλι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;που με βοήθησε να βρω τον δύστυχο γέροντα; Και είναι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αυτός εδώ ο τόπος μαγεμένος; Θαύμα αγαθό ή μαγεία δια-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βολική είναι όσα θαυμαστά βλέπω κι ακούω ετούτη τη νυ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χτιά;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Ναι. Καλά τα λες. Σωστά με αναγνώρισες. Το χρυσοπούλι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;– βοηθός σου είμαι. Όσο για τον τόπο κι όλα τα θαυμαστά,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τόσο μαγικά, όσο η ανατολή και η δύση του ήλιου είναι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γιατί σ’ αυτό το δάσος, απ’ την αρχή του χρόνου, τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βράδια, με το φως του φεγγαριού, ενώνεται ο κόσμος ο αν-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θρώπινος με τον κόσμο μας. Και τότε η μορφή μας φανε-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ρώνεται σ’ αυτούς που βρίσκονται σ’ αυτό, μαζί με τ’ άλλα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κρυφά απ’ τα μάτια των ανθρώπων. Μπορείς να πεις το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λοιπόν πως αυτός που μάγεψε τον ήλιο ν’ ανατέλλει κάθε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πρωί και να δύει κάθε βράδυ, μάγεψε και τούτο το δάσος.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κι ο ίδιος που στοίχειωσε τα άστρα να φωτίζουν το βράδυ&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και να κρύβονται το ξημέρωμα, κρύβει και τον κόσμο μας&lt;/div&gt;&lt;div&gt;απ’ τα μάτια σου. Μα έλα τώρα, και σβήσε απ’ τα μάτια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σου την ανησυχία. Έλα μαζί μου, γιατί είσαι φιλοξενούμε-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νή μας απόψε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την έπιασε τότε το χρυσοπούλι απ’ το χέρι και όλα τα πουλιά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μαζί πιάσαν και πάλι το τραγούδι, που ακόμα δεν είχε σβήσει εντε-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λώς. Γυρνώντας τώρα από δρόμους και στενά την πολιτεία, ένας –&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ένας τρύπωνε στο σπίτι του. Ως που το τραγούδι λίγο – λίγο σίγασε,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όπως αχτίδα με την αχτίδα τρώγεται ο ήλιος απ’ τον ορίζοντα. Μα κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όταν δεν φαίνεται πια, για λίγο ακόμα, το φως του φωτίζει τον ουρα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νό. Ηχώ, που όλο και πιο αχνή γίνεται, κι όταν έχει πια χαθεί,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μοιάζουν να υπήρξαν μόνο στο νου, και η ηχώ και το τραγούδι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όταν σίγασε το τραγούδι το λοιπόν, βρέθηκαν η κοπέλα και το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χρυσοπούλι μπροστά από ’να αρχοντικό πανέμορφο και το χρυσο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πούλι τράβηξε το χέρι της κοπέλας να μπούνε μέσα γιατί είχε μείνει&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πάλι να θαμάζει ακίνητη, με τα μάτια ορθάνοιχτα. Ήταν τ’ αρχοντι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κό πλούσιο και γεμάτο λουλούδια, να στολίζουν με χρώματα την&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κάθε γωνιά. Είχε και μια μεγάλη σάλα, πολύ φωτεινή, που γύρω τρι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γύρω είχε στασίδια και στην κορυφή έναν θρόνο δρύινο. Την κάθισε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στη θέση δεξά του θρόνου. Κάθησε και το χρυσοπούλι στο θρόνο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ύστερα, σιγά – σιγά και ήρεμα εμφανιζόντουσαν τα πουλιά...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όχι, όχι τα πουλιά, οι άνθρωποι... Αυτοί τέλος πάντων, και παίρναν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τη θέση τους στα στασίδια τριγύρω στη σάλα. Κι όταν κάθησε και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;το τελευταίο πουλί... Όχι, όχι πουλί, άνθρωπος... Αυτό τέλος&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πάντων, και τα στασίδια γέμισαν ένα προς ένα, το φως χαμήλωσε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και μονάχα ένα αστέρι έμεινε να λάμπει στα πόδια του χρυσοπου-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λιού. Σηκώθηκε τότες το χρυσοπούλι και άρχισε να λέει:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Μαζευτήκαμε απόψε, πουλιά μου, στη σάλα της συμβου-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λής, για να δώσουμε ένα φτερό βοήθειας στη φίλη μας. Σ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αυτή που κάποιους από ’μας τους τάισε τις δύσκολες μέρες&lt;/div&gt;&lt;div&gt;του χειμώνα. Άλλους τους καλοχαιρέτησε με το τραγούδι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;της το μελίρρυτο τις ώρες της δουλειάς και της ανάπαυσής&lt;/div&gt;&lt;div&gt;της. (Το τραγούδι που για αυτό καθένας μας εδώ μέσα έχει&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ακούσει.) Αν και άνθρωπος, κακό ποτέ δεν έκανε, ούτε σε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;’μάς, ούτε στις φωλιές μας. Έφτασε το λοιπόν η ώρα, να τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φιλέψουμε με τη σειρά μας το βρεγμένο ξεροκόμματό μας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γιατί ο δρόμος της συναντήθηκε με τον δρόμο όντων σκο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τεινών και αλλόκοσμων. Μα ούτε και δικός της δρόμος εί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ναι. Γιατί δεν τον διάλεξε, παρά τον κληρονόμησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήραν ύστερα το λόγο άλλα πουλιά... Όχι, όχι πουλιά, άν-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θρωποι... Αυτοί τέλος πάντων και είπαν πώς θα μπορούσαν να βοη-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θήσουν την κοπέλα στην περιπέτειά της. Και πριν μιλήσει ο καθείς,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;το αστέρι καθότανε στα πόδια του και τον φώτιζε. Άλλος είπε να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μείνει η κοπέλα στην πολιτεία τους και να γίνει κι αυτή πουλί. Ένα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θαλασσοπούλι, να την κρύψουν βαθιά μέσα στη θάλασσα, να μη την&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βρουν ποτέ, ούτε ο γεροπαράξενος, ούτε τα ερπετόψυχα. Μα η κο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πέλα βιαζόταν να γνωρίσει τους γονείς και τον αδερφό που μέχρι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χθες αγνοούσε, και κούναγε το κεφάλι πέρα – δώθε ακούγοντας όλα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τούτα. Κάποια στιγμή πήρε ξανά το λόγο το χρυσοπούλι και έδωσε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ένα τέρμα στην κουβέντα: «Είναι η φίλη μας πεινασμένη και κουρα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σμένη» είπε, «ας αφήσουμε για την ώρα τις συμβουλές κι ας δείξου-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;με τη φιλοξενία μας».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Φωτίστηκε ξανά η σάλα και στρώσανε ένα μεγάλο τραπέζι για&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φαΐ, που είχε πάνω φρούτα, κρέατα, λαχανικά και γλυκά, να χορταί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νεις και μόνο να τα κοιτάς. Και του πουλιού το γάλα!&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Να μη σας τα λέω πολλά – πολλά, η κοπέλα πέρασε ένα φεγ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γάρι στην πολιτεία των πουλιών και τα γνώρισε σχεδόν όλα. Έναν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μήνα μίλησε, τραγούδησε, έπαιξε και γέλασε με τα πουλιά. Όταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βρισκόταν μέσα στην πόλη, μέρα – νύχτα, τα πουλιά ήταν άνθρω-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ποι... Όχι, όχι άνθρωποι... Αυτά τέλος πάντων, αλλά τη μέρα ήταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;άφαντοι και η πόλη έρημη. Στην νέα σελήνη δε, δεν είδε ψυχή. Ούτε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;καν το χρυσοπούλι, που τις άλλες μέρες δεν έδειχνε να επηρεάζεται&lt;/div&gt;&lt;div&gt;από όλα τούτα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πέρασαν όμως οι μέρες και οι νύχτες σαν της θάλασσας τα κύ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ματα, που χωρίς αναπαμό ακολουθεί το ένα τ’ άλλο, κι ώσπου να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θυμηθείς το ένα, έρχεται το άλλο και σε βρίσκει. Έφτασε η παν-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σέληνος ξανά, πού ’χε αποφασίσει η κοπέλα να πάρει ξανά τους&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δρόμους και μαζευτήκανε όλα τα πουλιά μαζί να την αποχαιρετή-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σουν. Όταν βγήκε ο αυγερινός, πέρασε τα σύνορα της πολιτείας και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σιγά – σιγά τα σπίτια γινόντουσαν πάλι δέντρα, και οι γέφυρες τρα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βιόντουσαν πίσω στις όχθες του ποταμού. Τ’ αστέρια σιγόσβηναν,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κι άφηναν το δάσος στο σκοτάδι, κάτω απ’ τα φύλλα των ψηλών&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δέντρων. Ο ήλιος, αν και δεν είχε εμφανιστεί, έστελνε προάγγελούς&lt;/div&gt;&lt;div&gt;του τα κιτρινοπορτοκαλιά σύγνεφα στον ουρανό. Μα πριν φύγει από&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την πολιτεία των πουλιών, πήρε το δώρο της. Ήρθε και την αγκάλια-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σε το χρυσοπούλι και της έχωσε μέσ’ στην παλάμη δυο χρυσές τρί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χες απ’ τα μαλλιά της. «Πάρε αυτές» της είπε, «κι αν ποτέ χρεια-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στείς βοήθεια, μη διστάσεις και ρίξε μια στη φωτιά νά ’ρθω να σε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βρω». Μα ώσπου να φτάσει να χάσει το χρυσοπούλι απ’ τα μάτια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;της, οι τρίχες γινήκανε χρυσορόδινα πούπουλα και το χρυσοπούλι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ξανά πήρε τη γνωστή μορφή του. Το μονοπάτι απλωνότανε μπροστά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στα πόδια της κοπέλας, κι έμοιαζε όλο αυτό το φεγγάρι να μην είχε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ποτέ συμβεί αν δεν ήταν αυτά τα πούπουλα κι αυτός ο λόγος που της&lt;/div&gt;&lt;div&gt;είχε πει το χρυσοπούλι:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Καμιά φορά το πιο καλό&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δεν το ζυγιάζεις στο σωστό&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ούτε στο ωραίο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κι ανακαλύπτεις γιατρειά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σε μαύρα βότανα πικρά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;που αυτή φωλιάζει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και πήρε πάλι τους δρόμους και τα μονοπάτια με το τραγούδι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στα χείλη και τα μάτια να ρουφάνε τα πάντα γύρω της: τα δέντρα, τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πουλιά, τα ζώα! Το νερό, το χώμα, την πέτρα! Όχι όμως με τον ίδιο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τρόπο που τραγουδούσε και έβλεπε όταν έφευγε από το σπίτι της κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αποχωριζόταν τη γριά. «Αχ», ψέλλισε με το χέρι στο φυλαχτό πού&lt;/div&gt;&lt;div&gt;’χε στον κόρφο της, «τι να κάμει τώρα η γιαγιά μου». Ήταν το τρα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γούδι της θα έλεγες λιγότερο ανάλαφρο, μα πιότερο περίτεχνο. Και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;το βλέμμα της, αφηνόταν συχνά να κοιτάζει τα φύλλα ενός δέντρου,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ένα πουλί, ένα ρυάκι, μέχρι που ξέχναγε που πήγαινε. Στεκόταν, ή&lt;/div&gt;&lt;div&gt;προχώραγε χωρίς να κοιτάζει πού πατούσε. Σα νά ’χε αφήσει στα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μέρη που περιπλανήθηκε και από ένα κομμάτι της, ενώ ένα άλλο,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;άγνωστο μέχρι πριν, είχε μπει στη θέση του.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Για να μη λέω με πολλά τα λίγα όμως, πέρασαν οι μέρες και οι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νύχτες που ήταν το φεγγάρι στη χάση του κι έφτασε να δύει ο ήλιος&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στη νέα σελήνη. Ούτ’ ένα νέφαλο δεν έκρυβε κομμάτι τ’ ουρανού,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κι η πούλια, η πιο γενναία απ’ όλα τ’ άστρα, πρώτη πρόβαλε να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φέξει το σκοτίδι που άφηνε πίσω του ο ήλιος. Χωρίς να φοβηθεί μην&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πισωγυρίσει, την κοιτάξει, και τη σβήσει με μιας. Αλλά τούτο είναι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;άλλη ιστορία και θα σας την πω άλλη φορά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Από στιγμή σε στιγμή, όλο και πιο σκοτεινός γινότανε ο ωκεα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νός που μέσα του κολύμπαγαν τα άστρα. Άλλα βαθιά μέσα του, να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τα διακρίνεις τη μια και να τα χάνεις την άλλη, κι άλλα στην επι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φάνεια, να φέγγουν μέσα στη δίχως φεγγάρι νύχτα σαν φώτα στις&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θύρες των σπιτιών πού ’χουν γιορτή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την ώρα που μέσιασε η νύχτα, άρχισε να τραγουδάει η κο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πέλα. Και τί τραγούδι ήταν αυτό! Τί όμορφο τραγούδι! Τόσο, που&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σώπασε ο κούκος, ο γκιώνης, η κουκουβάγια. Σώπασε ο γρύλος, η&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λιβελούλη, ο βάτραχος. Γύρισαν τα γιασεμιά τους μίσχους τους προς&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τη φωνή, όπως ανοίγουν τ’ άνθια τους στον ήλιο τα λουλούδια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όπως μακραίνουν τα κλαδιά με τα φύλλα ψηλά, προς το φως. Άρχι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σε λοιπόν τότε να συμβαίνει το θαυμαστό που δεν είχε ξαναδεί, μα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;που της τό ’χε αφηγηθεί ο τροχιστής, χρόνια φάνταζε πριν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έκανε ένα νεύμα και άρχισαν από τ’ αστέρια να πέφτουν φω-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τεινές κλωστές από το φως των αστεριών φτιαγμένες. Κι όταν ακου-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μπάγανε τη γη, σαν καμπανούλες τόσες δα ακουγόντουσαν να ηχού-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νε. Το φως τριγύρω της έγινε όλο και πιο δυνατό, και κάλυψε το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κάθε τι. Ως που βρέθηκε μέσα στο φως και τίποτα δεν της θύμιζε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τον τόπο που στεκότανε πριν δυο στιγμές. Χάιδεψε τα νήματα από&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φως και μουσικές ξεπήδησαν. Όταν έπαψε να τραγουδά η κοπέλα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πια, μουσικές βγαίναν ακόμα ανάμεσα από τις αχτιδοκλωστές. Όχι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μόνο μουσικές όμως. Μέσα από το εκτυφλωτικό φως των αχτιδο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κλωστών, κι άλλα χρώματα άρχισαν να εμφανίζονται και να χορεύ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ουν, και τα χρώματα να παίρνουν σχήματα, και τα σχήματα να γίνο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νται οι μορφές των ερπετόψυχων που χόρευαν στη μουσική.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μαζεύτηκαν τα ερπετόψυχα γύρω – τριγύρω απ’ την κοπέλα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και την χαιρέτησαν μ’ ένα νεύμα. Αρχίσανε μετά να τραγουδούν με&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τη μουσική που ξεπηδούσε από τις αχτιδοκλωστές και να κινούνται&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γύρω της. Μα, ένα περίεργο πράγμα με το τραγούδι τους. Έμοιαζε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να μη βγαίνει από τα στόματά τους, μα απ’ όλο τον τόπο. Κι ενώ θα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;περίμενες οι φωνές να έρχονται από τριγύρω, μοιάζαν να έρχονται&lt;/div&gt;&lt;div&gt;από ψηλά, απ’ τον ουρανό. Και τόση δύναμη αποκτούσαν, που τις&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ένιωθες στα ακροδάκτυλα, στο στήθος. Να κραδαίνουν την καρδιά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και να φέρνουν ανατριχίλα στην ραχοκοκκαλιά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τότε μέριασε κάποια ερπετόψυχα και εμφανίστηκε ανάμεσά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τους ένας νέος, όμορφος και λυγερός, με τα μάτια να φεγγοβολούνε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σα φλόγες που στο διάβα τους το κάθε τι παραδίνεται, γίνεται&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στάχτη κι αναγεννιέται σαν το φοίνικα. Με ένα χαμόγελο ειλικρινές&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και εγκάρδιο σαν μικρού παιδιού που μόλις του χάρισες ένα παιχνίδι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και τ’ ανακαλύπτει. Και το χαμόγελο μεγάλωσε ακόμη περισσότερο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όταν τα βλέμματα των δυο νέων συναντήθηκαν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Δεν είναι ανάγκη να μου πεις, ούτε κι εγώ έχω να ρωτήσω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σαν αντικρίζω σε, μπορώ χωρίς μια σκέψη να το πω πως η&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θωριά είν’ αδερφής. Δε θ’ αστοχήσω. Μα, είν’ απορία που&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αντικρίζω μες στων ματιών σου τη σκιά; Ακόμα δε μ’ ανα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γνωρίζεις; Τίποτα εγώ δε σου ξυπνώ; Ο χωρισμός μας έχει&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σβήσει απ’ το δικό σου το μυαλό; Γιατί εμένα μες στον νου&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μου δεν είναι άλλο να εχαράχθη, με τόσο πόνο ή πιο βαθιά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Όχι. Μη στεναχωριέσαι αδερφέ μου. Ήξερα όταν ήρθα εδώ&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πως θα σε συναντήσω. Και σαν σ’ αντίκρισα, η καρδιά μου&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χτύπησε πιο δυνατά. Πήγε να πετάξει μακριά για να αντέξει&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τη συγκίνηση που, επιτέλους, ανταμώνουμε. Αλλά την αλή-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θεια θα σου πω: απ’ όλα όσα τον τελευταίο καιρό έμαθα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;για εμάς και τους γονιούς μας, για τον τόπο ετούτο και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όσους ζουν σ’ αυτόν, τίποτα δεν ήξερα, τίποτα δε θυ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μόμουν. Μα, να τώρα, που η μοίρα μου με έφερε πάλι να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σμίξω με τη γενιά μου. Έλα να σ’ αγκαλιάσω και να σε φι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λήσω αδερφέ μου. Αγκάλιασε και φίλησέ με και ’σύ, γιατί&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δεν αστόχησες, εγώ είμαι η αδερφή σου που τόσον καιρό&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ξεχωρισμένοι ήμασταν!&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έτσι είπανε και πέσανε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου να γε-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λάνε και να κλαίνε μαζί. Να μην ξέρεις σαν τους βλέπεις έτσι, αν εί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ναι χαρά ή στεναχώρια που τους τύλιξε τον ένα γύρω απ’ τον άλλο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μα είναι θαρρώ και τα δυο μαζί. Το γέλιο πού ’ρχεται στα χείλη για&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τη χαρά που τους βρήκε και την ίδια ώρα το κλάμα που δεν έχυσαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τόσο καιρό που ακόμη ζούσαν χώρια, δίχως τη χαρά ετούτη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Άμα καταλάγιασε η συγκίνηση και ξεφούσκωσε το στήθος,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σαν πειστήκανε κι οι δυο τους πως είναι αλήθεια και βρήκε ο ένας&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τον άλλο, δεν είναι η φαντασία τους που τους παίζει παιχνίδια,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πιάσανε να λένε για τη ζωή τους ίσαμε τώρα. Το τι είπε η κοπέλα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στον αδερφό της το ξέρουμε εμείς και δε χρειάζεται να σας το πω,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μα αφού του είπε όλα όσα πέρασε από τόσο δα κοριτσάκι, άρχισε ο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αδερφός της να αφηγείται τη δικιά του ιστορία.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όταν λοιπόν γινήκανε πέντε χρονώ παιδιά, τη μέρα ακριβώς&lt;/div&gt;&lt;div&gt;που τα κλείσανε μάλιστα, εμφανίστηκε ο γεροπαράξενος στη σπηλιά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όπου ζούσαν τότε μισό χρόνο (από τότε που φύγαν από τον πατέρα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τους δηλαδή) και ζήτησε από τη μάνα τους τα δυο παιδιά. Πληρωμή&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ήτανε ετούτο για τη χάρη που της έκανε να σώσει τον δικό της αδερ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φό. Μα, καλύτερα να σας τα πω αυτά απ’ την αρχή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μια μέρα φθινοπωρινή που η μάνα των παιδιών είχε μπει στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δάσος για ξύλα, εμφανίστηκε μπροστά της ο γεροπαράξενος. Της&lt;/div&gt;&lt;div&gt;είπε το λοιπόν πως δεν ήταν μόνη στον κόσμο στη γενιά της. Πως&lt;/div&gt;&lt;div&gt;είχε έναν αδερφό που ήταν δεμένος από κατάρα να ζει σ’ έναν τόπο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σαν αυτό, με όντα περίεργα στη μορφή και στους τρόπους. Το κορμί&lt;/div&gt;&lt;div&gt;του όμως υπήρχε στον κόσμο μας και ήταν, χρόνους τώρα, κοιμι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σμένο. Θά ’πρεπε να γυρίσει ο αδερφός της από τους δρόμους τ’ ου-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ρανού που διαβαίνουν οι ψυχές για να αναστηθεί το σώμα του. Για&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να γίνει όμως αυτό θα έπρεπε να φτάσει η μάνα τους στους δρόμους&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τ’ ουρανού μια νύχτα χωρίς φεγγάρι και να κλέψει από τρία θηλυκά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ερπετόψυχα το άσπρο μαντήλι τους. Αυτό το μαντήλι είναι που&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δένει τις ψυχές με το κορμί τους, κι αν κάποιος το λύσει, τρεμοσβή-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νουν και χάνονται για πάντα. Τα θηλυκά με τ’ άσπρο μαντήλι είναι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ψυχές μικρών κοριτσιών. Και αν κάποιος θέλει να δέσει την ψυχή&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κάποιου άλλου με μάγια, δεν είναι πιο μεγάλος, πιο ισχυρός τρόπος&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να το κάνει, παρά με τούτα τα μαντήλια τ’ άσπρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Βρήκε το λοιπόν η μάνα τους τον αδερφό της και χάρηκε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πολύ. Μα όταν έκλεψε το πρώτο το μαντήλι και κατάλαβε τι της ζή-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τησε ο γεροπαράξενος να κάνει, δεν άντεξε, ακόμα κι αν δεν ξα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νάβλεπε τον μονάκριβο αδερφό της, να δευτερώσει την πράξη της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γύρισε το λοιπόν πικραμένη στον κόσμο της και την έπιασε μαύρη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;απελπισία. Πήγε όμως ξανά στον γεροπαράξενο και τού ’φερε το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μαντήλι μόνο. Πρόσπεσε στα πόδια του τότε με παρακαλετά. Τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δάκρυά της τρέξαν σα νερό και τού ’πλυναν τα πόδια και τα όμορφα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μαλλιά της σφουγγάρι και τα σβουγγίσαν. Της είπε τότε ο γεροπα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ράξενος πως συγκινήθηκε «καρδούλα μου» και θα τη βοηθούσε. Μα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κι αυτή, για την τόσο μεγάλη χάρη του μια άλλη μεγάλη χάρη θα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τού ’καμε. Θα τού ’δινε τα πρώτα της δυο παιδιά σαν κλείνανε τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πέντε τους χρόνια, και κουβέντα δε θά ’λεγε ποτέ σε κανέναν για&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όλα τούτα. Όρκο για ετούτο θά ’παιρνε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μες την απόγνωσή της, με την καρδιά σακατεμένη και μέσα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στα ερείπια της να αχνοφέγγει μια ελπίδα, δέχτηκε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Στην άλλη νέα σελήνη πήρε κατά πως την ορμήνεψε ο γερο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;παράξενος ξανά τους δρόμους τ’ ουρανού και δασκάλεψε τον αδερ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φό της πού να γυρίσει ξανά στον κόσμο και πώς να ξυπνήσει το κορ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μί του που κοιμόταν. Φιληθήκανε με χαμόγελο στα χείλη και είπαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;το «καλή αντάμωση».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μα η μοίρα τους ήρθε ξανά να υφάνει την ιστορία τους, όχι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όπως τη φανταζόντουσαν τα δυο αδέρφια, μα με τον δικό της τρόπο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ο άντρας της την έπιασε στο γυρισμό και μάνιασε σαν ταύρος. Μα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τι να του πει, που ορκισμένη στη ζωή του αδερφού της ήτανε το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κάθε τι να κρατήσει κρυφό; Έσκυψε το κεφάλι και δίχως κουβέντα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δίχως γογγυσμό δέχτηκε για καιρό πολύν τις φωνές, τις τιμωρίες και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τις ταπεινώσεις. Κι όταν φάνηκε μάλιστα πως θα γεννούσε, αργότε-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ρα, όταν γεννήθηκαν τα δυο αδέρφια, το κακό θέριευε. Κι ούτε νέο,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ούτε τίποτα απ’ τον αδερφό, μηδέ απ’ τον γεροπαράξενο. Όσο τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μωρά μεγάλωναν, η αγωνία της υπόσχεσης ανέβαινε πιθαμή με πι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θαμή να την πνίξει. Λιγόστευε η ανάσα, η ζωή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μια νύχτα, μπήκε το φως του φεγγαριού από την πόρτα πού&lt;/div&gt;&lt;div&gt;’χε ξεχάσει ο πατέρας τους ανοιχτή και έδειξε στη μάνα το δρόμο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Βιάστηκε να φύγει μακριά, με τα δυο μικρά να κοιμούνται στην&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αγκαλιά της και πήγε ευθύς εκεί που είχε ορμηνέψει τον αδερφό της&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πως θά ’βρει το κορμί του το κοιμισμένο. Ήταν μια σπηλιά κρυμ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μένη μέσ’ στο δάσος, απ’ της οποίας τον βράχο κελάρυζε μια μικρή&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πηγή που χανόταν παρακάτω και ξεπηδούσε πάλι ακόμα παραπέρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αγκάλιασε τον αδερφό της εκεί με γέλια και με δάκρυα, κι έμεινε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ύστερα μισό χρόνο. Μέχρι τη μέρα που τα παιδιά γίνανε πέντε χρο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νών. Κι όλον αυτό τον καιρό κρεμόταν η θηλιά της υπόσχεσης πάνω&lt;/div&gt;&lt;div&gt;απ’ το κεφάλι της και την έπνιγε πριν σφίξει, μόνο και μόνο απ’ τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θωριά της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τότες εμφανίστηκε ο γεροπαράξενος σαν από το πουθενά και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ζήτησε την πληρωμή του. Μα ποιά μάνα τέτοια πληρωμή πληρώνει;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όχι γέρους παράξενους, μα και θεούς και δαίμονες παλεύει για τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σπλάχνα της. Έτρεξε να φύγει μακριά, να ξεφύγει απ’ την καταδίκη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;της, μα δεν τα κατάφερε. Έβγαλε ο γεροπαράξενος το άσπρο μαντή-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λι που η ίδια του έδωσε και φωνάζοντας πράματα που δεν κατα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λάβαινε κανείς, και ούτε αν μπορούσα να τα ξεστομίσω μπροστά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σας θα τα καταλαβαίνατε κι εσείς, έδεσε έναν κόμπο. Σαν τον έσφι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ξε, έπεσε ο αδερφός της κοπέλας, μικρό παιδάκι τότε, καταγής και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δεν ξανασηκώθηκε. Έπεσε και η μάνα του στα γόνατα, και με κραυ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γές και με τρόμο στα χέρια, πήρε στον κόρφο της το κεφάλι του. Το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κοριτσάκι πρόφτασε και βγήκε από τη σπηλιά. Απ’ εκεί και πέρα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ούτε ο νέος, ούτε η κοπέλα θυμούνται τίποτα. Η ζωή για την κοπέλα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ήταν στους δρόμους και για τον νέο στους δρόμους τ’ ουρανού.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Μα, νά που βρήκες τον ξανά τον δρόμο να βρεθούμε, κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αντάμα νά ’μαστε, ξανά να μη ξεχωριστούμε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα ακούγοντας την ιστορία που της αφηγήθηκε ο αδερ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φός της, σκοτείνιασε. Ξεκαθάριζε λίγο – λίγο το γιατί ο γεροπαράξε-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νος της πρότεινε να τη βοηθήσει και ποιοι ήταν οι τρόποι και οι σκο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ποί του. Σαν ένας πέπλος να έπεφτε μπροστά απ’ την αλήθεια και να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μη μπορούσε να τη δει, και τα λόγια που βγαίναν από το στόμα του&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νέου να τον ξεσήκωσαν και ν’ αποκάλυψάν την. Σκληρή στη γύμνια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;της, άσπλαχνη στη συνοδεία της γνώσης.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Άχου αδερφέ μου, κακό μεγάλο έκαμα κι άκουσα τον γερο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;παράξενο. Γιατί τι θέλω εγώ απ’ τις ψυχές μικρών παιδιών; Και πώς&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θα αποκοτήσω ν’ απλώσω χέρι πάνω τους; Καλύτερα ποτέ μη συνα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ντιόμασταν, να μη γευόμουν τη στεναχώρια να έχω δει, να έχω αγγί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ξει, να έχω χαρεί, να ξέρω ό,τι αφήνω πίσω μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Τη θάλασσα, πριν να τη δεις άφησες να σε πνίξει, και της πι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κρίας βιάστηκες και δάγκασες καρπό. Μα το κεφάλι αδερφή&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μη ρίχνεις με καημό, και τ’ αύριο, σαν ο ήλιος βγει, η μέρα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θα το δείξει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σίμωσε τότε ένα ερπετόψυχο και με γελαστό πρόσωπο, γυναί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κιο, έπιασε τα χέρια της κοπέλας και της είπε:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Άσε στη γη να πέσει η σκιά και το κακό. Τ’ αστέρια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λάμπουν πάντα εδώ στον ουρανό. Εδώ λησμονημένους&lt;/div&gt;&lt;div&gt;έχουμε τους καημούς. Χωρίς σκιές στα μάτια, γυρτούς τους&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ώμους, ανάλαφρα πετάμε μες στους ουράνιους δρόμους, χι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λιοτραγουδησμένους, απέραντα γλυκούς. Μπρος, μπες&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στον κύκλο. Μη χάνεις ώρα. Καλώς μας ήρθες, δικιά μας&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τώρα. Σού ’χουμε χάρισμα ένα υφαντό, στα χείλη μέλισμα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κι έναν χορό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και λέγοντας τα λόγια τούτα, άπλωσε τα χέρια του να φορέσει&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στο λαιμό της κοπέλας ένα λευκό μαντήλι. Μα έκανε πέρα η κοπέλα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και τ’ αρνήθηκε:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Σ’ ευχαριστώ, εσένα κι όλους, για την καλοσύνη που μου&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δείχνετε, μα αυτός ο τόπος δεν είναι ο τόπος μου. Τους&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δρόμους τ’ ουρανού δεν ήρθε ακόμα ώρα να τους περπατή-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σω. Γιατί είναι στράτες που έχω να πάρω στη γη. Μ’ αν εί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ναι το μαντήλι αυτό για εμένα υφασμένο, με χαρά θα το δε-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χτώ και θα το κρατώ κοντά μου να λογιάζω την ύπαρξή σας&lt;/div&gt;&lt;div&gt;με αγάπη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήρε στα χέρια της το μαντήλι το λευκό και τό ’δεσε στον&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αριστερό καρπό της. Απόμεινε το ερπετόψυχο με ανασηκωμένο το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χέρι του προς το μαντήλι. Κι ένα βογκητό ήρθε από παντού τριγύρω&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να συντροφεύσει το γύρισμα των κεφαλιών των ερπετόψυχων χαμαί,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όπως τα λούλουδα τα μαραμένα γέρνουν προς τη γη, με τα κοτσάνια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αδύναμα πια να κρατήσουν το βάρος ανεπιθύμητων ανθών.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γύρισε η κοπέλα προς τον αδερφό της και του είπε πως θα τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βρει στη γη και θα τον καλέσει κοντά της. Και του ζήτησε να περι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μένει τη φωνή της από στιγμή σε στιγμή, γιατί πιότερο δεν ημπορεί&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να είναι χώρια απ’ την οικογένειά της. Έπιασε ο ένας τα χέρια του&lt;/div&gt;&lt;div&gt;άλλου και φιληθήκανε σταυρωτά στο «καλή αντάμωση».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Καλή αντάμωση,...» λέγαν και τα ερπετόψυχα. Που ήταν μα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θές σα να τους ξύπνησε η καμπάνα ξαφνικά και να τρέχανε να προ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λάβουν κάτι, «...να μας ξανάρθεις οπωσδήποτε», πεταγόντουσαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φωνές από ’δω κι από ’κεί.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Άρχισαν τότε οι αχτιδοκλωστές, λίγες – λίγες, να κόβονται και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να εξαφανίζονται. Καθώς το φως που σκορπούσαν λιγόστευε, όλο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και πιο αχνά φαινόντουσαν τα ερπετόψυχα. Μέχρι που στις τελευ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ταίες, έμοιαζαν μ’ αυτές τις εικόνες που φευγαλέα εμφανίζονται στα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μάτια μας σαν χάσουμε απότομα το φως, πριν χαθούν ολωσδιόλου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ξαναπήρε το δρόμο η κοπέλα, μ’ αυτή τη φορά ήταν ο δρόμος&lt;/div&gt;&lt;div&gt;της επιστροφής. Γύριζε πίσω στο δάσος όπου συνάντησε τον δύστυ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χο γέροντα. Και τώρα δε στάθηκε, δε χαζολόγησε στιγμή στην&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ομορφιά της φύσης τριγύρω της, παρά κοίταζε συνέχεια εμπρός. Σα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να μπορούσε να δει ίσα μπροστά, πέρα από λόφους, δέντρα, ποτάμια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και βράχους τον πατέρα, τον αδερφό, τη μάνα που δεν αντίκρισε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ακόμη. Το τραγούδι της, κράταγε το βήμα σταθερό, σα να καρφω-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νόταν μεσ’ στη γη, να μη μπορέσει να γυρίσει πίσω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήγε... και πήγε... πέρασε στράτες πολλές. Σ’ ένα ξέφωτο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ενός δάσου, απόγευμα ήταν, συναπαντήθηκε με τον γεροπαράξενο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είχε φωτιά ανάψει και καθόταν δίπλα της και κάπνιζε το τσιγάρο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;του. Σ’ ένα δέντρο απάνω ήταν κρεμασμένο ένα ελάφι, γδαρμένο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και στη φωτιά ψηνόταν ένα του κομμάτι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Καλώστηνε, καλώστηνε και σε περίμενα. Κόπιασε, μην το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;συλλογάσαι. Δε θα σου κάνω δα κακό. Είδες τον αδερφό&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σου; Μού ’φερες τ’ άσπρα μαντήλια;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Ναι, τον είδα τον αδερφό μου και μού ’πε την πάσα αλή-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θεια για το τι έκαμες σ’ αυτόν και στη μητέρα μας. Όχι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ψυχή ανθρώπινη δε χαράμισα για να κάμεις εσύ τα κρίματά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σου. Και τίποτα δεν έχω για τα ’σένα. Αν θέλεις όμως, δεν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;είναι αργά ούτε και τώρα. Βοήθα με να σμίξω με τους δι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κούς μου και βρες συγχώρεση για το κακό που έπραξες...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Φτάνει! Ως εδώ, και άλλη κουβέντα μη ξεστομίσεις.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Βρυχήθηκε, και όλο το ξέφωτο σείστηκε στα λόγια του. Το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χέρι της κοπέλας πήγε στο φυλαχτό, στον κόρφο της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Στό ’πα και στο ξανάπα πως αν μιλήσεις με τα ερπετόψυχα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θα σε ξεγελάσουν, κι αντίο θα πεις στον αδερφό σου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αντίο, κι αντίο στον κόσμο όλο. Μη νόμισες πως τα λόγια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μου ήταν λόγια του αέρα;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ξεφύσηξε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Δεν ήξερες με τι είχες να κάνεις. Πες το αντίο που απομένει&lt;/div&gt;&lt;div&gt;το λοιπόν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είπε και κυλίστηκε στο χώμα. Έφερε δυο τούμπες σα βαρέλι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και εκεί που μέχρι πριν έβλεπες τον γεροπαράξενο, τώρα βρισκόταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μια λεοπάρδαλη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήρε η κοπέλα ένα πούπουλο απ’ αυτά που της έδωσε το χρυ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σοπούλι και το έριξε στη φωτιά. Μέχρι να καεί το πούπουλο, απ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όλα του δάσους τα δέντρα ξεπετάχτηκε σμάρι από πουλιά που σκο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τείνιασε τον ουρανό, σα να τινάξανε όλα τα δέντρα με μιας τα κλα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ριά τους. Ίσαμε να σταθεί στα τέσσερα πόδια της η λεοπάρδαλη, άρ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χισαν να ορμάνε και να την τσαγκουρνάνε με νύχια και με ράμφη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Του κάκου το άμοιρο ζώο σηκωνόταν στα πίσω του πόδια και στρι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φογύριζε, κατεβάζοντας τα νύχια του να γδάρει και να σχίσει, να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σταματήσει αυτή την επίθεση σαν άγρια βροχή από παντού. Σε δυο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στιγμές είχε ξαπλωθεί στο χώμα και σπάραζε πληγωμένο, γδαρμένο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σ’ όλο του το σώμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έμεινε να κοιτάζει με τα μάτια βουρκωμένα η κοπέλα και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ξαφνιάστηκε όταν άκουσε το χρυσοπούλι πλάι της να της λέει:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Δώσ’ μου το μαχαίρι με τις δυο αιχμές.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Χρυσοπούλι, βοήθα με να σώσουμε το ζωντανό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Αυτό θα κάνω. Μα θα χρειαστώ το μαχαίρι που σού ’δωσε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τού ’δωσε το μαχαίρι και αφού το πήρε το χρυσοπούλι, πλησί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ασε τη λεοπάρδαλη που κείτονταν χαμέ και της είπε:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Το μαχαίρι σου γεροπαράξενε έχει δυο αιχμές, μία μπροστά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και μία πίσω να κοιτάζουν. Κανείς δεν κερδίζει, κι όλοι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χάνουν όταν η ώρα έρχεται να βγει απ’ το θηκάρι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και δίνοντας μια, κατάφερε μαχαιριά στο λαιμό του ζώου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έτρεξε φωνάζοντας «μη»! η κοπέλα κι αγκάλιασε το ζώο, που&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μεσ’ στην αγκάλη της ξανάγινε ο γεροπαράξενος και ξεψυχούσε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήρε το άσπρο μαντήλι πού ’χε στο αριστερό χέρι της και τού ’δεσε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την πληγή στο λαιμό. Πήρε το φυλαχτό που βάσταγε στον κόρφο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;της και το φίλησε, κι ύστερα το κρέμασε στο λαιμό του γεροπαράξε-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τότε συνέβη άλλο ένα θαυμαστό: το πρόσωπο του γεροπα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ράξενου άρχισε να αλλάζει πάλι και μορφή αλλιώτικη να παίρνει. Κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όσο σχηματιζόταν η μορφή η καινούργια, ρίγος διαπέρναγε τη ραχο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κοκαλιά της κοπέλας, κι αυτό το πρόσωπο το ήξερε. Τόσες φορές&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στον ύπνο της είχε έρθει με το χαμόγελο και της είχε τραγουδήσει,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την είχε νανουρίσει άλλοτε. Τόσες φορές της είχε δώσει χαρά,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ακόμα κι από μακριά ο προπάππους της ο τραγουδιστής.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η μορφή του άλλαξε εντελώς και χάθηκε ολωσδιόλου ο γερο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;παράξενος, μαζί και οι πληγές του. Ένα δάκρυ απ’ τα μάτια της κο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πέλας έπεσε στο μάγουλό του προπάππου της του τραγουδιστή μέσ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στην αγκαλιά της κι άνοιξε τα μάτια του.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είπε τότε το χρυσοπούλι: «εγώ έπραξα ό,τι ήταν να πράξω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μη με λησμονήσεις. Κι αν με θελήσεις, ξέρεις πως να μέ ’βρεις.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και πέταξε πάνω από τα δέντρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Παππού μου, αγαπημένε μου προπάππου. Ποτέ δε φύλαγα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ελπίδα να σε δω. Και –κοίτα– τώρα σ’ ανταμώνω αληθινά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μα τι παράξενα είναι τούτα, και πού είναι ο γεροπαράξε-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νος, εσύ ήσουν γή άλλος; Θα με βοηθήσεις τώρα να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σώσουμε τον αδερφό μου; Και τι δουλειά έχεις εδώ, ζωντα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νός...;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Σώπαινε, σώπαινε κόρη μου, και τι να προλάβω να σου πω&lt;/div&gt;&lt;div&gt;που δε σταματάς να ρωτάς; Όλα θα σου τα ειπώ, κι όλα θα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γένουν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είπε, με μια φωνή σαγηνευτική και στάθηκε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Μα, ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Σού ’πε κανείς&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ποτέ ότι πέθανα;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Όχι, αυτή την κουβέντα δε μου την είπε ποτέ η γιαγιά, αλλά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πως δεν ξαναγύρισες από το τελευταίο ταξίδι σου το μακρι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νό. Μα αν της γιαγιάς της ο παππούς είσαι στ’ αλήθεια, θά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;’πρεπε τώρα νά ’σαι πολύ – πολύ γέροντας για να βα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στάζεις στη ζωή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Ναι, καλά τό ’πες. Τα χρόνια που περάσαν από τη γέννησή&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μου είναι πολλά, πάρα πολλά μάλιστα. Αλλά συνεχίζω να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;είμαι. Κι αυτό γιατί, αν θες, για πολλά – πολλά χρόνια απ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αυτά που πέρασαν δεν έζησα καν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πριν να γυρίσω την τελευταία φορά στο σπίτι μου στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δάσος, στην οικογένειά μου τότε, ήμουν σ’ ένα ταξίδι εδώ&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στα βόρεια. Καθώς γυρνούσα με πλούτη κερδισμένα απ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τον τότε βασιλιά, γιατί πολύ με αγαπούσε να του τραγου-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δώ, στάθηκα να ξαποστάσω κάτω από ’ναν πλάτανο. Την&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ώρα που καθόμουνα, άκουσα τραγούδια και σουραύλια να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;παίζουν από τριγύρω. Σηκώθηκα να δω τι ’ν’ όλα τούτα και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ακολούθησα τα τραγούδια ως μια πηγή. Τριγύρω απ’ την&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πηγή στεκόντουσαν ξώθια και τραγουδούσαν κι έπαιζαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και λαλούσαν τα σουραύλια τους. Ανάμεσά τους ένα ξώθι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;που η ομορφιά της δεν είχε όμοιο ούτε σ’ ανθρώπους, ούτε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ξωτικά. Την ερωτεύτηκα με μιας. Κι όπως η πυξίδα, όπου&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κι αν πέσει, όπως κι αν βαστηχτεί, θα γυρίσει αμέσως να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δείξει τον βορρά, έτσι κι η καρδιά μου, έτσι και τα μάτια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μου, μόνο εκείνηνε κοιτούσανε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μόνο για δυο στιγμές έριξε το βλέμμα της πάνω μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μα ήταν αρκετές, πιο πάνω από αρκετές για να αφήσουν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στάχτες εκεί που μια φορά η καρδιά μου φώλιαζε. Σηκώθη-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κε, γύρισε την πλάτη της κι έφυγε. Κι εγώ στο κατόπι της,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μέχρι που μπήκε σε μια σπηλιά. Όταν θέλησα κι εγώ να πε-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ράσω, άγρια σκυλιά μου ρίχτηκαν και με απόδιωξαν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήρθε τότε ένα παιδί μικρό και μού ’πε:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Όσοι στις φλέβες έχουν αίμα των ξωτικών, μπορούνε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και να μπούνε στο σπήλαιο των νυμφών».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Αν είναι έτσι, ας είναι. Πώς μπορώ να το κάνω κι εγώ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Απ’ τη στιγμή που είδα αυτή τη νύμφη δικιά μου τη θέλη-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σα. Ό,τι και νά ’ναι θα το κάνω για να την κερδίσω».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Αυτό που ζητάς,» μου αποκρίθηκε το παιδί, που σαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μεγάλος μίλαγε, «θέλει θυσία πολύ μεγάλη. Κι από τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κόσμο τούτο δεν έχει γυρισμό».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Το κάθε τι θα έκανα, ό,τι κι αν κοστίσει. Πες, πες μου&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τι θα κάνω, τη ζωή και τη χαρά μου στα χέρια σου βαστάς».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Πολύ καλά, θα σου το πω, τι πρέπει για να κάνεις, αν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θες να ζεις στον κόσμο μας. Θα δώσεις την ψυχή σου, τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κόσμο θ’ αρνηθείς».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Και τι ’ναι η ψυχή μου για να τη δώσω; Μήπως&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μοιάζει με φρούτο που φυτρώνει πάνω σε κλαριά δέντρων&lt;/div&gt;&lt;div&gt;για να το κόψω και να το προσφέρω σ’ όποιον το λιμπίστη-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κε; Ή μήπως είναι κανένα φλουρί στο πουγκί μου να βγάλω&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να το δώσω ρεγάλο;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δεν είναι. Δεν είναι ούτε τό ’να ούτε τ’ άλλο. Αν και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θα μπορούσες και έτσι να τη δεις. Σα χρυσάφι, ή σαν καρ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πό. Μα αν το θες, θα τον βρούμε τον τρόπο να μου τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δώσεις. Αυτή, καθώς και την αγάπη, την έγνοια πού ’χεις&lt;/div&gt;&lt;div&gt;για τους δικούς σου.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήρε τότε το παιδί ένα μαντήλι άσπρο και τό ’δεσε στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λαιμό μου. Πήρε ένα κομματάκι ύφασμα κεντημένο, έριξε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μέσα μια πρέζα σκόνη θαλασσιά και ράβοντάς τη να την&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κλείσει, φώναζε πράγματα που δεν καταλάβαινε κανείς, και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ούτε αν μπορούσα να τα ξεστομίσω μπροστά σου θα τα κα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ταλάβαινες κι εσύ. Η φωνή του, έμοιαζε να ξεκινάει από το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;παιδί και να σβήνει σε κάποια δέντρα πίσω του. Ή πίσω&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μου. Δεν είμαι ακόμα σίγουρος και για το αν φώναζε αυτός&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ή αν ήταν φωνές που ακουγόντουσαν από τα δέντρα με&lt;/div&gt;&lt;div&gt;έναν παράξενο πράγματι τρόπο. Στην τελευταία βελονιά,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στην τελευταία λέξη, γονάτισα ζαλισμένος. Δε με βαστού-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σαν τα πόδια μου. Κι έτσι όπως ήμουν ζαλισμένος, έσκυψε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και μού ’πε:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Πήγαινε στο σπίτι σου τώρα. Χαιρέτα τους δικούς σου&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γιατί δε θα τους ξαναδείς και φεύγοντας, σχίσε, πέτα τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σκόνη και μη κοιτάξεις πίσω. Έλα τότε πάλι και φέρε μου&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την ψυχή σου –τούτο το μαντήλι– κι αυτό που θες να γίνει&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θα έχει πια τελέψει».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και στο «τελέψει», τέλεψε κι εμένα ο θυμός μου και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σωριάστηκα καταγής. Μες στη λιγοθυμιά μου, με ξύπνησε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;η μυρουδιά από ’να γιασεμί κι ήτανε κιόλας απόγευμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κοίταξα γύρω μου, κανείς. Ούτε παιδί, ούτε ξώθια, ούτε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τραγούδι, ούτε σουραύλια, ούτε παιχνίδια. Την πηγή τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βρήκα. Βρήκα και τη σπηλιά, μα πάλι τ’ αγριόσκυλα μ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αποδιώξανε. Έκαμα κι έπιασα το μαντήλι στο λαιμό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όμορφη... Όμορφη πού ’ταν η νύμφη αυτή!&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήγα πάλι στους δικούς, για στερνή φορά, και τους&lt;/div&gt;&lt;div&gt;είπα πως ταξίδι πολλά μακρινό θα πήγαινα, πολλά επικίν-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δυνο. Έτσι τους αποχαιρέτησα, στενάχωρα για το ψέμα, μ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;έγνοια στο νου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Στερνά χαιρέτησα τη ’γγόνα μου, τη χαϊδεμένη μου. Σα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την σήκωσα στην αγκάλη μου, σήκωσε το χεράκι της και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μου χάιδεψε το μάγουλο. Ύστερα χάιδεψε τρυφερά το μα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ντήλι στο λαιμό μου, πού ’χε γίνει από άσπρο – γκριζο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πράσινο και με φίλησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την άφησα και γύρισα βιαστικά να φύγω. Έσχισα το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ύφασμα και το πέταξα στο χώμα. Άκουσα τη ’γγόνα μου να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μου φωνάζει, πως «παππού κάτι σού ’πεσε», μα ήταν σαν η&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φωνή να ερχόταν από αλλού. Σα να τα ονειρευόμουν όλα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αυτά και μέσα στον ύπνο να μου μιλούσε κάποιος για να με&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ξυπνήσει. Δεν ξύπνησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η καρδιά μου ήταν πια ήσυχη. Δε στεναχωριόμουν που&lt;/div&gt;&lt;div&gt;έφευγα. Επιτέλους, ελεύθερος τραβούσα για τη σπηλιά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Βρήκα το παιδί να με περιμένει στην πηγή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Καλώς τον, καλώς τον και σε περίμενα. Είδες την οι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κογένειά σου; Τους χαιρέτισες; Μού ’φερες την ψυχή&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σου;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Όλα όπως τά ’παμε.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κι έβγαλα το μαντήλι και του τό ’δωσα, που ήταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πράσινο σκούρο σαν τ’ άγουρα νεράντζια, και ένιωσα ευ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θύς ανάλαφρος σαν πούπουλο. Μπορούσα να πετάξω θαρ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ρούσα. Έτρεξα σαν τον άνεμο και χώθηκα στη σπηλιά –&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ούτε σκυλιά, ούτε εμπόδια– και βρήκα την δίπλα σε μια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πηγή που κελάρυζε μέσα απ’ το βράχο και χανόταν λίγο πιο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;’κεί. Σήκωσε το βλέμμα της για δυο στιγμές και με κοίταξε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κι ύστερα το απόστρεψε χωρίς λόγο κανένα. Του κάκου με&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τόσα λόγια, καλοπιάσματα και παρακλήσεις προσπάθησα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να την κάνω να μου δώσει σημασία. Μ’ έπιασε η μαύρη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;απελπισία. Έτρεξα έξω και ξαναβρήκα το παιδί.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Κάμε κάτι να μου δώσει σημασία», τού ’πα «να μ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αγαπήσει».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Θα κάμω», μού ’πε «μα για να κάμω, αντάλλαγμα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θέλω αυτής της αγάπης τους δυο μικρούς καρπούς».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ό,τι ποθείς στα πόδια σου, μ’ αν είν’ να κάμεις, κάμε,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κι άλλο μη με τυρρανείς».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ξανάρχισε τότε να φωνάζει λόγια ακαταλαβίστικα κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;άναψε με τα δάχτυλά του μια φλόγα που απίθωσε στης πη-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γής πάνω τη βρύση. Της πέταξε ύστερα μια σκόνη πού&lt;/div&gt;&lt;div&gt;’καμε θόρυβο κι έσβησε τη φλόγα και μού ’πε:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Πήγαινε τώρα κι αγάπησε. Κι όταν το δέντρο της&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αγάπης σας βγάλει δυο καρπούς, θά ’ρθω για να τους&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δρέψω».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και πήγα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κι αγάπησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κι ήρθαν δυο παιδιά να γεννηθούν αντάμα. Έν’ αγόρι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και κορίτσι τ’ άλλο. Κι ήρθε το παιδί μια μέρα να τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δρέψει. Μα την έγνοια, την αγάπη για δικούς την είχ’ αρνη-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θεί, την ψυχή την είχα δώσει, και δίχως πόνο έδωσα τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σπλάχνα μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δίχως πόνο, μα με κόστος μεγάλο. Γιατί, αν πάρεις από&lt;/div&gt;&lt;div&gt;έναν άνθρωπο την ψυχή, την αγάπη και τα σπλάχνα, πες&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μου, τι απομένει από τον άνθρωπο;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τίποτα δεν απόμεινε, κι από τότε έπαψα να ζω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έπαψα ίσαμε τώρα, που ξανά ήρθαν κοντά μου και τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τρία με μιας. Που τά ’φερες μαζί σου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Άχου προπάππου κι η καρδιά μου θαρρώ δε θα τ’ αντέξει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γιατί είναι σα νά ’δωσε κάποιος μια και σε λίγο μόνο καιρό&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νά ’καμε σαρανταδυό κομμάτια στον κόσμο ό,τι γνώση κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αν κατείχα. Κι όταν επιτέλους συμμάζεψα στο νου μου κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;έβαλα πάλι στη σειρά συνταιριασμένα τη μέρα με τη νύχτα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;το χτες με το σήμερα, τ’ αληθινό με το ψέμα, ξανάρχεται το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ίδιο χέρι της μοίρας και σκορπάει ξανά τα κομμάτια στους&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πέντε ανέμους.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μα ας μη χαραμίζουμε την ώρα μας προπάππου μου,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γιατί πιο σημαντικά απ’ τα λόγια είν’ αυτά πού ’χουμε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μπρος μας να κάμουμε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ξεκίνα πρώτος το λοιπόν και δείξε μου ποια είναι η σπη-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λιά π’ αγάπησες τη νύμφη, γιατί ξανά και ξανά έχω ακούσει&lt;/div&gt;&lt;div&gt;για τη σπηλιά ετούτη να μιλάνε. Τόσες φορές που σίγουρη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;είμαι, μ’ όση σιγουριά μπορεί να μ’ απομένει, πως δε μπορεί&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αλλού να βρίσκονται αυτοί που καιρό τώρα ψάχνω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και χαμογέλασε ο γέροντας χωρίς κουβέντα, κι έπιασε απ’ το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χέρι την κοπέλα, όπως δεν την είχε πιάσει όταν ήταν μικρό κορι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τσάκι. Αυτός μπροστά, πίσω εκείνη τώρα. Και πήγαν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν ήταν πολύ μακριά που φτάσανε σε μια βρύση κι ανα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γνώρισε ο προπάππους ο τραγουδιστής τον τόπο που ζητούσαν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Λίγο πιο ψηλά, μια σπηλιά είχε το στόμα της. Σκοτεινό και κακο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τράχαλο. Σαν πλησίασε ο προπάππους ο τραγουδιστής, βγήκαν σκυ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λιά και τον γαβγίσανε. Μα στην κοπέλα, παράξενο, δε δίναν σημα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σία. Στάθηκε ο προπάππους ο τραγουδιστής παραπέρα στη βρύση&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και πήρε το θάρρος η κοπέλα να διαβεί το έμπα της σπηλιάς.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήταν σκοτάδι και προχώραγε η κοπέλα με τα χέρια απλωμένα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;εμπρός, ψαχουλευτά και βήμα – βήμα, ως που πιο ψηλά στο βάθος&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αχνοφάνηκε ένα φως. Προτού ν’ ανέβει, βράχηκαν τα πόδια της από&lt;/div&gt;&lt;div&gt;’να ρυάκι που ο κελαρυσμός του αντηχούσε ανάμεσα στον βράχο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κι ήτανε αυτός ο ήχος σα να μην ήταν το νερό απ’ το ρυάκι που τα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ξίδευε, αλλά θαρρείς όλο το σπήλαιο. Πλησίασε, και πλησίασε κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;άλλο αυτό το φως ως που αντίκρισε το από πού έφεγγε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήταν μια αίθουσα πλατειά. Από τη μέση της πήγαζε το νερό&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και δίπλα στην πηγή, εκεί ακριβώς στη μέση, μια εστία που η φλόγα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;της φώτιζε όλον τον τόπο. Και νόμιζες πως δεν ήταν άλλο από μέρα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;εκεί μέσα κι ότι ο ήλιος που φώτιζε τα δέντρα, τους ποταμούς, τους&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δρόμους και τις θάλασσες, ο ίδιος κι όχι άλλος ήταν, που έδινε το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φως, τα χρώματα και τις σκιές στην αίθουσα τούτη. Μα ένα φως ψυ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χρό ήταν, που τη θέρμη που τού ’πρεπε δεν ακτινοβολούσε. Κι αν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ήταν η αίθουσα αυτή κτίσμα ανθρώπινο, αλλού δε θα μπορούσε να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ανήκει παρά σε παλάτι βασιλικό, βασιλιά σπουδαίου και αρχαίου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Από τα χρόνια αυτά τα αρχαία που οι βασιλιάδες κι οι θεοί μεγάλοι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φίλοι ή μεγάλοι οχτροί γινόντουσαν. Μα είτε φίλοι είτε οχτροί με&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τους θεούς, των ανθρώπων ήταν μπροστάρηδες. Και στις χαρές και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στις λύπες. Και στο μόχθο και στο γλέντι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Στο βράχο τριγύρω της σπηλιάς ήταν ζωοφόροι λαξευμένες&lt;/div&gt;&lt;div&gt;που δείχναν χαρές, χορούς και τραγούδια στην ύπαιθρο. Νιους και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νιες χέρι με χέρι να σέρνουν το χορό, νύμφες πάνω στα νερά να χο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ρεύουν τους χορούς τους, στριφογυρίζοντας τις φούστες τους.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Στην πηγή κοντά, κάτω από την εστία, πάνω σ’ ένα στρωσίδι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κείτονταν ο αδερφός της κοπέλας και δίπλα του μια γυναίκα, όμορ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φη πολύ, που έμοιαζε στην κοπέλα πολύ, για να είναι τίποτα άλλο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;από μητέρα της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πλησίασε στο μέρος του λοιπόν η κοπέλα με τό ’να χέρι ση-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κωμένο, όπως πριν που μέριαζε το σκοτίδι. Σα νά ’θελε να δει πιο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;καλά αυτό που τώρα κοίταζε. Και γύρισε και είπε στον ξαπλωμένο:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Αδερφέ μου, δεν πάει καιρός που σού ’πα να περιμένεις τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φωνή μου για θα σε βρω και θα σε καλέσω κοντά μου και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μου απάντησες «καλή αντάμωση». Νά ’μαι λοιπόν στο πλάι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σου που ήρθα, και να που σε καλώ κι εσύ τώρα να κάμεις&lt;/div&gt;&lt;div&gt;το δρόμο που έχεις μπρος σου για την αντάμωση που ευχη-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θήκαμε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Κόρη μου, αγάπη μου, φυλλοκάρδι μου χαμένο! Εσύ είσαι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και γύρισες;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γύρισε και φώναξε η μάνα, και ορθάνοιξε τα μάτια και τα χεί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λη της σ’ ένα γέλιο που ξεκίναγε, σταμάταγε για μια στιγμή, σα να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αναρωτιόταν αν ήταν αλήθεια ή όνειρο και ξαναχυνόταν δυνατό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ενώ με το δεξί το χέρι αγκάλιαζε τον κορμό της κόρης της, με τ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αριστερό κράταγε το σβέρκο της και την κούναγε δεξιά κι αριστερά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σα νά ’τανε ακόμη βρέφος.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πολλά στ’ ανθρώπου τη ζωή είναι χαρούμενα κι όμορφα. Μα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δεν είναι χαρά, δεν είναι ομορφιά κι ευτυχία σαν αυτή του σμιξίμα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τος των αγαπημένων. Και αν πιο αβάσταχτος καημός δεν είναι απ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;της μάνας που από την αγκαλιά της ξεριζώνουν με βία το παιδί κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αφήνουν πίσω γη κενή, γόνιμη, μ’ άκαρπη, ζωντανή, μα δίχως χαρά,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τότε ευτυχία μεγαλύτερη και χαρά πιο σπουδαία δεν λογίζεται απ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αυτή του ξανασμιξίματος της μάνας με το παιδί της. Ετούτη η μάνα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;που σε μια μέρα έχασε και τα δυο παιδιά της, ξάφνου αντικρίζει το&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ένα και μαζί τη χαρά, την ελπίδα, το φως στη ζωή της. Κι αν ήταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;άλλη συγκυρία θα σας διηγούμουν πως φωλιάσανε η μια στην αγκα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λιά της άλλης κι αφηγήθηκαν τα πάθια τους κλαίγοντας και γε-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λώντας και ακούγοντας με μάτια ορθάνοιχτα, μα δεν έγινε έτσι, γιατί&lt;/div&gt;&lt;div&gt;εκείνο το κορμί του γιου, του αδερφού που κείτονταν στο στρωσίδι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πλάι τους ασάλευτο, δεν τις άφηνε. Κι αν ξανά και ξανά η κοπέλα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τον κάλεσε πίσω στον κόσμο των ζωντανών, ζωντάνια δεν ευρήκε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Βγήκαν, μάνα και κόρη δυο, έξω απ’ τη σπηλιά και είχε ήδη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γενεί νύχτα. Γύρισε τότε η κοπέλα το πρόσωπο προς τον ουρανό κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;είδε τ’ άστρα και μια σχισμή λεπτή και φωτεινή στον ουρανό,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ανάμεσα στα δέντρα της δύσης να φέγγει το φεγγάρι. Πιο ’κεί, στην&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βρύση δίπλα είχε ανάψει ο προπάππους ο τραγουδιστής μια φωτιά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;για το βράδυ, μα δεν την είδε η κοπέλα. Δεν έβλεπε τίποτα άλλο απ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τ’ αστέρια όταν άρχισε να χορεύει με έντονες κινήσεις και να τρα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γουδάει φθόγγους αγριεμένα, σα να χρησιμοποιεί το ίδιο το τραγού-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δι για να πετσοκόψει με μεγάλες κινήσεις τη νύχτα, ν’ αναδιπλωθεί&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και πίσω της ν’ αστράψει η μέρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Άρχισαν οι αχτιδοκλωστές να πέφτουν απ’ τ’ αστέρια τ’ ουρα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νού. Μα σαν ακουμπούσαν στη γη δεν ακουγόντουσαν καμπανού-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λες, παρά κλαγγές σαν σπαθιά που συγκρούονταν. Γι αυτό το φταί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ξιμο τό ’χει το φεγγάρι που έδυε. Γιατί το φως του, που έλουζε τις&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αχτιδοκλωστές, τις ασήμιζε και τις σκλήραινε. Και πέφταν σαν λεπί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δες και χωνόντουσαν στο χώμα, και σπάζανε στα βράχια, και πε-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τσόκοβαν τα φύλλα και τα κλαριά των τριγύρω δέντρων. Το φως π’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;απαύγαζαν ήταν ψυχρό και σιγά – σιγά κάλυπτε τους βράχους, τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βρύση, τα δέντρα. Η φωτιά του προπάππου του τραγουδιστή ξεχώρι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ζε μονάχα απ’ τη θέρμη της και, εδώ κι εκεί, αποκόμματα από φύλ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λα και κλαριά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χρώματα άρχισαν τότε να ξεπροβαίνουν. Και τα χρώματα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;σχήματα να παίρνουν. Και τα σχήματα να γίνονται οι μορφές των&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ερπετόψυχων που έστεκαν σμάρι στην κοπέλα απέναντι. Ουδέ τρα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γούδι έβγαινε απ’ τα σφιγμένα χείλη τους, μηδέ χορός γινόταν από&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κινήσεις. Κι ο αδερφός της κοπέλας άφαντος. Σώπασε κι η κοπέλα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;το τραγούδια της κι η σιωπή ακινητοποίησε τα πάντα. Θαρρείς συ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γκλόνιζαν τον κόσμο τα τριξίματα απ’ τη φωτιά, ένα τώρα, δυο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μετά. Βγήκε τότε μπροστά η κοπέλα και θρυμμάτισε τη σιωπή ση-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κώνοντας το δεξί με την παλάμη προς τα ερπετόψυχα και λέγοντας:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Ήρθε η ώρα κι η στιγμή ο αδερφός μου να γυρίσει στον&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τόπο του, στην οικογένειά του, στο κορμί που παράτησε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;άψυχο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Ο αδερφός σου δεν έχει να πάει πουθενά...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ξεπετάχτηκε τότες ένα παιδί ανάμεσα απ’ τα ερπετόψυχα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αυτό το ίδιο πού ’χε πάρει την ψυχή του προπάππου του τραγουδι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στή. Με μια φωνή που ακουγόταν σα νά ’ρχεται από όλο τον τόπο κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;απ’ τις αχτιδοκλωστές ανάμεσα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- ...και δεν ήταν η δικιά του θέληση που τον έφερε σ’ αυτό&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τον τόπο. Ούτε η δικιά του η θέληση θα γίνει λόγος να γυ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ρίσει απ’ εκεί που ήρθε. Μάγια είναι αυτά που τον έφεραν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πάνω στην σκοτεινή τους άμαξα ως εδώ. Μάγια που&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φτιάχτηκαν χρόνους, και χρόνους. Και χρόνους τώρα ξε-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στομίστηκαν. Μάγια που ούτ’ ένα κάλεσμα θα τα λύσει,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ούτε το θάρρος μιας κοπέλας. Μια ψυχή είναι αυτό που&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χρειάζεται. Μια ψυχή χρειάστηκε για να δεθούν, μια ψυχή&lt;/div&gt;&lt;div&gt;για να λυθούν. Και βοήθεια μην ψάχνεις πουθενά αλλού.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και στη στιγμή, σα νά ’γινε στάχτες, εξαφανίστηκε από τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δάκτυλα ανάμεσα της κοπέλας το πούπουλο που το χρυσοπούλι της&lt;/div&gt;&lt;div&gt;είχε δώσει. Στάχτες έγινε, χωρίς στη φωτιά να πέσει, χωρίς βοήθεια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να φέρει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Όχι, δεν είναι σωστό στα μάγια που κλέψαν μια ψυχή, κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;άλλη μετά, κι άλλη να δώσει κανείς δώρο. Αυτό είναι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ασχήμια που στον ήλιο δεν πρέπει να φανεί και στη γη δεν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πρέπει ν’ ακουμπήσει. Στην πίκρα που γευτήκανε τούτοι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;εδώ οι άνθρωποι κανείς άλλος δεν κάνει ν’ αγγίξει τα χεί-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λια του. Και οι αμαρτίες που εδώ μας φέρανε, ξεπλύθηκαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;από τον ίδιο τον καημό που τόσον καιρό προκαλούσαν, απ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τις μύριες συγχωρεσές που ζήτησαν οι φταίχτες, απ’ την&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πονοψυχιά που γέννησε ο πόνος στους αθώους.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Κι όμως κόρη μου. Μπορεί σκληρά να μιλάει και τα λόγια&lt;/div&gt;&lt;div&gt;του να είναι πικρά σα δηλητήριο, μα αν θέλουμε αυτό τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt;καημό που πέφτει πάνω μας χρόνια και χρόνια και μαστίζει&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την κάθε μας γενιά να σβήσουμε, θα πρέπει να βάλουμε τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πράγματα στη θέση που τους αρμόζει. Ο αδερφός σου, δεν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;είναι καλό να διαβαίνει τα μονοπάτια του ουρανού, όταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αυτός δεν το ζήτησε, το κορμί του θέλει τη γιατρειά του να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;βρει και την ψυχή του. Μαζί γιατρειά της μάνας, και του&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πατέρα, και της αδερφής, και αυτού του προγόνου. Κι εγώ,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τη φλόγα που άναψα με τα μάγια και έκαψε τόσους μαζί μ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt;εμένα, ήρθε η ώρα να σβήσω. Κι η γιατρειά και η καλοσύ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νη θα βρεθεί, όταν κι εγώ με τη σειρά μου σαν το εγγόνι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μου πάρω το δρόμο που μου αρμόζει, τον πικρό και τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μαύρο για τους άλλους, και έτσι βρω ξανά ό,τι χαμένο έχω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έγειρε δίπλα απ’ το μάγουλο της κοπέλας τότε ο προπάππους&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ο τραγουδιστής και τη φίλησε. Φίλησε και τη μητέρα της. Γύρισε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την πλάτη του και ανάμεσα στις αχτιδοκλωστές (που τώρα φώτιζαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πιο ζεστά κι ήταν ανάλαφρες, γιατί το φεγγάρι είχε βασιλέψει)&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χώθηκε ανάμεσα στα ερπετόψυχα, πίσω απ’ το παιδί, και έσβησε η&lt;/div&gt;&lt;div&gt;εικόνα του από μπροστά απ’ την κοπέλα αθόρυβα, όπως αθόρυβα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;είχε σβήσει και η φωτιά που είχε ανάψει δίπλα στη βρύση.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κι άρχισαν πάλι οι αχτιδοκλωστές να κόβονται και να εξαφα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νίζονται. Το παιδί μέσα στο θάμπος άρχισε να γερνάει, και να γερ-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νάει, και γέρος πολύ να γίνεται. Και καθώς χανόταν το φως των&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αχτιδοκλωστών και η εικόνα των ερπετόψυχων απαλά, εμφανίστηκε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;από την μεριά της σπηλιάς ο αδερφός της κοπέλας πού ’χε αναστη-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θεί και με χαμόγελο στα χείλη, την αγκαλιά ανοιχτή ερχόταν. Σφι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;χταγκαλιάστηκαν κι οι τρεις τους –αλήθεια δεν είναι χαρά, δεν είναι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ομορφιά κι ευτυχία σαν αυτή του σμιξίματος των αγαπημένων– και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γελάγανε, και κλαίγαν, και φιλιόντουσαν, και λόγια δεν έχω να σας&lt;/div&gt;&lt;div&gt;περιγράψω μέσα σ’ αυτό το κουβάρι από κορμιά τι χαρά κι ευτυχία&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φώλιαζε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήγαν και βρήκαν τον δυστυχή γέροντα, γιατί κι ο δικός του ο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;καημός και το δάκρυ ξέπλυνε τόσον καιρό τις αμαρτίες του, και η&lt;/div&gt;&lt;div&gt;συμπόνια ξέθαψε την κατανόηση και την αγάπη της οικογένειας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και από τότε, ευτυχή γέροντα τον ονομάζουν και ζει με την οικο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γένειά του στις χαρές και τις αγάπες, στο σπιτικό που είχε άλλοτε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;αφήσει ερείπιο. Ήρθε μαζί τους κι η γιαγιά που μεγάλωσε την κο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πέλα. Άχου και να βλέπατε πώς άνοιξε το στόμα της σαν της διηγή-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θηκε η κοπέλα το τι συνάντησε και τι έμαθε στην περιπέτειά της!&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μα στο τέλος είπε: «Είδες μανούλα μου, δε μπορεί παρά γενιά να&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ήμασταν, αφού τόσο σ’ αγάπησα με την πρώτη ματιά». Το χρυσο-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πούλι συχνά – πυκνά τους επισκεπτότανε, το ξαναβρήκανε στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δάσος του τα δυο αδέρφια κάποτε, μα ετούτο είναι άλλο παραμύθι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ο προπάππους ο τραγουδιστής, από τα μονοπάτια του ουρα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νού, ποτέ δεν έπαψε να έρχεται στους ονειρότοπους που σεργιάνιζε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στον ύπνο της η κοπέλα και να της τραγουδάει σαν και πρώτα. Και η&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κοπέλα, ποτέ δεν έπαψε να φεγγοβολάει σαν τον ήλιο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κυριακή, κα ́ Μαΐου ,βστ ́&lt;/div&gt;&lt;div&gt;01:53 π.μ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ένα μήνα πριν,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;το φως, η ζέστη,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μέσα στην άνοιξη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;καλόκαιρο σημαίνουν.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-8143232812164754894?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/8143232812164754894/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=8143232812164754894' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/8143232812164754894'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/8143232812164754894'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2010/08/blog-post.html' title='Της γης και τ’ ουρανού η στρατοκόπος'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-8579485793184018367</id><published>2010-08-05T16:04:00.003+03:00</published><updated>2010-08-05T16:28:57.644+03:00</updated><title type='text'>Της γης και τ' ουρανού η στρατοκόπος portable document format (pdf)</title><content type='html'>&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ένα τεράστιο παραμύθι (για παραμύθι δηλαδή, μιας και είναι 33 σελίδες...) το οποίο παρουσιάσαμε με φίλους μια ολυμπιάδα πριν...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τα έντυπα που είχα ετοιμάσει για εκείνη την παρουσίαση δυστυχώς εξαντλήθηκαν, μα το κείμενο παραμένει σε ηλεκτρονική μορφή (και κάπου είναι θαμμένο και το κείμενο στην πορεία της δημιουργίας του) και είναι καιρός να πάρει το δρόμο του. Σε αυτή την ανάρτηση λοιπόν, μπορείτε να βρείτε το αρχείο, ενώ θα ακολουθήσει αμέσως άλλη μία, με το κείμενο, χωρίς περεταίρω επεξεργασία μορφοποίησης.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;a href="https://docs.google.com/uc?export=download&amp;amp;id=0B8XwE8elY-7PMTg1NWI0NDEtNTI1Yi00Mzk2LWJmYjktODliNTFmNDQ0YzRj&amp;amp;authkey=CLGyzMII"&gt;Ακολουθόντας αυτό τον σύνδεσμο, μπορείτε να κατεβάσετε το pdf αρχείο.&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;a rel="license" href="http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/"&gt;&lt;img alt="Creative Commons License" style="border-width:0" src="http://i.creativecommons.org/l/by-nc-nd/3.0/88x31.png" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/" href="http://purl.org/dc/dcmitype/Text" property="dc:title" rel="dc:type"&gt;Tis gis kai tou ouranou i stratokopos&lt;/span&gt; by &lt;a cc="http://creativecommons.org/ns#" href="http://exirio.blogspot.com/" property="cc:attributionName" rel="cc:attributionURL"&gt;Ioannis Syrogiannis&lt;/a&gt; is licensed under a &lt;a rel="license" href="http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/"&gt;Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;Permissions beyond the scope of this license may be available at &lt;a cc="http://creativecommons.org/ns#" href="http://exirio.blogspot.com/" rel="cc:morePermissions"&gt;http://exirio.blogspot.com/&lt;/a&gt;.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-8579485793184018367?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/8579485793184018367/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=8579485793184018367' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/8579485793184018367'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/8579485793184018367'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2010/08/portable-document-format-pdf.html' title='Της γης και τ&apos; ουρανού η στρατοκόπος portable document format (pdf)'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-3706711992285838376</id><published>2008-12-31T23:42:00.003+02:00</published><updated>2009-01-01T00:27:38.575+02:00</updated><title type='text'>Το παιδί και τα γράμματα</title><content type='html'>Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα παιδί που ζούσε με την γιαγιά του στον κάμπο. Κάποτε, όταν μεγάλωσε αρκετά, του είπε η γιαγιά του:&lt;br /&gt;-    Τώρα έγινες αρκετά μεγάλος για να μάθεις γράμματα. Σχολείο εδώ στον κάμπο δεν έχουμε για να τα μάθεις. Γι’ αυτό, θα σου μάθω τα γράμματα που ξέρω κι εγώ.&lt;br /&gt;Πήγε λοιπόν στην ντουλάπα και έβγαλε ένα κουτί ξύλινο, σαν αυτά που βάζουν οι μαστόροι τα εργαλεία τους, και το ακούμπησε μπροστά στο παιδί.&lt;br /&gt;-    Εδώ είναι όλα και όλα τα γράμματα που ξέρω. Πάρ’ τα, μάθε τα, και μετά επέστρεψέ τα μου. Μονάχα να είσαι προσεκτικός με αυτά, γιατί μπορεί από αυτά να χρειαστεί να μάθει και κανείς άλλος γράμματα.&lt;br /&gt;Πήρε τότε το κουτί το παιδί, το άνοιξε, και άρχισε να περιεργάζεται τα γράμματα που είχε μέσα.&lt;br /&gt;Είχε πολλά μέσα. Μικρά και μεγάλα. Είχε δυο γράμματα που έμοιαζαν με άλλα δυο, μόνο πεσμένα στο πλάι, κι άλλα που αν τα ένωνες, ή αν τα έκανες διπλά, μεταμορφωνόντουσαν σε άλλα, καινούργια.. Δυο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Λ&lt;/span&gt; έφτιαχναν ένα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Μ&lt;/span&gt;, και δυο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Γ&lt;/span&gt; ένα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Τ&lt;/span&gt;, ή ένα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Π&lt;/span&gt;. Δυο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Π&lt;/span&gt; φτιάχνανε ένα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ε&lt;/span&gt; πεσμένο και δυο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ψ&lt;/span&gt; βαλμένα το ένα ανάποδα από το άλλο, ένα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Φ&lt;/span&gt;. &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Φ&lt;/span&gt; φτιάχνανε και δυο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ω&lt;/span&gt; απέναντι το ένα από το άλλο, γερμένα.&lt;br /&gt;Το παιδί δεν χόρταινε να φτιάχνει από τα γράμματα άλλα γράμματα, ή να πλέκει τα γράμματα σε μικρές λέξεις άλλοτε γνωστές και άλλοτε άγνωστες, επειδή του άρεσαν έτσι βαλμένα τα γράμματα σε σειρά ή το ένα πάνω στ’ άλλο. Άρχισε δηλαδή να μαθαίνει γράμματα, όπως ήθελε και η γιαγιά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έπαιρνε μάλιστα το κουτί με τα γράμματα μαζί του όταν έβγαινε να παίξει και, καθισμένο στον κάμπο, απορροφιόταν μέχρι να πέσει ο ήλιος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια μέρα των ημερών λοιπόν, εκεί που ήταν στον κάμπο και είχε αραδιάσει όλα τα γράμματα στη σειρά και τα μάθαινε, πιάνει ένας αγέρας δυνατός και τα σκορπάει τριγύρω. Τρομαγμένο το παιδί, άρχισε να τρέχει και να μαζεύει ένα-ένα τα γράμματα για να τα βάλει πάλι μέσα στο κουτί να τα πάει πίσω στη γιαγιά του.&lt;br /&gt;Του πήρε ώρα πολλή, και μέχρι που βράδιασε, τα είχε μαζέψει σχεδόν όλα. Τα φωνήεντα όμως, που ήταν πιο ελαφριά από τα σύμφωνα, τα είχε πάρει ο αέρας πολύ πιο μακριά και δεν τα βρήκε. Γύρισε στο σπίτι με τα μάτια δακρυσμένα. Όταν είπε στην γιαγιά του το τι συνέβη, η γιαγιά του έπιασε με το χέρι το κεφάλι της και κάθισε χωρίς να πει κουβέντα.&lt;br /&gt;Το παιδί δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ, παρά ετοίμασε το δισάκι του και πριν καλά-καλά η ροδοδάχτυλη  αυγή απλώσει το φως της, έφυγε να βρει τα γράμματα που είχε χάσει.&lt;br /&gt;Πήρε τους δρόμους και τα μονοπάτια και έφυγε από τον κάμπο που ήξερε. Στην πρώτη πόλη που βρήκε, ανακάλυψε κι όλας το πρώτο γράμμα. Το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ι&lt;/span&gt; είχε γίνει εκεί μία κολόνα που πάνω της είχε μια λάμπα για να φωτίζει τον δρόμο. Το πήρε και το έβαλε στο κουτί με τα γράμματα. Αφού μάλιστα πήρε το παιδί το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ι&lt;/span&gt; από το φως του δρόμου, αυτό άλλαξε σχήμα, και από τότε οι στύλοι μοιάζουν με &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Γ&lt;/span&gt; πιο πολύ.&lt;br /&gt;Συνέχισε να ψάχνει μέσα στην πόλη, μα πουθενά δεν έβρισκε κάποιο από τα άλλα γράμματα. Εκεί που περπάταγε, άρχισε να πεινάει, βρήκε το λοιπόν ένα μαγεριό και μπήκε. Τον είδε ο μάγειρας πεινασμένο και ταλαιπωρημένο εκεί που ανοιγόκλεινε και ανακάτευε τα κατσαρόλια του και τον έβαλε να κάτσει σ’ ένα τραπέζι δίπλα στην κουζίνα. Τού ’βαλε να φάει ψωμί, κοτόσουπα και λίγο γάλα σ’ ένα ποτήρι.&lt;br /&gt;Κάθησε το παιδί να φάει και παρατηρούσε τον κόσμο που έτρωγε και τον μάγειρα που μαγείρευε και που όλο τον ρώταγε από πού ήρθε και τι κάνει εδώ μοναχό του, και γιατί δεν γυρίζει στη γιαγιά του που το αγαπά και δυο – τρία γράμματα λιγότερα δεν χαλάσανε και τον κόσμο βρε αδερφέ! Αυτός δεν ξέρει ούτε ένα, είδες τι καλά που είναι… Κι εκεί το είδε. Είδε το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ω&lt;/span&gt;! Ήταν βέβαια αγνώριστο, γιατί ήταν αναποδογυρισμένο, ήταν γεμισμένο με νερό, και έβραζε πάνω από μια φωτιά που έκανε το νερό μέσα του να κοχλάζει. Του είπε μάλιστα ο μάγειρας ότι δεν ονομάζεται ωμέγα, αλλά τσουκάλι, είχε το πονηρό αλλάξει και όνομα! Πήγε λοιπόν το παιδί και πήρε το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ω&lt;/span&gt; από το τσουκάλι και τό ’βαλε πίσω στο κουτί, κι άλλαξε με μιας σχήμα το τσουκάλι και έγινε από αναποδογυρισμένο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ω&lt;/span&gt; σαν αναποδογυρισμένο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Π&lt;/span&gt;. Του έβαλε τότε ο μάγειρας και ένα καπάκι τρυπημένο και το ονόμασε χύτρα ταχύτητας, γιατί όταν το νερό έβραζε, πεταγόταν ο ατμός ίσαμε το ταβάνι με δύναμη, σφυρίζοντας σαν την «ταχεία», το τρένο δηλαδή.&lt;br /&gt;Τον κοίμισε ο μάγειρας στο δώμα πάνω από το μαγεριό και το πρωί ξεκίνησε πάλι το παιδί την αναζήτησή του για τα χαμένα φωνήεντα. Πήρε τον δρόμο το στρατί, στρατί το μονοπάτι και κάποια στιγμή φτάνει στις όχθες ενός ποταμού, όπου πλένανε τα ρούχα τους κάτι κυράδες. Πιο πέρα, τα παιδιά τους παίζανε και πλατσουρίζανε μέσα στα νερά του ποταμού. Ήτανε εκεί και ένα κοριτσάκι που στεκότανε και πότε αγνάντευε την απέναντι όχθη, πότε κοίταζε τα νερά του ποταμού μπροστά της. Επειδή το κοριτσάκι αυτό δεν έπαιζε με τα άλλα παιδιά, αυτά όποτε περνούσαν δίπλα της την πειράζανε, πότε πειράζοντας τα μαλλιά της, πότε τσιμπώντας της το μπράτσο, πότε προσπαθόντας να την γαργαλίσουνε. Αυτή όμως δεν έδινε σημασία και στεκότανε στη θέση της. Κι έτσι τα πειραχτήρια βαριόντουσαν και φεύγανε.&lt;br /&gt;Το παιδί στάθηκε με ενδιαφέρον και παρατήρησε το κοριτσάκι που ατάραχο αγνάντευε. Σε κάποια στιγμή, σαν να ξύπνησε από λήθαργο, αφήνει την ακινησία της και βγάζει το χτένι που της κράταγε τα μαλλιά για να το ξαναφορέσει, μιας και το πείραγμα μιας πιτσιρίκας της είχε κάνει τα μαλλιά ανάκατα.&lt;br /&gt;«Α, ώστε εδώ κρυβόσουν τόσον καιρό, ε;». Είπε το παιδί, χωρίς καλά – καλά να το καταλάβει. Ήταν από την χαρά και την αγωνία που επιτέλους, βρήκε το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ε&lt;/span&gt;! Μάλιστα! Το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ε&lt;/span&gt; ήταν κρυμμένο μέσα στα μαλλιά του κοριτσιού και τα κράταγε επάνω για την ζέστη. Πήγε και το πήρε από ‘κεί και αμέσως το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ε&lt;/span&gt; μεταμορφώθηκε σε ένα περίεργο διπλό αντικρυστό &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Σ&lt;/span&gt; που έκλεινε στις δύο άκρες του και κρατούσε τα μαλλιά ακόμα πιο σταθερά από το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ε&lt;/span&gt;. Το κορίτσι, που στην αρχή, ακόμα και αυτή, ξαφνιάστηκε, αφού το παιδί της είπε το ποιός είναι και το πού πάει, του ευχήθηκε καλό δρόμο και καλή επιτυχία και το ευχαρίστησε που της άλλαξε το πιαστράκι για τα μαλλιά με αυτό το καλύτερο. Ύστερα, ξανακάθησε και κοίταζε απέναντι...&lt;br /&gt;Το παιδί παραξενεμένο συνέχισε τον δρόμο του για να βρει τα υπόλοιπα φωνήεντα. Πήρε να διαβαίνει την όχθη του ποταμού, μέχρι που συνάντησε έναν καρόδρομο. Από εκεί τον περιμάζεψε ένας πραματευτής, ένας πλανόδιος πωλητής με το κάρο του και στον δρόμο τού έπιασε κουβέντα. Έτσι, έμαθε και αυτός για την «σταυροφορία» του παιδιού και το τάισε κιόλας βλέποντας το νηστικό όπως ήταν.&lt;br /&gt;Πάνω στον δρόμο, σταμάτησαν σε ένα χάνι και ο πραματευτής πήρε το άλογο του στον σταύλο να το ταΐσει και να το φροντίσει. Το παιδί στεκόταν και θαύμαζε  το όμορφο ζώο, μέχρι που το πρόσεξε: Κάτω από τα νύχια του αλόγου είχε πάει και είχε κολλήσει το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;υ&lt;/span&gt;. Προφανώς, το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;υ&lt;/span&gt; είχε παρασυρθεί πάνω στον δρόμο και το άλογο που περνούσε από ‘κει το πάτησε. Το παιδί, χαρούμενο πήρε το γράμμα και το έβαλε στο κουτί. Η οπλή του αλόγου τότε από κάτω της έμεινε γυμνή, και ο πραματευτής, επειδή είδε ότι το νύχι του αλόγου ήταν προστατευμένο από το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;υ&lt;/span&gt;, έφτιαξε ένα σιδερένιο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;υ&lt;/span&gt; που έμοιαζε και λίγο με &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;U&lt;/span&gt; και το κάρφωσε στην οπλή του αλόγου σαν παπούτσι, και από τότε τα σιδερένια παπούτσια τα φοράνε σε όλα τα άλογα και τα λένε και πέταλα...&lt;br /&gt;Όταν φύγανε από το χάνι, και στο πρώτο παζάρι που βρήκαν, σταμάτησαν. Εκεί, άπλωσε τις πραμάτειες του ο πραματευτής κι άρχισε να παζαρεύει. Άρχισε το παιδί να ψάχνει, μήπως μέσα στο παζάρι πουλούσαν κανένα φωνήεν. Δε βρήκε ούτε ένα όμως. Όταν πέρασε η ώρα, κι άρχισε να γουργουρίζει από την πείνα η κοιλιά του, στάθηκε πάλι μπροστά από ένα εστιατόριο και διάβαζε με τα λειψά γράμματα που ήξερε -και το στόμα γεμάτο σάλια- τον κατάλογο:&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ΣΠΕΣΙΛΙΤΕ: Γίδ’ βρ’στ , γυρύνι συβλιστ’&lt;/span&gt;, κι ονειρευόταν πως έτρωγε, όχι «γυρύνι συβλιστ’», αλλά «γουρούνι σουβλιστό», κι αντί για «γίδ’ βρ’στ», «γίδα βραστή». Κι εκεί που αφηρημένο προσέθετε φωνήεντα, γεύσεις και μυρωδιές όπου λείπανε, το είδε!&lt;br /&gt;Ακριβώς πίσω από την ταμπέλα που έγραφε τις σημερινές σπεσιαλιτέ του εστιατορίου, ήταν και την στήριζε ένα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Α&lt;/span&gt;. Ήταν ένα άλφα, με γερμένη την πλάτη του σ’ ένα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ι&lt;/span&gt;. Και πάνω στην οριζόντια γραμμή του, στήριζε την ταμπέλα, ένα σφουγγάρι και μια κιμωλία.&lt;br /&gt;Χωρίς πολλή – πολλή σκέψη το άρπαξε, και στη θέση του, εμφανίστηκαν δυο &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Π&lt;/span&gt;, το ένα πάνω από το άλλο, που γέρνανε πάνω σ’ ένα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ι&lt;/span&gt;. Κι επειδή το ένα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Π&lt;/span&gt; καβαλάει το άλλο, το ονόμασαν «καβαλέτο». Η επιγραφή τώρα έγραφε:&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;ΣΠΕΣΙAΛΙΤΕ: Γίδα βραστ , γυρύνι συβλιστ’&lt;/span&gt;. Όταν το είδε το αφεντικό από το εστιατόριο, τον έβαλε μέσα και τον κέρασε δυο πιάτα από τη χαρά του.&lt;br /&gt;Σαν του είπε το παιδί για την περιπέτειά του, του είπε ο εστιάτορας να πάει στο λιμάνι της πόλης. Καθώς εκεί καταφτάνει κάθε μέρα ένας σωρός καλά από τις τέσσερις μεριές του ορίζοντα. Κι αν είναι να βρει κανείς οτιδήποτε, εκεί θα είναι το πιο πιθανό μέρος να το πετύχει.&lt;br /&gt;Χωρίς δεύτερη κουβέντα, ευχαρίστησε μονάχα το παιδί και πήρε τον κατήφορο για το λιμάνι. Από μακριά φάνταζαν πελώρια τα φορτηγά πλοία. Και τα κτίρια μπροστά τους σαν κονσερβοκούτια.&lt;br /&gt;Όταν έφτασε επιτέλους στο λιμάνι, είδε ένα θαύμα: Μιλιούνια από ανθρώπους πηγαινοερχόντουσαν πολυάσχολοι! Άλλοι κουβαλούσαν εμπορεύματα. Άλλοι τα ξεφόρτωναν και άλλοι τα φόρτωναν. Άλλοι τα μετρούσαν και σημειώνανε νούμερα σε χαρτιά, που τα κρατούσαν με κόπο πάνω στους φακέλους, γιατί φύσαγε αέρας και πήγαινε να τους τα πάρει από τα χέρια. (Και σ’ αυτή την κατάσταση, έχοντας ζήσει μια παρόμοια τραγωδία το παιδί με τον αέρα και τα γράμματα, τρόμαζε και μόνο στο θρόισμα των σελίδων).&lt;br /&gt;Και παραπέρα από τις προβλήτες, ήταν αποθήκες γεμάτες ως τα πάνω με πραμάτειες από όλο τον κόσμο! Έβλεπες στοίβες τεράστιες από μπανάνες της Αργεντινής, από κάρυ ινδικό, από μαστίχα χιώτικη, από τσάι κινέζικο. Υφάσματα εγγλέζικα κι άλλα απ’ το Κασμίρ. Φίλντισι από την Ακτή του Ελαφαντοστού, και κρόκο από τον Κρόκο. Λαχανάκια από τις Βρυξέλες και τυρί από τη Μασσαλία. Σίδερο, και χαλκό, και τεράστιους πάγους μαρμάρινους.&lt;br /&gt;Τριγύρω από τις αποθήκες, άλλοι τόσοι – όσοι ήταν στις προβλήτες να παζαρεύουν τα εμπορεύματα και να κλείνουν συμφωνίες. Παρ’ όλα αυτά όμως τα φανταστικά και τα περίεργα, όσο κι αν έψαξε, όσο κι αν ρώτησε το παιδί, γράμμα δε βρήκε πουθενά. Οι στοίβες από τα εμπορεύματα, ψηλές, θεόρατες, δεν είχαν ούτε ένα φωνήεν από τα ξεστρατισμένα.&lt;br /&gt;Ένας Ναπολιτάνος μεγαλέμπορος, εισαγωγέας στο λιμάνι, σαν έμαθε το πώς, το πού και το γιατί, το από ποιον και πότε, το συμπόνεσε το παιδί. Και του είπε πως, αν θελήσει κι αυτό, θα το πάρει μαζί του στο επόμενο ταξίδι για να ψάξουν για τα υπόλοιπα φωνήεντα.&lt;br /&gt;Και το παιδί παραδέχτηκε. Τό ‘στειλε μάλιστα ατάκα να πάει να βρει τον καπετάνιο από μέρους του, και να τον βολέψει στην κουκέτα του.&lt;br /&gt;Στο δρόμο για το καράβι, «παραλής» λεγότανε κι ερχότανε από τη Μικρά Ασία, στον κάβο, εκεί το είδε. Δεν ήταν καν μόνο του, παρά πολλά &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ο&lt;/span&gt;, το ένα περασμένο μέσα από το άλλο, κι όλα μαζί να φτιάνουνε μιαν αλυσίδα πελώρια, που βαστούσε αυτό το πλοίο, το σαν κάστρο γιγάντιο, δεμένο στο λιμάνι.&lt;br /&gt;Το πήρε το παιδί και το έχωσε στο κουτί του, και με μιας, όλοι οι κρίκοι της αλυσίδας του πλοίου δεν ήσαντε &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ο&lt;/span&gt; πια, παρά &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;θ&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;Επιβιβάστηκε γελώντας και χοροπηδώντας στον «παραλή», και σάλπαρε με το χαμόγελο στα μάτια, σίγουρος πως το Η θα βρισκόταν κάπου ως τον κόλπο της πατρίδας του μεγαλεμπόρου.&lt;br /&gt;Δε θα σας πω πιο πολλά απ’ όσα χρειάζεται να μάθετε: Το παιδί είδε γλάρους, και δελφίνια, και φάλαινες και καρχαρίες. Είδε βαρκούλες ψαράδων και ιστιοσανίδες, και κολυμβητές, και σφουγγαράδες. Μα δε βρήκε πουθενά &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Η&lt;/span&gt;…&lt;br /&gt;Έφτασε στο σπίτι του μεγαλεμπόρου, κι έφαγε στο τραπέζι με τα κηροπήγια – που ναι, έμοιαζαν με &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Ψ&lt;/span&gt; και &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Υ&lt;/span&gt;, μα καθόλου με &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Η&lt;/span&gt; – και τα νόστιμα φαγιά, μα πουθενά δε βρήκε το γράμμα που του έλειπε για να συμπληρώσει τα γράμματα. Και εκεί, τόσο μακριά απ’ το σπίτι του, μακριά από τη γιαγιά του που τον αγαπούσε και του έλειπε τόσον καιρό, ένοιωσε την ήττα του. Δε βρήκε πουθενά το &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Η&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;Πήρε ξανά τον «παραλή», και γύρισε στο λιμάνι του τόπου του. Κι από ‘κει στο χωριό του. Με την ήττα βαριά στους ώμους του να τον καμπουριάζει, περνώντας τον αγρό που ο άνεμος ενέπνευσε τούτη την περιπέτεια. Σήκωσε το βλέμμα για να δει το σπίτι του. Το σπίτι της γιαγιάς του.&lt;br /&gt;Ήταν εκεί όπως το ήξερε και το θυμόταν – αν και βρισκόταν τόσα γράμματα μακριά – και πριν καλά - καλά φτάσει στο κεφαλόσκαλο, η γιαγιά του άνοιξε την πόρτα και την αγκάλη της.&lt;br /&gt;Συνήθιζε η γιαγιά να κάθεται τα απογεύματα στο παραθύρι και ν’ αγναντεύει, σηκώνοντας κάθε τόσο το βλέμμα από το πλεχτό της. Από τη μέρα που χάθηκε το παιδί όμως, ήταν εκεί σχεδόν συνέχεια, και το πλεχτό της δεν τελείωνε ποτέ, μιας και κοίταζε το δρόμο αφηρημένη (μπας και γυρίσει το παιδί) και τα λάθη της τα έβλεπε αργά, που έπρεπε να ξηλώσει ξανά πολύ από όσο είχε ήδη πλέξει. Όταν είδε το παιδί να πλησιάζει μετά από τόσο καιρό, κόντεψε να πάθει συγκοπή από την χαρά της! Πήγε να ανοίξει την πόρτα και να τον βάλει στην αγκαλιά της.&lt;br /&gt;«Παιδί μου, εσύ είσαι; Είσαι αλήθεια εσύ, για με γελούν τα μάθια μου;»&lt;br /&gt;«Γιαγιά μου, εγώ είμαι, ο εγγονός σου.»&lt;br /&gt;Είπε το παιδί και έπεσε στην αγκαλιά της γιαγιάς του.&lt;br /&gt;«Γύρισα γιαγιά μου, μα δε βρήκα όλα τα γράμματα.&lt;br /&gt;Πήγα μακριά, μα το ήτα δεν το βρήκα πουθενά. Ηττήθηκα.»&lt;br /&gt;«Δε μπειράζει μάνα μου.&lt;br /&gt;Δε μπειράζει ψυχούλα μου.&lt;br /&gt;Χωρίς γράμματα μπορούμε, χωρίς εσένα δε μπορώ πιότερο.&lt;br /&gt;Έλα. Σκούπισε τις λάσπες από τα πόδια σου και έμπα να ξεκουραστείς και να μου τα πείς όλα. Έλα πασά μου. Έλα καρδούλα μου!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γύρισε τότε το παιδί και χαμογέλασε στην αγαπημένη του γιαγιά, γιατί χαρά και αγαλλίαση είχε απλωθεί στην καρδιά του απ’ άκρη σ’ άκρη. Κι αυτό, γιατί – επιτέλους – είχε βρει και το τελευταίο γράμμα.&lt;br /&gt;Στα σπίτια τα πιο παλιά, όπως το σπίτι που έμενε με τη γιαγιά του το παιδί, δίπλα στην εξώπορτα, είχαν τοποθετημένο ένα κατασκεύασμα με ένα πλατύ φύλλο σίδερο, στηριγμένο σε δυο «στύλους», επίσης σιδερένιους και χωμένους στο σκαλί, που σέρνοντας πάνω του το παπούτσι του, μπορούσε κάποιος να διώξει τις λάσπες απ’ αυτό. Αυτό το κατασκεύασμα λοιπόν, ήταν ένα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Η&lt;/span&gt; ολόιδιο. Και εκείνη την ώρα, μπόρεσε να το διακρίνει το παιδί. Μπόρεσε δηλαδή να μπει ξανά στο σπίτι του (και στην αγκαλιά της γιαγιάς του) με όλα τα γράμματα που του λείπανε βαλμένα ξανά στο κουτί. Και με αυτό που έψαξε τόσο μακριά, να είναι στο σπίτι του απ’ έξω.&lt;br /&gt;Αφού το πήρε από εκεί, άρχισε ο κόσμος να μη χρησιμοποιεί άλλο τα &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;Η&lt;/span&gt; στις εξώπορτες για να βγάζει τις λάσπες στα παπούτσια, παρά να χρησιμοποιεί τα «ποδόμακτρα», τα «πατάκια» σα να λέμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το παιδί πήρε και έβαλε ξανά το ξύλινο κουτί με τα γράμματα στο ντουλάπι, μιας και είχε πια μάθει τα γράμματα. Και δεν τα έμαθε απλά τα γράμματα από τη γιαγιά του, παρά πήγε και στα ξένα για να τα μάθει ακόμα περισσότερο.&lt;br /&gt;Ετούτα τα γράμματα τα έμαθε και σ’ άλλους, και σε άλλους περισσότερους. Κι εκείνοι δεν τα κρατήσανε για λογαριασμό τους μόνο, παρά τα μοιράζανε απλόχερα σ’ όλο τον κόσμο, χωρίς να τα χάσουν.&lt;br /&gt;Από εκείνο το κουτί με τα γράμματα, φτιάχτηκε και τούτη η ιστορία που σας αφηγήθηκα τώρα δα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;23:41&lt;br /&gt;Τετάρτη, λα΄ Δεκεμβρίου ,βη΄&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καλή χρονιά να έχουμε,&lt;br /&gt;χωρίς έχτρες, φωτιές και σκοτωμούς,&lt;br /&gt;ούτε κοντά, ούτε μακριά από μας.&lt;br /&gt;Χαρά κι αγάπη.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-3706711992285838376?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/3706711992285838376/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=3706711992285838376' title='6 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/3706711992285838376'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/3706711992285838376'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2008/12/blog-post.html' title='Το παιδί και τα γράμματα'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-6021066229759712546</id><published>2008-08-06T16:33:00.004+03:00</published><updated>2008-08-06T16:49:17.621+03:00</updated><title type='text'>Δυο παραμύθια από την Ουγγαρία, να μιλάνε μαγιάρικα</title><content type='html'>Επειδή τα είδα και μου άρεσαν και ήθελα να τα μοιραστώ, τα βάζω για λίγο εδώ.&lt;br /&gt;Δουλειές (φαίνεται) του &lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Marcell_Jankovics"&gt;Μαρσέλ Γιάνκοβικς&lt;/a&gt; που χαρήκαμε πριν από δεκαετίες, πια, στην τηλεόραση.&lt;br /&gt;Δεν βρήκα πουθενά υπότιτλους ή κάτι παρόμοιο, αλλά είναι οι ιστορίες "της μονόφθαλμης, αυτής με τα δυο μάτια και αυτής με τα τρία μάτια" και η "Τσετσερούσκα" από τα "Παραδοσιακά παραμύθια της Ουγγαρίας".&lt;br /&gt;Δε θα σας είναι καθόλου δύσκολο να μπείτε στο νόημα και χωρίς να καταλάβετε μιλιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=UFwes_hU2Wc&amp;amp;feature=related"&gt;http://www.youtube.com/watch?v=UFwes_hU2Wc&amp;amp;feature=related&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=vweFGK0YDEY&amp;amp;feature=related"&gt;http://www.youtube.com/watch?v=vweFGK0YDEY&amp;amp;feature=related&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν επιθυμείτε να βρείτε κι άλλα, ψάξτε με τους όρους Magyar Nepmesek στο διαδίκτυο.&lt;br /&gt;Το μήνυμα αυτό θα παραμείνει για λίγο καιρό.&lt;br /&gt;Προς πληροφόρηση και μόνο.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-6021066229759712546?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/6021066229759712546/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=6021066229759712546' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/6021066229759712546'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/6021066229759712546'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2008/08/blog-post.html' title='Δυο παραμύθια από την Ουγγαρία, να μιλάνε μαγιάρικα'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-3746500778812251857</id><published>2008-07-29T03:29:00.004+03:00</published><updated>2008-07-29T03:43:52.293+03:00</updated><title type='text'>Οι δράκοι και ο ταχυδρόμος των ανθρώπων (μέρος γ')</title><content type='html'>&lt;span style="color: rgb(102, 102, 102);"&gt;(Ή αλλιώς: Οι δράκοι και ο ταχυδρόμος των ανθρώπων, μέρος γ' και τελευταίο:&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color: rgb(102, 102, 102);"&gt;Ο Αγώνας για τη Λευτεριά.)&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Αποτελεί συνέχεια από το &lt;a href="http://exirio.blogspot.com/2008/05/blog-post.html"&gt;πρώτο μέρος&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;Το οποίο είχε τη συνέχειά του στο &lt;a href="http://exirio.blogspot.com/2008/06/blog-post.html"&gt;προηγούμενο ποστ&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;style type="text/css"&gt;  &lt;!--   @page { size: 21cm 29.7cm; margin: 2cm }   P { margin-bottom: 0.21cm }  --&gt;  &lt;/style&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt; Στην αρχή, οι άνθρωποι που τ' ακούσανε όλα τούτα ξαφνιαστήκανε και στεναχωρέθηκαν πολύ. Είχαν στηρίξει ελπίδες κι είχαν αγωνιστεί στο όνομα του Πατρίδα. Η Λεφτεριά, που δεν μπορούσε πια να τον βλέπει, παρά μόνο να τον φαντάζεται μέσ' στα σκοτάδια, του έστειλε την ψυχή της να του κρατάει συντροφιά και να του θυμίζει πως δεν είναι μονάχα το μπουντρούμι στον κόσμο. Ότι πέρα απ' τα σίδερα και τις χοντρές πέτρες που τον περιορίζουν, μέσ&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt; απ' ένα άνοιγμα που ίσα μια ψυχή χωράει, υπάρχει ουρανός. Και ότι στον ουρανό στέκεται και κοιτάζει με αγάπη, όσους βοηθούν τον πατέρα της τον Αγώνα, όσους με τη σειρά τους την αγαπούν, η Λεφτεριά. Έκαμε το λοιπόν την ψυχή της Λεφτεριάς δικό του αγγελιοφόρο ο Πατρίδας. Κι έγραψε πάνω στα φτερά της την αλήθεια και την αγάπη του για τους ανθρώπους και τον τόπο των προγόνων του, και την ξαπόστειλε – αγγελιοφόρο του αγγελιοφόρου – στους συναγωνιστές του.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Ύστερα, κάποιοι από αυτούς που αντάμα με τον Πατρίδα βοηθήσανε τον Αγώνα για να στρωθεί ο δρόμος για τη Λεφτεριά, ξεθαρρέψανε από την ψυχή της Λεφτεριάς που έφερε την αλήθεια. Δείξανε τα έργα τους, και τον ιδρώτα τους, και τον ιδρώτα του Πατρίδα που εργάστηκε αντάμα, σε όλους τους ανθρώπους. Δείξανε τόσα, όσα μπορούσαν πια να φαίνονται, όχι μοναχά από τον ουρανό, μα κι απ' τη γης. Και τότες, κι αυτοί ακόμα που ξέγνοιαστα πίστεψαν τα ψέματα των σπιούνων και των δρακόντων – τα ψέματα που ξεφύτρωσαν σα ζιζάνια τριγύρω από κάθε καλοσύνη που ευδοκιμούσε τριγύρω από τον Πατρίδα, από τον Αγώνα – κι αυτοί ακόμα ξεκάθαρα την είδαν την αλήθεια. Και τα ψέματα μαράθηκαν και πέσανε, όπως μαραίνονται και πέφτουν τα λουλούδια, τα καμμένα από τον ήλιο του Ιούλη.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt; Μετά απ' αυτό, κάτι υπέροχο συνέβη ανάμεσα στους ανθρώπους. Πιαστήκανε χέρι – χέρι, και σφίξανε τα δόντια, και δουλεύανε ακόμα πιο σκληρά απ' ότι τους ανάγκαζαν οι δράκοι και ο “Πόρδος του Λέοντα”. Και όχι μόνο βοηθάγανε τον Αγώνα, παρά μαζεύανε κιόλας θυσαυρούς, για να επιστρέψουν τους τάχαμου κλεμμένους και να φέρουν τη Λεφτεριά και στον Πατρίδα. Σαν πέρασε ένας χρόνος, αφήσανε τα πλούτη στα πόδια πάνω του “Πόρδου”. Και κατάλαβε τότε, πως δε φτάνανε οι σπιούνοι μοναχά και η φυλακή, για να σταματήσει τον Πατρίδα και τον Αγώνα για να έρθει η Λεφτεριά. Τον άφησε ελεύθερο για να μη φανεί το μίσος του για τον Πατρίδα και τους ανθρώπους.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt; Στον “Πόρδο του Λέοντα” τότε, άρχισε να συμβαίνει κάτι πρωτόγνωρο. Ό,τι φόβος δεν ρίζωνε στα στήθη των ανθρώπων, ότι φόβος δεν δηλητηρίαζε το αίμα τους, γύριζε πίσω σ' αυτόν.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Και όσο οι φόβοι γυρνούσαν πετώντας καταπάνω του, όσο του τσιμπούσαν τα τεράστια φτερά του, τόσο πιο σκληρός και τόσο πιο διψασμένος γινόταν. Όσο πιο πολύ φοβόταν, τόσο περισσότερο αποζητούσε την υγρασία και την σκοτεινιά της σπηλιάς του στο Βοριά, μακριά από τον ποταμό που έζωνε τη γη, πέρα από το μαύρο σημείο του ορίζοντα, στη μικρή δρακοχώρα απ' όπου έπαιρνε τη δύναμή του, όπου 'ξαπόστελνε τα πλούτη των ανθρώπων. Προσπάθησε να ξανακλείσει τον Πατρίδα στη φυλακή, είπε πως ήτανε φονιάς, μα δεν κράτησε πολύ αυτό, γιατί όλος ο κόσμος ήξερε πια το ποιο ήταν το σωστό και ποια η αλήθεια. Και δε μπορείς να ξεγελάς συνεχώς τους ανθρώπους.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt; Μέρα με τη μέρα, με τη βοήθεια του Πατρίδα, κι όλων των ανθρώπων, και του Αγώνα που ξεκίνησε από την πιο μεγάλη σκοτεινιά του χειμώνα, ο δρόμος για την Λεφτεριά μεγάλωνε και έφτανε όλο και πιο ψηλά. Και ίσαμε την πιο φωτεινή μέρα του καλοκαιριού, ο δρόμος είχε φτάσει ίσαμε τη Λευτεριά, που τον περπάτησε ίσαμε τη γη, όχι πια του “Πόρδου” και των σπιούνων, παρά του Πατρίδα και των ανθρώπων.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt; Την ημέρα εκείνη, την πιο φωτεινή, μίλησε ο Πατρίδας σ' όλους τους ανθρώπους της αγαπημένης του γης. Σ' όλους αυτούς που στο παρελθόν μίλαγε έναν προς έναν, στα σπίτια τους, στις αυλές, στο δρόμο, στις βάρκες πάνω, στις όχθες του ποταμού και στα χωράφια.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Μίλησε για τελευταία φορά σε όλους τους ανθρώπους και είπε την αλήθεια.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Θύμισε όλα όσα δε θά 'πρεπε να λησμονήσουν οι άνθρωποι, για να ζούνε πάντα με τη Λεφτεριά.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Είπε και για όσα θα πρέπει να αφήσουν να χαθούν στη σκόνη πια του παρελθόντος, για χάρη του μέλλοντος.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Ενοχλήθηκαν, λυσσάξανε οι σπιούνοι, γιατ' ήτανε άρρωστοι από το αίμα που πίνανε. Γιατ' είδανε τα όνειρά τους να γίνουνε δράκοι δυνατοί και πλούσιοι να γίνονται καπνός και να διαλύονται από τον θυελλώδη άνεμο της Λεφτεριάς.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Μάταια, όμως. Γιατί ο Πατρίδας παντρεύτηκε τη Λεφτεριά και πήγε και έζησε κοντά της στον καταγάλανο ουρανό. Κι από την αγάπη του για τους ανθρώπους, όχι μόνο της χώρας του, μα όλου του κόσμου, όπου υπάρχουν Βάσανα και Κατατρεγμοί, και δράκοντες και σπιούνοι από χώρες μακρινές, πέρα από το μαύρο σημείο του ορίζοντα, τρέχει σαν ταχυδρόμος και φέρνει την έκκληση για βοήθεια στην Λεφτεριά και τον Αγώνα.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;1:46 π.μ.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Τρίτη, κθ' Ιουλίου ,βη'&lt;/p&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight: bold; font-size: 85%;"&gt;Το κείμενο ενδέχεται να αλλάξει ανά πάσα στιγμή, μέχρι την τελική του διαμόρφωση.&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-3746500778812251857?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/3746500778812251857/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=3746500778812251857' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/3746500778812251857'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/3746500778812251857'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2008/07/blog-post.html' title='Οι δράκοι και ο ταχυδρόμος των ανθρώπων (μέρος γ&apos;)'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-2815851763260481373</id><published>2008-06-23T02:34:00.008+03:00</published><updated>2008-07-29T03:48:28.545+03:00</updated><title type='text'>Οι δράκοι και ο ταχυδρόμος των ανθρώπων (μέρος β')</title><content type='html'>&lt;span style="color: rgb(102, 102, 102);"&gt;(Ή αλλιώς: Οι δράκοι και ο ταχυδρόμος των ανθρώπων, μέρος β':&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color: rgb(102, 102, 102);"&gt;Ο Πατρίδας, η Λευτεριά, κι οι αιμοδιψείς Σπιούνοι.)&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Αποτελεί συνέχεια από το &lt;a href="http://exirio.blogspot.com/2008/05/blog-post.html"&gt;προηγούμενο πόστ&lt;/a&gt;.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;style type="text/css"&gt;  &lt;!--   @page { size: 21cm 29.7cm; margin: 2cm }   P { margin-bottom: 0.21cm }  --&gt;  &lt;/style&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Με τον καιρό, ο Πατρίδας γνώριζε όλο και περισσότερους ανθρώπους. Και δεν ήτανε δα και δύσκολο πράμα γι αυτόν, ούτε προσπάθεια ήθελε καν, να μπει στην καρδιά τους. Και μονάχ' από τ' όνομα που ξεστομίζανε του μικρού ταχυδρόμου, σκίρταγε μέσα τους η σκέψη και η δίψα της Λεφτεριάς. Όσο απότομα και άγρια, όσο βίαια ξυπνούσε ο φόβος στο όνομα του “Πόρδου του Λέοντα”, όσο κοβόντουσαν με μιας τα πόδια στη θέα του, τόσο απαλά, σα χάδι, σαν ένα φυντάνι που ξεπετάγεται ανάμεσα στο βράχο, για να τον χωρίσει στο τέλος στα δυο, σα μια παλίρροια φούσκωνε το στήθος κι ορθωνότανε η κορμοστασιά στο όνομα του Πατρίδα. Μέχρι που δεν ξεχώριζαν οι άνθρωποι μέσα τους το όνομα από τον τόπο. Και ο ένας μιλούσε στη θέση του άλλου.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Μέσα από τον Πατρίδα, πού 'τρεχε από τον ένα τόπο στον άλλο ακούραστος, η λαλιά της γης των προγόνων του εξαπλωνόταν όλο και περισσότερο. Κι η Λεφτεριά, από 'κει μακριά στον καταγάλανο ουρανό, γύριζε να γλυκοκοιτάξει όλο και συχνότερα προς τον Πατρίδα.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Ώσπου πήγε και μίλησε στον πατέρα της, τον Αγώνα:&lt;/p&gt; &lt;ul&gt;&lt;li&gt;&lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Πατέρα Αγώνα,  είναι καιρός τώρα που ο Πατρίδας δεν  τραβάει το βλέμμα του από πάνω μου. Η  αλήθεια είναι πως είναι ένας νέος που  δείχνει την αγάπη του προς όλους. Δεν  αρνείται ούτε κι εσένα. Ήρθα να σου  ζητήσω το λοιπόν να στρώσεις το δρόμο  για να μπορέσω να βρεθώ κοντά του.&lt;/p&gt;  &lt;/li&gt;&lt;li&gt;&lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Λεφτεριά, καλό  και άγιο τούτο που μου ζητάς, μα κράτα  στο νου σου πως τούτα τα πράματα δε  γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη.  Για να στρώσω το δρόμο που θα σε σμίξει  με τον Πατρίδα, θα πρέπει να αφήσω πρώτα  τον Καιρό και τα Βάσανα να ζυμώσουν την  ελπίδα στον τόπο. Να αφήσω τον Πατρίδα  και τους ίδιους τους ανθρώπους να μου  δείξουν τα σημάδια που θα ακολουθήσω.  Ν' αναντρανίσουνε και να με καλέσουνε  οι ίδιοι.&lt;/p&gt; &lt;/li&gt;&lt;/ul&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt; Βάλτε τώρα με το νου σας:&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Πόσος καιρός χρειάζεται στον άνθρωπο, προτού ν' αναθαρρέψει απέναντι σε κάθε φόβο και σε κάθε κίνδυνο, απέναντι σε θεριά και δράκους; Πόσον καιρό ανιμένει η καρδιά, προτού ν' αρπάξουν φωτιά τα βάσανα κι οι τυραννίες κι οι κατατρεγμοί που τη μαυρίζουνε και να φωτίσει τον κακοτράχαλο δρόμο του Αγώνα για τη Λεφτεριά;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Μια μέρα;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Ένας χρόνος;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Μια δεκαετία;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Πολλές;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Όλον ετούτο το χρόνο, τον είχε στη διάθεσή του ο άνθρωπος. Του τον έδωσαν απλόχερα οι δράκοντες. Χωρίς δισταγμό. Χωρίς έγνοια καμιά.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt; Ήρθε το λοιπόν το πλήρωμα του χρόνου και κατέβηκε ο Αγώνας να φτιάξει το δρόμο για τη Λεφτεριά. Κρυφά πρώτα. Ένα ίσιωμα εδώ, κάποια πληγή στο δάσος εκεί. Και όσο μεγάλωνε ο δρόμος για τη Λεφτεριά, τόσο πιο ορατός γινότανε από τα ύψη, που περιφερόντουσαν οι δράκοντες και καμαρώνανε τα πλούτη τους. Και όπως δεν άργησε πολύ να φανερωθεί η ανάγκη για τον Αγώνα, για τη Λεφτεριά στους ανθρώπους, έτσι φανερώθηκαν και τα σχέδια τους στους δράκοντες. Κάλεσε τότες ο “Πόρδος του Λέοντα” ολάκερο το ασκέρι από τους σπιούνους του για να του πούνε το τι, το πώς, το πούθε, το από ποιον και πότε.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Ετούτοι ήσαντε πιο βρωμεροί κι απ' αυτόν τον ίδιο, μα πολύ πιο αδύναμοι. Πίνανε το αίμα των ανθρώπων, ενώ όπου πατούσε ο “Πόρδος του Λέοντα” πηγαίναν και φιλούσαν τις βρωμερές πατημασιές του για να γίνουν αρεστοί στον αφέντη τους και να τους χαρίσει λίγη από τη δύναμή του. Πότε, βέβαια, ό,τι και να κάνανε, δεν τους έδινε το παραμικρό από τα πλούτη του. Εκείνοι που θα ρουφούσαν το πιο πολύ αίμα των ανθρώπων, με τα χρόνια θα παύαν να είναι άνθρωποι, και θα μεταμορφωνόντουσαν αγάλι – αγάλι σε δράκοντες. Αυτοί γίνονταν οι πιο αιμοδιψείς δράκοντες.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt; Πήγαν λοιπόν οι σπιούνοι του αρχοντόδρακου για να του 'ξηγήσουν το τι, το πώς, το πούθε, το από ποιον και πότε, και από του καθενού το στόμα, ένα όνομα ακούστηκε πρώτο και καλύτερο και τούτο ήτανε του Πατρίδα. Τούτο το παλικάρι που έτρεχε από τη μια άκρη της χώρας ίσαμε την άλλη, έμοιαζε να μπαίνει σ' όλων των ανθρώπων τις καρδιές.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Και μπαίνοντας ο Πατρίδας στις καρδιές των ανθρώπων, ξεπόρτιζε ο φόβος τους για τον “Πόρδο του Λέοντα”.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Και ξεπορτίζοντας από τις καρδιές των ανθρώπων ο φόβος, ο Αγώνας γινόταν όλο και πιο δυνατός, κι έστρωνε το δρόμο για τη Λευτεριά, να 'ρθει λαμπερή σα βασίλισσα.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt; Αποφάσισε τότες ο “Πόρδος” κι έκλεισε σ' ένα μπουντρούμι τον Πατρίδα, κι έβαλε τους σπιούνους του να διαλαλούν σ' όλο τον τόπο πως ο Πατρίδας έκλεψε θησαυρούς από τους δράκοντες, και πως ήταν κακός άνθρωπος, και κορόιδευε όλο τον τόπο. Πως, δήθεν, νοιάζεται για τους άλλους, ενώ αυτός ήθελε μόνο τα πλούτη και την καλοπέραση. Και “μη νομίζετε, δεν υπάρχουν άνθρωποι που να μην κοιτάζουνε άλλο παρά μονάχα να πλουτίζουνε, και μόνο ο “Πόρδος του Λέοντα” είναι ο καλός, και το δικό του το δρόμο θα πρέπει να ακολουθάτε”.&lt;/p&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://exirio.blogspot.com/2008/07/blog-post.html"&gt;&lt;span style="color: rgb(102, 102, 102);"&gt;Συνεχίζεται... εδώ&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-2815851763260481373?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/2815851763260481373/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=2815851763260481373' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/2815851763260481373'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/2815851763260481373'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2008/06/blog-post.html' title='Οι δράκοι και ο ταχυδρόμος των ανθρώπων (μέρος β&apos;)'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-6872164600718188383</id><published>2008-05-30T02:51:00.007+03:00</published><updated>2008-07-29T03:34:01.459+03:00</updated><title type='text'>Οι δράκοι και ο ταχυδρόμος των ανθρώπων (μέρος α')</title><content type='html'>&lt;span style="color: rgb(102, 102, 102);"&gt;(Ή αλλιώς,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color: rgb(102, 102, 102);"&gt;Οι δράκοι και ο ταχυδρόμος των ανθρώπων, μέρος α':&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color: rgb(102, 102, 102);"&gt;Ο ερχομός των δράκων και ο ταχυδρόμος της χαράς και της λύπης.)&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;span style="font-weight: bold; color: rgb(255, 0, 0);font-size:85%;" &gt;Αφιερωμένο στους δασκάλους μου.&lt;br /&gt;Αυτούς με τον τίτλο.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;br /&gt;Μία φορά και έναν καιρό, όταν ακόμα τα βουνά, τα δάση και τα ποτάμια, οι στέπες, οι θάλασσες, οι λίμνες κι οι σπηλιές, και όλα αυτά τέλος πάντων που βρίσκουμε πάνω στη γη και την κάνουν τόσο όμορφη, ψάχνανε να βρουν μια γωνιά να καθίσουν, ήρθε ένας ποταμός, μακρύς και δυνατός και αγκάλιασε τη μέση της γης από την Ανατολή ίσαμε τη Δύση. Ίσαμε τη μεγάλη θάλασσα του Άτλαντα – τον γιγαντιαίο ποταμό που κύκλωνε την οικουμένη. Και από την αγάπη της γης και του μεγάλου ποταμού, γεννήθηκαν εφτά παιδιά, και κάποια από αυτά με τη σειρά τους γέννησαν άλλα εφτά, κι αυτά ακόμα δυο. Ίσαμε που έφτασαν τέσσερις φορές τέσσερις παραπόταμοι να ποτίζουν την αγαπημένη από τον μακρύ, δυνατό ποταμό γη.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Κι εκεί, να βρούνε τόπο καταρράκτες, και ένα αχανές δάσος τροπικό, και φαράγγια, και τόποι πράσινοι και υγροί. Τόσο υγροί, όσο σε λίγα μέρη του κόσμου. Και βουνά από σίδερο και χαλκό ορθώνονταν και παίζανε με την πορεία του νερού, που ξεγλίστραγε ανάμεσα στις χούφτες τους.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt; Σ' αυτό τον τόπο, τον ευλογημένο, άρχισαν λίγο – λίγο να μαζεύονται από τα βόρεια και τα πλάσματα αυτά που αγαπούν τους τόπους τους ευλογημένους, και βρίσκουν καταφύγιο στα μέρη που κάρπισε η γης: οι άνθρωποι. Τούτη η ιστορία το λοιπόν που θα σας αφηγηθώ, έχει να κάνει με έναν άνθρωπο στον τόπο τούτο. Μα πριν φτάσουμε να πούμε για τον άνθρωπο αυτό, να πούμε λίγα πράγματα ακόμη για τον τόπο αυτό, τους ανθρώπους, καθώς και για τα άλλα ζώα που υπήρχαν εκεί.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt; Από τη στιγμή που ήρθε και αγκάλιασε τη γη ο ποταμός σε τούτο τον τόπο, ίσαμε που άρχισε να φέρνει ανθρώπους ο κυρ-Βοριάς, πέρασαν πολλά – πολλά χρόνια. Και ίσαμε να απλωθούν στον τόπο οι άνθρωποι, και να κάμουνε χωριά, να προστατεύονται από τις πλημμύρες, και να φτιάσουν βάρκες να γυρίζουνε πάνω στον ποταμό και τους παραποτάμους ψαρεύοντας, κυνηγώντας, εκτρέφοντας ζώα και ανταλλάσσοντας αλάτι και εργαλεία από μέταλλα και δόντια ζώων, πέρασαν κι άλλα ακόμα. Μα, χιλιοστό προς χιλιοστό, πιθαμή προς πιθαμή, όπως της θάλασσας τ' αλάτι τρυπάει υπομονετικά κόλπους και σπηλιές ανάμεσα στα βράχια, απλώθηκαν σ' όλο το μέρος. Αραιά, είναι η αλήθεια, μιας και οι καλλιέργειες ήταν δύσκολες, σε τούτο τον τόπο του περιττού νερού, όπως είναι δύσκολες και σ' αυτόν του λιγοστού. Μα, παρ' όλες τις παραξενιές και τα μυστήρια, μπορέσαν οι άνθρωποι να φιλιώσουν με τον τόπο και να κάμουνε ζωή.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt; Κάποια φορά όμως, χωρίς κάποιο σημάδι από πριν, ξεχυθήκανε στον τόπο δράκοντες. Δράκοντες που κανείς δεν είχε ξαναδεί εκεί, και που είχαν έρθει σαν τ' αποδημητικά πουλιά από το Βοριά, πέρα από το μαύρο σημείο του ορίζοντα, από μια δρακοχώρα μικρή, απ' αυτές όμως που στέλναν δράκοντες σ' όλη την οικουμένη. Να ληστέψουν τους ανθρώπους, να ταΐσουν την αχόρταγη δίψα τους για πλούτη γεμίζοντας τις βρομερές, σκοτεινές δράκο-σπηλιές με το ανθρώπινο βιος. Κι είχε αρχηγό η συμμορία των δρακόντων, τον πιο βρωμερό από αυτούς. Αυτόν που για την άσχημή του μυρουδιά, στα κρυφά – ψιθυριστά, τον λέγανε οι άνθρωποι “Πόρδο του Λέοντα”. Ο “Πόρδος”, στην αρχή θέλησε να καλοπιάσει τους ανθρώπους, μα επειδή στη θέα – και στη μυρουδιά – των δρακόντων οι άνθρωποι ξινίζανε τα μούτρα τους, άλλαξε τρόπους ο “Πόρδος” και έγινε αφέντης με το ζόρι.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt; Εκείνο τον καιρό λοιπόν, που αφέντευε ο “Πόρδος του Λέοντα” τον τόπο, γεννήθηκε μέσα στο ζεστό καλοκαίρι ένα αγόρι. Και ο πατέρας του, που πονούσε να βλέπει τη γη που τράφηκε με τον ιδρώτα και το αίμα των πατεράδων του να λεηλατείται από τους δράκοντες, και ζήταγε να ξεχωρίσει σε τούτο το βλαστάρι μιαν ελπίδα, το ονόμασε ίδια όπως τον τόπο. Το έβγαλε “Πατρίδα”.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt; Τη νύχτα που γεννήθηκε ο Πατρίδας, παραφυλάξανε οι γονείς του ν' ακούσουν τις Μοίρες, που θα 'ρχόντουσαν να “μοιράνουν” το παιδί. Μα επειδή, όπως το ξανάπα, ήτανε ζεστό καλοκαίρι, η μητέρα του ξεγέννησε, όχι στο σπίτι, όπως ξεγέννησε τα άλλα τρία παιδιά της, παρά κοντά στα νερά του ποταμού. Κι έτσι, από τη μουρμούρα του ποταμού, και επειδή δε μπορούσαν να είναι κρυμμένοι κοντά, για να ακούσουν καλά το τι λέγανε οι τρεις Μοίρες, μόνο μια ιδέα μπόρεσαν να πάρουν. Γέλια κάνανε πιο πολύ, μα κάποια στιγμή κατσούφιασαν, κι ύστερα χαμογέλασαν τρυφερά, όπως – τρυφερά, με έγνοια και στοργή – χαμογελούν μπροστά στους ανήμπορους, μόλις γεννημένους ανθρώπους, όσοι τους καλωσορίζουν.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt; Ο Πατρίδας μεγάλωνε και γνώριζε τον κόσμο και τα θάματά του. Μαζί και τις λύπες και τις αδικίες του. Μα δεν καθότανε και έχωνε το πρόσωπό του ανάμεσα στις παλάμες του, παρά μοιραζότανε τις απόψεις του και συμβούλευε τους φίλους και τους γνωστούς για το δίκαιο και το άδικο. Το δίκιο και το άδικο, το είχε μάθει από νωρίς στο σπίτι του, γιατ' είχανε σέβας στο Θεό. Κι ύστερα, στης εκκλησίας το σχολειό, έμαθε πως όποιος σέβεται κι αγαπάει το Θεό, σημαίνει πως σέβεται και αγαπάει τον κάθε άνθρωπο, το κάθε πλάσμα.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Από μικρό παιδί, είχε συμπέσει να προτιμούνε τον Πατρίδα οι χωριανοί σα θέλανε να πέψουν κάποιο μήνυμα. Γιατ' ήταν γρήγορος στα πόδια, κι έλεγε το κάθε τι που θα του έλεγες με το νι και με το σίγμα. Όχι μισόλογα και στο περίπου, όπως τα θυμόταν – όπως του τά 'λεγες! Κι αυτό, όχι για άλλο λόγο, παρά γιατί ό,τι κι αν τού 'λεγες, και την πιο μικρή κουβέντα, όποιος και νά 'σουνα, από τον αρχηγό του χωριού ίσαμε το κούτσικο παιδάκι, την άκουγε τη λέξη σου και της έδινε σημασία.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Και ύστερα, όταν άρχισε να μεγαλώνει, έγινε ο ταχυδρόμος του χωριού του, κι έτρεχε από το ένα χωριό στο άλλο να μεταφέρει τα μαντάτα των χωριανών και τις διαταγές των προυχόντων.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;Τις χαρές και τις λύπες των ανθρώπων, από τα χείλια του Πατρίδα τις ακούγανε οι ανθρώποι. Και γινόταν εκείνες τις στιγμές μέσ' απ' τα χείλια του, ο αδελφός, ο γιος, ο πατέρας και η μάνα, ο άρχοντας και ο άμοιρος. Γι αυτό τον αγαπούσε όλος ο κόσμος. Γιατί μέσα του, όλου του κόσμου κουβαλούσε τις χαρές και τις λύπες.&lt;/p&gt;&lt;br /&gt;&lt;p style="margin-bottom: 0cm;" align="left"&gt;&lt;/p&gt;&lt;span style="color: rgb(102, 102, 102);"&gt;Συνεχίζεται &lt;a href="http://exirio.blogspot.com/2008/06/blog-post.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight: bold;font-size:85%;" &gt;&lt;br /&gt;Το κείμενο ενδέχεται να αλλάξει ανά πάσα στιγμή, μέχρι την τελική του διαμόρφωση.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-6872164600718188383?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/6872164600718188383/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=6872164600718188383' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/6872164600718188383'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/6872164600718188383'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2008/05/blog-post.html' title='Οι δράκοι και ο ταχυδρόμος των ανθρώπων (μέρος α&apos;)'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-8835846267808606190</id><published>2008-04-27T00:01:00.001+03:00</published><updated>2008-04-27T00:06:30.311+03:00</updated><title type='text'>Το καλό παιδί</title><content type='html'>&lt;p class="MsoNormal" style="text-align: right;" align="right"&gt;&lt;i&gt;Στη Λαμπρινή, που γιορτάζει&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/i&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: center;" align="center"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Ήτανε, μια φορά κι έναν καιρό, δυο γεροντάκια, χαρούμενα κι ευτυχισμένα. Έγνοια καμιά δεν είχανε, παρά μονάχα έναν καϋμό. Ένα πράμα τους βασάνιζε: που δεν είχαν ένα παιδάκι όπως όλος ο κόσμος, σημάδι της αγάπης και της ελπίδας τους.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Η γριά, από κοπελούδα πού 'τανε όταν πρωτοπαντρεύτηκε, συχνά έκαμε τάματα στην Παναγιά μας, πότε το ένα, πότε το άλλο πραματάκι το πολύτιμο πού 'χε στην κατοχή της. Μα σαν περνούσε ο καιρός και δεν έβλεπε την κοιλιά της να φουσκώνει, αντί να κακιώσει ή να στεναχωρεθεί, πήγαινε έτσι κι αλλιώς στην εκκλησία κι άφηνε το τάμα στην εικόνα της Παναγιάς. Κι έλεγε από μέσα της – σα να ζητούσε χάρη από κανένα παιδάκι – “Να, εδώ σου τό 'χω. Δε μπειράζει, εγώ για 'σένα τό 'χα τούτο Κυρά μου, έτσι κι αλλιώς.” Και μετά από λίγο καιρό, έβρισκε χαρούμενη κάποιο άλλο τάμα να Της τάξει. Ο γέρος, προσευχότανε κι αυτός μπροστά στο εικονοστάσι, και ρώταγε: “Μια χαρά ζωή έχομε τούτα τα δυο κι αγάπη. Ευλόγησέ μας μ' ένα παιδάκι. Να το αγαπάμε κι αυτό, και να το μεγαλώσουμε στη χάρη Σου!”&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Και τους άκουσε από ψηλά ο Θεός κι η Παναγιά μας, κι έμεινέ η γριά έγκυος. Σαν είδαν πως η κοιλιά της γριάς άρχιζε και φούσκωνε, παραδεχτήκανε το θάμα και χοροπήδησαν ίσαμ' επάνω στη σκεπή του σπιτιού. Και πέρναγαν οι μέρες και οι μήνες, και πλησίαζαν οι μέρες της γέννας, και κάθε μέρα χάιδευαν την κοιλίτσα της γριάς και λέγανε:&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;“Κάμε Θεούλη μου, κάμε Παναγίτσα μου: νά 'ναι καλό και κακό να μη δει.”&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Ήρθε η ώρα της γέννας, και γεννήθηκε το παιδάκι, και βγήκε τυφλό. Τό 'δανε οι γέροντες που ήτανε τυφλό το παιδί τους, μα δεν κλάψανε, ούτε είπανε κουβέντα. Παρά πήγανε κι ανάψανε κεράκι κι είπανε:&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;“Με το φως του το κεράκι να φωτίσει,&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;το φως του παιδιού μας να γυρίσει”.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Και έτσι κάθε Κυριακή, στο κερί που ανάβανε,&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;“Με το φως του το κεράκι να φωτίσει,&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;το φως του παιδιού μας να γυρίσει”.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Ο καιρός περνούσε, και το παιδάκι μεγάλωνε. Και χρόνο με το χρόνο, φαινότανε πως η καλοσύνη που ζητήσανε από το Θεό και την Παναγία, όταν δεν είχε βγει ακόμη από την κοιλιά της γερόντισσας μάνας του, μεγάλωνε κι αυτή μαζί. Κι αν ήτανε τυφλό, ποτέ δεν έπαψε να βοηθά τα γεροντάκια. Κι αυτά, από την άλλη, καταλάβανε από τόσο δα που ήτανε, πως κι αν του έλλειπε το φως των ομμαθιών, άλλο απαύγαζε από μέσα του, άσβεστο. Κι όχι μόνο τους δικούς βοήθαγε, παρά και τους τριγύρω, και τους ξένους, κι αυτούς που δεν είχε δει ποτέ του πριν, κι αυτούς που ποτέ δε θα ξανάβλεπε. Γιατί, αν είναι κάτι καλό να το προσφέρεις στους αγαπημένους σου, είναι καλό να το προσφέρεις σ' όλο τον κόσμο. Κι άμα κρατήσεις τους ανθρώπους όπως κρατάς στην καρδιά σου τους αγαπημένους σου, σε τίποτα δε διαφέρουν μεταξύ τους. Ούτε πιο καλοί, ούτε πιο κακοί είναι οι μεν από τους δε. Αυτά, δεν ήξερε ούτε το παιδί, ούτε οι γέροντες, ποιος τα έμαθε από ποιον. Το παιδί που τα άκουγε από τα γεροντάκια, ή τα γεροντάκια που βλέπανε τα λόγια να γίνονται πράξη.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Αυτό που όλοι ξέρανε, ήταν πως το παιδί αυτό ήταν ένα καλό παιδί. Για τούτο κανείς δε θυμόταν το όνομά του, παρά όλοι το φωνάζανε “καλό παιδί”. Και το ίδιο το καλό παιδί, δεν το πήρε ποτέ για παρατσούκλι, ή για πείραγμα, ή για υπερβολή, ή για άπρεπο τέλος πάντων, αφού όλοι έτσι το λέγανε, ακόμα και τα γεροντάκια, και απολύτως φυσικά, σαν το ρωτάγανε πώς το λένε, έλεγε την αλήθεια: “καλό παιδί”.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Μια φόρα, τον ίδιο τον καιρό λοιπόν, ήταν χειμώνας, και είχε πιάσει κι έριχνε τη βροχή – τουλούμι. Μέσα στη νύχτα την άγρια, χτύπησε η πόρτα. Ο θόρυβος από τη βροχή και η “περηφάνεια στ' αυτιά” των γερόντων, δεν άφησαν το χτύπο να τους ξυπνήσει. Και παραλίγο να μην τ' ακούσει ούτε το καλό παιδί, γιατί γινότανε κατακλυσμός και ο άνεμος μούγκριζε μέσα από τις γρίλιες των παραθύρων και τις σχισμές της πόρτας, ενώ ένας ήχος σα σφύριγμα βαθύ ερχόταν απ' το τζάκι. Παρ' όλα αυτά, το καλό παιδί άκουσε την πόρτα που χτυπούσε, σηκώθηκε και άνοιξε. Κι εκεί που άνοιξε, τι να δει;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Ένα παλικαράκι είχε γύρει στην πόρτα, αδύναμο από την κούραση και βρεγμένο μέχρι το κόκκαλο, και ποιος ξέρει πώς αλλιώς ταλαιπωρημένο. Τα ρούχα του μοιάζανε να μην είναι ντόπιο και το δέρμα του ήταν πιο ηλιοκαμένο από όποιου άλλου είχε δει ως τα τώρα. Το πήρε στα χέρια του, το κάθισε σε μια καρέκλα, του έβγαλε τα ρούχα τα βρεγμένα και το σκέπασε με μια κουβέρτα, ενώ αναζωπύρωσε τη φωτιά στο τζάκι. Τού 'δωσε να πιει κρασί ζεσταμένο, με ζάχαρη μέσα (“τσουκαλοκαυτό” καταπώς το λένε) και τού 'δωσε να φάει ό,τι υπήρχε: Λίγο ζωμό, ζεσταμένο, από ραδίκια, ελιές, ψωμί. Μα δεν ημπόριε να φάει και πολλά, γιατί δεν ένιωθε σωστά την κοιλιά του.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Πήρε να μιλάει κάποια στιγμή, λαχανιασμένα, μα δεν καταλάβαινε γρι το καλό παιδί.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;“Ξένο είσαι, σε ξένο τόπο κακόμοιρο” μονολόγησε το καλό παιδί, γιατί φαντάστηκε πως δε θα καταλάβαινε. Τό 'βαλε να ξαπλώσει στο κρεβάτι του και το σκέπασε με ό,τι είχε, γιατί έκαιγε το κορμί του από τον πυρετό, και κάθισε στο πλάι του.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Το πρωί, άνοιξε τα μάτια του ο ξένος, σα να ανοίξανε από μόνα τους στο φως του ήλιου που μπήκε από το παράθυρο, από τον καθαρό μετά τη βροχή ουρανό. Σαν το λουλούδι αυτό, το “μπούζι”, άβουλα, χωρίς να καταλαβαίνει, έψαχνε τον ήλιο. Και – λες και άκουσε το άνοιγμα των ματοτσίνορων – χαμογέλασε το καλό παιδί από χαρά, που έδειξε ο ξένος να έρχεται στα συγκαλά του.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Τον ταΐσανε σούπα με την κότα τους τη Μαριγώ, τον ποτίσανε κρασί, έγιανε ο ξένος, μα κουβέντα δεν αντάλλαξαν, μόνο αφουγκραζόταν το καλό παιδί και κοίταζε ο ξένος και αλλάζανε τα “ευχαριστώ” και “παρακαλώ”, τα “ξάπλω και ξεκουράσου”, τα “μη σε μέλλει” και “μη φοβάσαι”.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Ώσπου, μετά από λίγες μέρες, μια ζεστή μέρα, σηκώθηκε ο ξένος να φύγει.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Λυπηθήκανε, το καλό παιδί και τα γεροντάκια, μα ξέρανε πως του ξένου ο τόπος δεν είναι αυτός, παρά εκείνος ο ξένος τόπος απ' όπου ήρθε.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Τον ξεβγάλανε ως την πόρτα, και του δώσανε φαΐ για το δρόμο, και τα ρούχα του μανταρισμένα, καθαρά και ζεστά από τον ήλιο που τα στέγνωσε.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Όταν βγήκε από την εξώπορτα, εκεί που στάθηκαν για να τον κοιτάνε να ξεμακραίνει τα γεροντάκια, για να ακούει το καλό παιδί τα βήματά του στο μονοπάτι ως να σβήσουνε, γύρισε το ξενάκι και τους κοίταξε. Και θα ήταν εύκολο για τον καθένα, αν είχε τα μάτια του, να δει πως το ηλιοκαμένο πρόσωπο του ξένου έλαμπε.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Γύρισε και είπε στο καλό παιδί:&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;“Ήρθα στο σπίτι σου ασθενής και ταλαιπωρημένος, και με φρόντισες.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Μου έδωσες ό,τι είχες και δεν είχες για να γίνω καλά, κι ας μη με ήξερες, κι ας μη με γνώριζες ποτέ.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Ήμουν άρρωστος και μ' έγειανες.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Ήμουν πεινασμένος και με χόρτασες.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Ήμουν ταλαιπωρημένος και με ξεκούρασες.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Και τώρα που μ' έκαμες καλά, και μού 'δωσες ό,τι είχα ανάγκη χωρίς να ρωτήσεις και χωρίς να ξέρεις, θα σε κάνω κι εγώ καλά, και θα σου δώσω ό,τι έχεις ανάγκη.”&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Και πήρε χώμα και νερό της βροχής το ξενάκι, και έκαμε λάσπη, και άπλωσε στα μάτια του καλού παιδιού. Και τότε – θάμα μεγάλο – ηύρε το καλό παιδί το φως του.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Πήραν να αγκαλιάζουν τα γεροντάκια το καλό παιδί, και δεν πρόλαβαν να καταλάβουν καν το πότε εξαφανίστηκε από εκεί που στεκότανε ο Χριστός.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Αν όλα αυτά που σας αφηγούμουν ήσαν φανταστικές ιστορίες, τότε αυτός που θα τις έβγαζε από την κοιλιά του θα έβαζε μια τελεία και μια παύλα, και θα ξεμπέρδευε γράφοντας ίσως την ημερομηνία, και κανένα “Τέλος και τω Θεώ δόξα”. Αλλά επειδή όλα αυτά που σας εξιστορώ είναι πέρα για πέρα αληθινά, οφείλω να φροντίσω να μάθετε και τη συνέχεια.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Έτσι λοιπόν, για τρίτη φορά, εισακούστηκαν οι προσευχές των γερόντων, και βρήκε το καλό παιδί το φως του. Μα τούτο το φως των ομμαθιών του, δεν ήταν σαν όλων των ομμαθιών το φως. Σα να λέμε, ίδια κοιτούσαν – άλλα έβλεπαν. Αλλιώς δεν εξηγείται πώς σε κάθε τι που κοίταζε τούτο το καλό παιδί, έβρισκε κι έπαιρνε πάντα το καλό. Όπως αν το κακό δε μπορούσε να το δει.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Ήταν στο χωριό τους ένα παιδί, ο Μανώλης της Κουτσής, που είχε ξεχάσει και το ίδιο πως το λέγανε, γιατί “παλιόπαιδο” το ανεβάζανε, “παλιόπαιδο” το κατεβάζανε. Η αλήθεια ήταν πως ήταν πολύ σκανταλιάρικο και πολύ άτακτο. Αρκούσε να του πεις να μην κάνει κάτι, για να πάει και να το κάνει. Η μάνα του, έχοντας πρόβλημα με τα πόδια της, δεν πρόφταινε να το συμμαζέψει από δω κι από 'κει, μιας και όταν έπιανε την πιλάλα, ήτανε σα να έβγαζε φτερά και πετούσε. Κανείς δεν του παράβγαινε στο τρέξιμο και κανένας, μα κανένας δεν τον έπιασε ποτέ, όποτε τύχαινε να τον κυνηγήσει να τον καταχεριάσει για κάποια σκανταλιά.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Απ' το σπίτι που έμενε το καλό παιδί και τα γεροντάκια δεν πέρναγε συχνά, γιατί δεν ήταν πολύ κοντά στο χωριό, ούτε πολύ κοντά στο ποτάμι, που του άρεσε να τριγυρναει και να κολυμπάει. Στα τέλη του Αυγούστου όμως, που κάρπιζαν οι συκιές, πάντα συχνοπερνούσε. Γιατί το σπίτι βρισκόταν κάτω από τη σκιά μιας συκιάς ψηλότερης απ' όλες του χωριού, που είχει φυτρώσει εκεί, πριν ακόμα γεννηθούν τα γεροντάκια. Κι αυτή η συκιά – τό 'χαν να το λένε όλοι – έβγαζε τα πιο “μέλια” σύκα!&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Μετά τον δεκαπενταύγουστο λοιπόν, κάθε μια – δυο μέρες πέρναγε να δει αν είχαν γίνει τα σύκα, ν' αρπάξει κανένα. Πρέπει επίσης να σας πω για το “παλιόπαιδο”, πως έτρωγε πάντα τα νοστιμότερα φρούτα, στην πιο καλή περίοδό τους, από τους κήπους, τις αυλές και τα χωράφια των συγχωριανών του, κι ας παραφύλαγαν αυτοί. Κάθε που ωρίμαζαν τα φρούτα τους, μεγάλωνε μαζί και η ανησυχία μην τ' αδράξει το “παλιόπαιδο”. Το μάλωνε η μητέρα του σχεδόν κάθε μέρα, που γύριζε με την άκρη απ' τη φανέλα του γυρισμένη προς τα επάνω και γεμάτη από κάθε λογής καλούδια που μάζευε από 'δω κι από 'κει.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Κάποιο αυγουστιάτικο μεσημέρι λοιπόν, που είχε πάρει ένα καλάμι το καλό παιδί και μάζευε σύκα, να τα βάλει στο πηγάδι, να τα φάνε δροσερά μετά το γιόμα, είδε που καρτέρευε το “παλιόπαιδο”.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;“Ε, Μανωλιό, κόπιασε να σε φιλέψω!” μα εκείνος δεν κόπιασε στάλα, παρά έμεινε μακριά μπας και του τη φυλούσε. “Καλά τότε, θα σου αφήσω εδώ λίγα σύκα, να πας και της μάνας σου, κι άμα ξανάρθεις το απόγιομα, θα σού 'χω φυλαγμένα από το πηγάδι”.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Το “παλιόπαιδο” δε μίλησε, και καρτέρεψε να μπει μέσα το παιδί, για να πάει να πάρει τα σύκα. Πήγε ξανά το απόγευμα, και πήρε τα σύκα τα δροσερά, μα πάλι δεν είπε κουβέντα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Η αλήθεια είναι πως ήθελε να πλησιάσει και να πάρει τα σύκα που του προσέφερε το καλό παιδί, να μην περίμενε να φύγει για να πάει σαν κλέφτης. Δεν ήταν η κλεψιά που απολάμβανε το “παλιόπαιδο”, παρά η αίσθηση της λευτεριάς, της αλητείας που έκαμε τη ζωή ξέγνοιαστη για λίγο, όπως θά 'θελε να είναι πάντα. Ο λόγος που δεν πλησίαζε κανέναν πρόσωπο με πρόσωπο ήταν άλλος. Ήταν μια φωνή μέσα του, που του τσίριζε κάθε τρεις και λίγο “ΠΡΟΣΟΧΗ” και “ΦΥΓΕ” και “ΜΑΖΕΨΕ Ο,ΤΙ ΜΠΟΡΕΙΣ” και του θύμιζε αυτοστιγμίς όλες αυτές τις φορές που τόλμησε από μικρός να πλησιάσει τους άλλους και του τις έβρεξαν, ή τον μάλωσαν, ή τέλος πάντων, το μετάνιωσε πικρά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ακόμα και η μάνα του τον μάλωνε κάθε μέρα, μα αυτή ήταν μάνα του και δε μπορούσε να μη γυρίζει στο σπίτι.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Εκείνες τις μέρες, της ώριμης καρποφορίας της συκιάς, το ίδιο πράμα γίνηκε ξανά και ξανά. Μόνο που το καλό παιδί δεν ρώταγε πια για να πλησιάσει το “παλιόπαιδο” να το φιλέψει, παρά του έδειχνε με μιας το πού του είχε αφήσει τα σύκα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Ως που μια μέρα, από περιέργεια περισσότερο, φίμωσε το “παλιόπαιδο” για μια στιγμή τη φωνή και προχώρησε μπροστά να πάρει τα σύκα πρωτού να φύγει το καλό παιδί.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Η φωνή όλο και αγρίευε. Ίσαμε που βασάνιζε το “παλιόπαιδο”, μα ετούτο, πεισματάρικο καθώς ήταν, δεν ξεστράτισε, παρά κόντεψε περισσότερο και χαιρέτησε το καλό παιδί.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;“Καλώς το Μανωλιό!” του χαμογέλασε το καλό παιδί. “Έλα και πάρε τα σύκα. Κι άμα θες, να σου αφήσω το καλάμι να κόψεις όσα ποθεί η καρδιά σου. Να πας της μητέρας σου, να φιλέψεις και κανά γείτονα.”&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Πήρε τα σύκα το παιδί, και τά 'βαλε στη μπλούζα του, που τη γύρισε ανάποδα, κρατώντας την άκρη, μα ρώτησε αυτό που επαναλάμβανε συνέχεια η φωνή μέσα του:&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;“Και γιατί ρε καλόπαιδο μου δίνεις τα σύκα σου;”&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;“Γιατί είναι ωραία!”&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;“Κι ό,τι έχεις ωραίο, το δίνεις εσύ;” ρώτησε η φωνή τώρα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;“Φυσικά! Το μοιράζομαι.”&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;“Και γιατί δεν το φυλάς, να τό 'χεις μονάχα εσύ;” έσμιξε τα φρύδια της η φωνή.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;“Γιατί αν δεν το μοιραστώ – δε φτάνει.”&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;“Αν ήταν έτσι, όλοι θα θέλανε να μοιράζονται τα ωραία πράματα.” Αγανάκτησε η φωνή.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;“Όλοι το θέλουν. Κι όσοι δε θέλουν, όσα κι αν έχουν, δεν τους αρκούν των καψερών.”&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Το “παλιόπαιδο” γούρλωσε τα μάτια μ' αυτά που άκουγε. Τίποτε πιο παράξενο δεν είχε ακούσει. Τίποτε πιο απίστευτο.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;“Κι αφού είναι έτσι, δείξε μου το!” είπε ειρωνικά η φωνή.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Και πήρε το καλό παιδί χαμογελόντας από το χέρι το “παλιόπαιδο” και ξεκίνησαν να γυρίζουν τις γειτονιές και τα σπίτια και να ζητάει το καλό παιδί, από το κάθε σπίτι, ένα κάτι τις για λογαριασμό του “παλιόπαιδου”.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Στην αρχή, κανα-δυο τους στραβοκοιτάξανε, όταν ξεχωρίσανε το “παλιόπαιδο”. Μα στο χαμόγελο και τη χαρά του καλού παιδιού μπροστά, δεν κάμανε κουβέντα. Κι αν κάνεις έκαμε κουβέντα, κατευθείαν τον καλόπιανε το καλό παιδί, για το “πώς του είχε πει ο Μανωλιός το τι ωραία έφτιαχνε το ένα και το άλλο, ή πόσο νόστιμο ήταν μονάχα αυτουνού απ' όλο το χωριό το τάδε πράγμα!” γιατί τον συμβουλευότανε πρωτού να χτυπήσει κάθε πόρτα. Κι όλα τα σπίτια ανοίξανε την πόρτα τους, και φέρανε – γι' απ 'το φανάρι, γι' απ' το κελάρι, γι' απ' το δέντρο ένα φίλεμα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Και με κάθε φίλεμα, πιότερο βουβαινότανε η φωνή από μέσα του του “παλιοπαίδου”, πιότερο σιγάνευε. Μονάχα σε ένα σπίτι δε χτυπήσανε την πόρτα, μα εκεί δεν είχε τίποτα αυτός που έμενε, να φτιάχνει, να καλλιεργεί για να μαγειρεύει. Και τίποτα από εκεί δεν ήταν που να πεθυμούσε το “παλιόπαιδο”. Μόνο τα λεφτά του μέτραγε ξανά και ξανά ο καψερός, και ποτέ δεν τά 'βρισκε αρκετά.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;Σιγά – σιγά, έπαψε ν' αρπάζει πράματα το “παλιόπαιδο” από τους συγχωριανούς του.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Κι αυτοί έπαψαν πια να τον λένε παλιόπαιδο, κι αρχίσανε να τον φωνάζουνε “Μανωλιό”, κατά πώς ήταν τ' όνομά του. Και τίποτε δεν τους έλλειψε πια, ούτε απ' το Μανωλιό, ούτε απ' τους συγχωριανούς του. Και, επειδή με τα μάτια που τού 'δωσε ο Χριστός, μόνο το καλό είδε στο “παλιόπαιδο” το καλό παιδί, γίνανε, το καλό παιδί και το “παλιόπαιδο”, φίλοι αδελφικοί.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Κι έτσ' είναι μέχρι τώρα!&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;06:26 μ.μ.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Μ. Παρασκευή, κε' Απριλίου ,βη'&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"&gt;Δεν είν' η ανάσταση,&lt;br /&gt;μα η επανάσταση&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-8835846267808606190?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/8835846267808606190/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=8835846267808606190' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/8835846267808606190'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/8835846267808606190'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2008/04/blog-post_27.html' title='Το καλό παιδί'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-1922872290264148648</id><published>2008-04-25T16:13:00.007+03:00</published><updated>2008-04-25T16:44:49.821+03:00</updated><title type='text'>Το συναπάντημα</title><content type='html'>Είναι δυο χρόνια τώρα που η Μεγάλη Παρασκευή μοιάζει με φωτογραφία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μεγάλη Παρασκευή, στην τελευταία μου δουλειά ισούται με σίγουρη αργία, η μόνη μέρα του χρόνου. Έτυχε το λοιπόν να ξυπνήσω σχετικά νωρίς, να πάω στην κουζίνα και να κοιτάξω από το τζάμι της μπαλκονόπορτας. Έκανε ψύχρα και στο πεζοδρόμιο καθότανε ένα παλικάρι, προφανώς περιμένοντας να περάσει κάποιος και να τον πάρει για δουλειά.&lt;br /&gt;Τώρα πια που γίναν περισσότερα τα μαγαζιά και άνοιξε και τράπεζα - λιγότερο, αλλά στη γειτονιά μου συνήθιζα να βλέπω αλλοδαπούς να περιμένουν να τους παραλάβει το μεροκάματο.&lt;br /&gt;Μια κάθε τόσο, και το περιπολικό, που σήμαινε τρέξιμο, ή τρεξίματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν το λοιπόν, μόνο στο κρύο το παλικάρι, κι εγώ αναρωτιώμουν αν θα έπρεπε να κατέβω να του πω πως δεν είναι μέρα για μεροκάματο και να μην ξεπαγιάζει άδικα.&lt;br /&gt;Εκείνη την ώρα, είδα μέσα από το τζάμι τη μαύρη φιγούρα ενός ιερωμένου. Είδα μόνο την πλάτη του, αλλά ξεχώρισα το νεύμα που έκανε με το κεφάλι του, μια ελαφριά υπόκλιση προς το παλικάρι καθώς περνούσε από δίπλα του και - προφανώς - το βλέμμα τους διασταυρώθηκε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακόμα δεν έχω κάτσει να ψάξω αν έχει νόημα η εικόνα αυτή. Μα είναι μέσα μου, όλο αυτό το συμβάν, μια πλήρης "σεκάνς" ("σκηνή" ελληνιστί) με αρχή, μέση και τέλος. Με δράση, μα που θα μπορούσε να δωθεί και με μια φωτογραφία. Στατική μεν, μα εμπεριέχουσα το πριν και το μετά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για την πένθιμη καμπάνα που ακουγόταν - όπως τώρα, καλή ώρα - από την εκκλησία παραδίπλα δε χρειάζετε να σας πω πολλά για να την περιγράψω. Οι περισσότεροι που μπορεί να φτάσετε ως εδώ να διαβάσετε αυτές τις γραμμές, θα έχετε τον ήχο πρόχειρο μέσα σας.&lt;br /&gt;Από τότε, η μπαλκονόπορτα της κουζίνας κοιτάζει σε τοίχο, μιας και η τράπεζα και τα μαγαζιά ήταν η αρχή της ανάπτυξης της περιοχής μόνο.&lt;br /&gt;Μα η Μεγάλη Παρασκευή, πιότερο από επιτάφιους και στολίσματα στο χωριό, από τις περιφορές στην Αγία Ειρήνη, Αιόλου - Σύνταγμα και πάλι πίσω, από τις μπάντες του στρατού που αταίριαστα γινόντουσαν αγγαρεία, είναι αυτό το συναπάντημα.&lt;br /&gt;Μια φωτογραφία που ποτέ δεν πάρθηκε, μα εντυπώθηκε αφηρημένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;04:35 μ.μ.&lt;br /&gt;Μ. Παρασκευή, κε' Απριλίου ,βη'&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φυσάει βοριάς...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν δεν προκάμω το παραμύθι ως την Κυριακή,&lt;br /&gt;καλή Ανάσταση νά 'χουμε!&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-1922872290264148648?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/1922872290264148648/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=1922872290264148648' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/1922872290264148648'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/1922872290264148648'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2008/04/blog-post_25.html' title='Το συναπάντημα'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-4547239599570639527</id><published>2008-04-01T01:42:00.006+03:00</published><updated>2008-04-08T04:10:43.210+03:00</updated><title type='text'>Το Ψαρόδεντρο (μέρος τέταρτο και τελευταίο)</title><content type='html'>(Ή αλλιώς,&lt;br /&gt;"Το ψαρόδεντρο, μέρος τέταρτο:&lt;br /&gt;το ψαρόδεντρο κι η Μεγάλη Σκοτεινιά")&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Συνέχεια από το&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt; &lt;a href="http://exirio.blogspot.com/2008/03/blog-post.html"&gt;τρίτο μέρος&lt;/a&gt;, που έδινε συνέχεια στο&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt; &lt;a href="http://exirio.blogspot.com/2008/02/blog-post.html"&gt;δεύτερο μέρος&lt;/a&gt;, που κι αυτό έδινε συνέχεια στο &lt;a href="http://exirio.blogspot.com/2008/01/blog-post.html"&gt;πρώτο&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Φτάσανε επιτέλους οι κατεργάρηδες στην κορυφή του βουνού Τζίτζι, όπου στάθηκαν λίγο και άρχισαν να ξεχωρίζουν μέσα στη σκοτεινιά, μια ακόμα πιο μαύρη μεριά, που λίγο – λίγο οι άκρες της φτιάχναν το περίγραμμα ενός πλάσματος. Ενός πλάσματος που περιγραφόταν από την απουσία κάθε ενός άλλου όντος εκεί που υπήρχε. Εκεί που δε φαινόταν τίποτα.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Ο άνεμος δεν ακουγόταν και όλοι ήσαν στην κορυφή είχαν σωπάσει κι αυτοί.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Η βαριά ανάσα των αναβατών, θαρρείς πως είχε φιμωθεί από το δέος που τους πλημμύριζε.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Ο Αργύρης, το εξάψυχο μικρό γατάκι, στεκόταν καμπουριασμένο πιο 'κεί με τα μπροστινά του πόδια τεντωμένα εμπρός. (Η αλήθεια είναι πως ευχόταν να είχε μπροστά του μια λάμια, ή έναν δράκο, ή ένα τέρας τέλος πάντων που θα ήταν από τζάκι μεγάλων και φοβερών τεράτων, για τα οποία λέμε ιστορίες τα βράδια, αντί αυτό το ανεκδιήγητο ον). Ενώ ο Ποντικός, στεκόταν καμπουριασμένος πιο 'κει με τα μπροστινά του πόδια τεντωμένα πίσω, πιασμένα στην πλαγιά. Κι οι δυο γρυλίζανε.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Ακούστηκε τότε μια βροντή, όχι, όχι βροντή, λάθος κάνω. Ήταν μια φωνή βροντερή και βαθειά, σα να σειότανε ολάκερο το Τζίτζι:&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Δε θέλατε να κάμετε καθώς σας τά 'χα πει, και η Μαύρη Σκοτεινιά τούτα δε συγχωρεί!&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Βίο και βιός θα χάσετε αφού με παρακούτε, κι απ' την κορφή ως τα ριζά τώρα θε να ριχτείτε!”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Έριξε αυτοστιγμίς έναν πήδο ο Ποντικός και πέταξε από την κορυφή του Τζίτζι τα δυο παιδιά, το γιο του ψαροδέντρου και το γιο του Ποντικού, σπρώχνοντας τα από πίσω. Και ξέμεινε στην κορυφή μόνος του, δίπλα ακριβώς στη Μαύρη Σκοτεινιά, με ρίγη να ανεβοκατεβαίνουν τη ραχοκοκκαλιά του.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Εγώ δεν ήθελα να έρθω εδώ πάνω. Με εξαπατήσανε αυτοί οι δυο μπαγαπόντηδες, αλλιώς θα ήμουν τώρα στη δουλειά μου, στην πλαγιά, στο λατομείο.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Να μεγαλειότατη, είδατε τι τους έκαμα; Εγώ μόνο το καλό σας θέλω! Δούλος σας αληθινός και παντοτινός!”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Και πήρε τότε το πετρωμένο από το φόβο του εξάψυχο γατάκι, τον Αργύρη, και το πέταξε μαζί με τους δυο γιους του ψαροδέντρου (γιατί εσείς το ξέρετε καλύτερα απ' όλους, δεν ήταν γιος του Ποντικού αυτός, όπως το έλεγε). Και η Μαύρη Σκοτεινιά, γέλαγε τρανταχτά και τα πάντα γύρω τρέμανε.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Και πήρανε τα δυο κορμιά να κατρακυλούν όλη την πλαγιά του βουνού ίσαμε κάτω, και πίσω τους ο Αργύρης, το γατάκι. Ο Αργύρης, το γατάκι, που από δω και στο εξής, δε θα το λέμε εξάψυχο, παρά πεντάψυχο, γιατί από το πέσιμο το πολύ, ξεψύχησε τη μια ψυχή και έμεινε με πέντε.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Μα ας τους αφήσουμε αυτούς, κι ας ανεβούμε ξανά στην κορυφή του βουνού, να ειδούμε το τι γινήκανε όλοι οι άλλοι που ήσαντε εκεί, χωρίς τους γιους του ψαροδέντρου πια.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Σαν είδαν οι κατεργάρηδες τους πιο γερούς και τους πιο αντρειωμένους να πέφτουν, να τσακίζονται απ' την κορφή του Τζίτζι, αμέσως όλοι λούφαξαν, ή φύγανε τρεχάτοι, όλοι με μια κατάρα μέσ' απ' τα δόντια, για τη μαύρη μοίρα τους, για τη Μαύρη Σκοτεινιά, για τους γιους του ψαροδέντρου ή για το “λειψό μυαλό” τους. Ενώ η κόρη του βασιλιά των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι, η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο, έτρεξε στην κορφή, κλαίουσα κι οδυρόμενη. Κλαίουσα ωσάν την ιτιά που έτσι ονομάζουν. Το φόρεμά της, (ο Μάης με τα λούλουδα) ακέριο εμαράθη, και τα χρυσά μαλλιά της, κρύβαν τα μάτια της, πού 'ταν γεμάτα δάκρυα, κρύβαν τα χείλη τα πικραμένα. Έσκυψε ν' αντικρίσει το χαμό των δυο του ψαροδέντρου, μα να διακρίνει δεν ημπόριε μέσ' απ' τα δάκρυα και το ύψος, τη Μαύρη Σκοτεινιά και την αντάρα που σηκώθηκε. Και με μιας την άρπαξε, και χάθηκε εντός της, η πριγκιποπούλα των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι , η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο. Και πήρε ν' απομακρύνεται η Μαύρη Σκοτεινιά, και η απέραντη σιωπή, και η παγωνιά στη ραχοκοκκαλιά του κάθε ενός.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Πήρε τότε να φωνάζει ο Ποντικός πως “Μη νομίζετε, και όλοι τα ίδια θα πάθετε αν ξανά δε με ακούτε, και πάτε κόντρα στη Μαύρη Σκοτεινιά! Κι αν δεν ήμουν εγώ, όλους θα σας είχε καταπιεί, μα είμαι μεγαλόκαρδος και σας προστάτευσα. Και πάρτε τώρα αμέσως το δρόμο πίσω για τα κάτεργα, κι άλλο μη μ' εξοργίζετε.”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Ας αφήσουμε όμως τώρα τα καμώματα του Ποντικού και ας κατέβουμε την πλαγιά του βουνού ίσαμε τη θάλασσα, εκεί που φτάσανε οι γιοι του ψαροδέντρου. Τα κορμιά τους κείτονταν αντάμα, χωρίς να κουνιούνται, παρά μόνο για μια στιγμή, αποπνέοντας, όντ' έγινε το παράξενο: Ήταν σα να σηκώθηκε από τη στερνή τους την πνοή αγέρας δυνατός, και κύματα θαλασσινά ορθώθηκαν, και πήγαινε όλο και πιο άγριος ως το πέρας της θάλασσας, και έδειρε τους κάμπους, και σκόρπισε μπουγάδες από τα σκοινιά, και πήρε μαζί του κεραμίδια, κι έφτασε οργισμένος ίσαμε την αυλή του Κυριάκου.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Εκεί, έγειρε ο αγέρας το ψαρόδεντρο, τού συλλάβισε ανάμεσα στα φύλλα τα πάθια των παιδιών του, κι ύστερα κόπασε. Ύστερα, μέσ' απ την άπνοια κι από τη σιωπή, σηκώθηκ' ένας στρόβιλος ανέμου, κι ωσάν το χέρι ενός γίγαντα πανίσχυρου, ξερίζωσε το θεόρατο ψαρόδεντρο από τη γης και το εκσφεντόνισε ψηλά.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Πήγε, και πήγε, κι έφτασε ως τα σύγνεφα, και γύρισε να πέσει μες στη θάλασσα. Κι ύστερα, μες στα κύματα, με την κορφή προς τα νησιά Μίτζι και Χότζι, πήγαινε ευθύς προς τα παιδιά του το ψαρόδεντρο, μ' άνεμο ούριο και ψάρια, δελφίνια και θαλασσοπούλια τριγύρω, να το συνοδεύουν. Άλλα για συμπαράσταση, άλλα από ενθουσιασμό και περιέργεια, άλλα γιατί θελήσανε να γίνουνε κοπάδι.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Όντ' έφτασε πια στην άκρη του βουνού Τζίτζι το ψαρόδεντρο, στην άκρη της θάλασσας, στα δίδυμα νησιά Μίτζι και Χότζι ανάμεσα, δεν το σταμάτησε ούτε η στεριά, ούτε το ρεύμα της θαλάσσης, παρά συνέχισε την πορεία του, ίσαμε να ξοκείλει δίπλα στα παιδιά του. Να χώσει ανάμεσά τους τα κλαδιά του και να τα σκεπάσει μ' αυτά. Και δίπλα, με τα μάτια όλορθα, κοιτούσε το πεντάψυχο γατάκι, ο Αργύρης, που δεν αποχωρίστηκε τους φίλους του ίσαμ' εκείνη την ώρα.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Ύστερα, μες στην μαύρη σκοτεινιά, άρχισε να γίνεται ένα θάμα: από ανάμεσα στα κλαριά του ψαροδέντρου, κι απ' τ' ασημιά του φύλλα σαν της λεύκας, άρχισε να φωτίζει ένα φως πρασινωπό. Κι αυτό το φως, όλο και πιο πολύ θέριευε και φώτιζε τριγύρω, ίσαμε που σε τύφλωνε να το κοιτάς, και στην αρχή σα κίτρινο άλλαξε κι έγινε, κι ύστερα, που ήταν ακόμα πιο δυνατό, τό 'λεγες άσπρο. Τόσο δυνατό ήτανε, που κρύφτηκε το πεντάψυχο μικρό γατάκι, ο Αργύρης, με καψουρισμένη μια τρίχα απ' τη μουσούδα του, πίσω απ' ένα βράχο στην ακροθαλασσιά. Και τούτο το φως απλώθηκε κι έσχισε τη Μαύρη Σκοτεινιά στα δύο. Κι από μέσα απ' το ψαρόδεντρο, βγήκαν ξανά, σαν πρώτα, οι δυο γιοί του, και μέσα απ' τη Μαύρη Σκοτεινιά, φάνηκε ψηλά ένα σύγνεφο, με την πριγκιποπούλα των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι , την πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο. Και κάτω από τα πόδια της, κάτω απ' το σύγνεφο αντίκριζε ξανά το βασίλειό της ηλιολουσμένο.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Ήρθε ο ανεμοστρόβιλος λοιπόν ξανά, και πήρε και σήκωσε μαζί το ψαρόδεντρο, τους γιους του, και το πεντάψυχο μικρό γατάκι τον Αργύρη. Τους πήρε και τους πήγε ίσα ψηλά στο σύγνεφο.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Εκεί, ήταν ακόμη απομεινάρια της Μαύρης Σκοτεινιάς, γιατί ποτέ σου τη Μαύρη Σκοτεινιά δεν τη σκοτώνεις, παρά την αποτινάζεις από πάνω κι από μέσα σου μονάχα. Και στροβιλίστηκε ανάμεσά της το ψαρόδεντρο, κι έπεσε – σα να του δώσανε την τελευταία πελεκιά οι ξυλοκόποι – από το σύγνεφο ίσια στη θάλασσα βαθιά, όπου με τη Μαύρη Σκοτεινιά μπλεγμένη στα κλαδιά του, έφτασε σε βάθη απλησίαστα, κι από ανθρώπους κι από ζώα, κι εκεί την άφησε. Και από τότε, στα βάθη τα απύθμενα της θάλασσας το φως δε φτάνει. Μα λένε πως σ' αυτά τα βάθη, τα πιο μεγάλα, στέριωσε τις ρίζες του το ψαρόδεντρο. Και αν μπορέσεις και βουτήξεις από τη Μαύρη Σκοτεινιά ακόμα πιο βαθιά, θα βρεις τη λάμψη του, πρασινωπή πρώτα, και πιο κοντά κίτρινη, κι ύστερα, εκτυφλωτικά λευκή να βασιλεύει.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Ο πρωτότοκος γιος πήρε την πριγκιποπούλα, την πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο για γυναίκα του, όπως τό 'θελε. Μα δεν εζήσανε μαζί πάνω στον ουρανό στα σύγνεφα, παρά γυρίσανε στα δίδυμα νησιά Μίτζι και Χότζι και χτίσανε τ' αρχοντικό τους στους πρόποδες του όρους Τζίτζι. Απ' όπου φροντίσανε να έχουν όλοι οι νησιώτες ό,τι ποθούν και χρειάζονται για νά 'ναι ευτυχισμένοι. Κι ούτε κακία κρατήσανε, μήτε θέλησαν να τιμωρήσουν τον Ποντικό για τα καμώματά του.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Ο ίδιος όμως, μη μπορώντας να γυρίσει στον παλιό τρόπο ζωής, μη μπορώντας ν' αντικρίσει τον ξεπεσμό, έβγαλε τα μάτια του. Χώθηκε ύστερα βαθιά μέσα στη γη, σκάβοντας τρύπες και λαγούμια μες στα σκοτάδια, ψάχνοντας νά 'βρει τη Μαύρη Σκοτεινιά ξανά. Κι ετούτος ο Ποντικός είναι που γίνηκε γνωστός σαν τυφλο-Πόντικας.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Το πεντάψυχο μικρό γατάκι, ο Αργύρης, δεν κάθησε στο όρος Τζίτζι, στους δίδυμους νήσους Μίτζι – Χότζι, παρά γύρισε πίσω στον Κυριάκο μιαν ωραία πρωία (και τον βρήκε να φτιάχνει τα κεραμίδια της σκεπής, που τά 'χε πάρει ο αγέρας) αφού τον πήγε, ακριβώς όπως τον πήρε ο δευτερότοκος γιος του ψαροδέντρου: καβάλα σ' ένα σύγνεφο!&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Έγινε γάτος μεγάλος και δυνατός, κι έζησε με τον Κυριάκο ως τα βαθιά γεράματα, λέγοντας στα άλλα, τα μικρά γατιά, πως όταν ήταν κι αυτός μικρός ωσάν κι αυτά, ετούτα κι ετούτα πέρασε.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Μα όσα ψαροκόκαλα κι αν έθαψε από τότε, ποτέ δε φύτρωσε ξανά ψαρόδεντρο στον κήπο.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Ο δευτερότοκος γιος του ψαροδέντρου ακόμη αρμενίζει πάνω στα σύγνεφα. Και καμιά φορά, ακούγεται πως κάποιος πιλότος αεροπλάνου, αερόστατου ή αερόπλοιου, ξεχώρισ' έναν άνθρωπο ανάμεσα στα σύγνεφα. Άλλοι τον λεν ψηλό, άλλοι κοντό, άλλοι λευκό, άλλοι μαύρο, άλλοι παιδί μικρό κι άλλοι γέροντα. Μα δεν το ξέρουν πως είναι ο γιος του ψαροδέντρου, που γυρίζει τον κόσμο συγνεφοπαρμένος κι όπου καϋμός και σκοτεινιά, παλεύει για να ξαναφέρει φως.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;1:32 π.μ.&lt;/p&gt;   &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Τρίτη, α' Απριλίου ,βη'&lt;br /&gt;Τον καιρό που το φως της μέρας,&lt;br /&gt;νικηφόρο κατατροπώνει το σκότος της νυκτός.&lt;/p&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color: rgb(102, 0, 0);font-size:85%;" &gt;&lt;/span&gt;1:57 π.μ.&lt;br /&gt;Τρίτη, α' Απριλίου ,βη'&lt;br /&gt;Καλημέρα, καλό μήνα, καλή άνοιξη.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-4547239599570639527?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/4547239599570639527/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=4547239599570639527' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/4547239599570639527'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/4547239599570639527'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2008/04/blog-post.html' title='Το Ψαρόδεντρο (μέρος τέταρτο και τελευταίο)'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-7409096184787995286</id><published>2008-03-27T05:02:00.002+02:00</published><updated>2008-03-27T05:35:55.585+02:00</updated><title type='text'>Η συνέχεια του παραμυθιού</title><content type='html'>Είναι μέρες τώρα, που δε συμμαζεύομαι&lt;br /&gt;να γράψω τη συνέχεια του παραμυθιού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν είναι που δεν έχω τί να γράψω.&lt;br /&gt;Είναι που φοβάμαι να αντιμετωπίσω&lt;br /&gt;αυτά που ήδη, πριν να τα γράψω,&lt;br /&gt;μου αποκαλύφθηκαν μελλούμενα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το παραμύθι, χαρά έχει στο τέλος.&lt;br /&gt;Όμως, πώς θά 'θελα&lt;br /&gt;από τον πόνο να ξεφύγω.&lt;br /&gt;Όμως, πώς θά 'θελα&lt;br /&gt;τα ειπωμένα ν' αρνηθώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν το γνωρίζω πως ενώ "ένα συν ένα" -&lt;br /&gt;"δύο" λογιάζονται και "δύο" τα μετρώ.&lt;br /&gt;Μία παρόρμηση, μια δύναμη και μέθη&lt;br /&gt;φτιάχνει ένα άθροισμα πέρα από αυτό,&lt;br /&gt;που ενστερνίζομαι, που δεν κατανοώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;05:32 π.μ.&lt;br /&gt;Πέμπτη, κζ' Μαρτίου ,βη'&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εντός του οίκου,&lt;br /&gt;των οικείων νοσταλγός.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-7409096184787995286?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/7409096184787995286/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=7409096184787995286' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/7409096184787995286'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/7409096184787995286'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2008/03/blog-post_27.html' title='Η συνέχεια του παραμυθιού'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-7493327050536891425</id><published>2008-03-15T19:53:00.005+02:00</published><updated>2008-03-27T05:01:58.665+02:00</updated><title type='text'>Το μεσημέρι που ο Πεσσόα συναντήσε τον Καβάφη</title><content type='html'>Νόμισε ο άνθρωπος - ο συμπαθής - πως ήτανε θυσία που σηκώθηκα.&lt;br /&gt;Μα δεν είδε αυτά που είδα, καθήμενος.&lt;br /&gt;Τα βλέμματα τα αφοσιωμένα,&lt;br /&gt;τους καθισμένους ανακούρκουδα,&lt;br /&gt;τους γονυπετείς,&lt;br /&gt;τους αγκαλιασμένους από τους ώμους φίλους του.&lt;br /&gt;Κι όλοι μαζί να φαντασιώνονται, με βοήθεια τη μεγάλη οθόνη,&lt;br /&gt;τη νύχτα που ο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη.&lt;br /&gt;Για αυτό, ίσως να μην κατάλαβε, όταν του είπα πως&lt;br /&gt;είχα κι εγώ όφελος που σηκώθηκα, αντί για παρακαλώ.&lt;br /&gt;Χάρηκα όμως με τη χειραψία, μην το κρύψω.&lt;br /&gt;Και ένοιωσα μια ζεστασιά από τους τόσους ανθρώπους&lt;br /&gt;που στάθηκαν να ακούσουν και να δουν&lt;br /&gt;για το Saturnia και τους επιβάτες του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;20:08&lt;br /&gt;Σάββατο, ιε' Μαρτίου ,βη΄&lt;br /&gt;Πριν το γυρισμό.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-7493327050536891425?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/7493327050536891425/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=7493327050536891425' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/7493327050536891425'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/7493327050536891425'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2008/03/blog-post_15.html' title='Το μεσημέρι που ο Πεσσόα συναντήσε τον Καβάφη'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-2913232799068289468</id><published>2008-03-08T10:36:00.005+02:00</published><updated>2008-04-15T03:47:43.367+03:00</updated><title type='text'>Το Ψαρόδεντρο (μέρος τρίτο)</title><content type='html'>(Ή αλλιώς,&lt;br /&gt;"Το ψαρόδεντρο, μέρος τρίτο:&lt;br /&gt;Ο γιος του ψαροδέντρου κι ο γιος του Ποντικού")&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Συνέχεια από το &lt;a href="http://exirio.blogspot.com/2008/02/blog-post.html"&gt;δεύτερο μέρος&lt;/a&gt;, που έδινε συνέχεια στο &lt;a href="http://exirio.blogspot.com/2008/01/blog-post.html"&gt;πρώτο&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Φάνηκε τότενες στη ματιά του ανθρώπου μία λάμψη – για μια στιγμή μονάχα – σα να καθρεφτιζόταν στα αλήθεια μες στα μάτια του, ο ήλιος πού 'χε ξυπνήσει μες στο νου του.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Και χαρούμενος, ο γιος του ψαροδέντρου, τον ρώτησε:&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Έρχονται άλλοι άνθρωποι εδώ, απ' άλλα μέρη, έξω από εμάς;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Υπάρχει δρόμος να πάνε και να 'ρθούν όσοι το θέ'νε;”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Πολλών, η Μαύρη Σκοτεινιά παρέσυρε καράβια στις στεριές μας, που τσακισμένα τά 'κλαψαν – ναυάγια. Μα ούτε έναν δεν ξέρω που να βρήκε μέσ' άπ' τη Μαύρη Σκοτεινιά το δρόμο να ξεφύγει.”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Και τι απογίνονται οι ναυαγοί και οι παραπλανημένοι;”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Άλλους τους βλέπεις ξανά, να δουλεύουνε σα σκλάβοι, κι άλλους ποτέ ξανά δεν συναντάς, ωσάν να μην υπήρξαν.”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Έλα λοιπόν και δείξε μου, άνθρωπέ μου πού είναι αυτά τα κάτεργα. Κι ύστερα πού θά 'βρω του τόπου τους ανθρώπους. Να μαζευτούμε για να διώξουμε τη Μαύρη Σκοτεινιά που μας κυνηγά.”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Μα ούτε κουβέντα δε δεχότανε ο άνθρωπος του τόπου, για να πάει στα κάτεργα να του δείξει. Και μόνο να του δώσει οδηγίες για το δρόμο δέχτηκε.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Πήρανε το δρόμο πάλι και οι τρεις, ο δευτερότοκος γιος του ψαροδέντρου, η κόρη του βασιλιά των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι, και το εξάψυχο μικρό γατάκι -ο Αργύρης- και πήγαν για τα κάτεργα, που ήσαν στους πρόποδες ενός βουνού.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Εκεί βρήκαν ανθρώπους πολλούς να σκάβουν το βράχο. Που να νομίζεις πως τούτο το βουητό, δεν ήταν πράμα των ανθρώπων, παρά πως το ίδιο το Βουνό – το Τζίτζι – εμαχότανε με τη Γη όπου πατούσε.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Οι άνθρωποι, απλωμένοι στο λατομείο, χτυπούσαν με τις αξίνες τους την πέτρα, μα ετούτη, αντί να πετάει σπίθες φωτεινές, πέταγε σκοτεινές. Θαρρούσες κάθε που έσμιγε το σίδερο με την πέτρα, πως σκοτείνιαζε λίγο παραπάνω αυτή η παχιά σκοτεινιά που απλωνόταν ολούθε τριγύρω.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Δεν πέρασαν δυο στιγμές, και οι τρίχες του εξάψυχου μικρού γατιού -του Αργύρη- σηκώθηκαν όλορθες.  &lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Εκεί, εκεί είναι ο γιος του ψαροδέντρου!” φώναξε και πήραν να τρέχουν ξωπίσω από το εξάψυχο μικρό γατί, ο αδελφός του και η πριγκιποπούλα. Έτρεχε το γατί προς τον γιο του ψαροδέντρου, που ξεχώριζε έτσι μικροκαμωμένος που ήταν ακόμα ανάμεσα στους άλλους κατεργάρηδες.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Με το που τον αντάμωσαν, όρμηξε να τον αγκαλιάσει ο αδελφός του, μα ο πρωτότοκος τραβήχτηκε ανήσυχος.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Μη φοβάσαι γιε του ψαροδέντρου, κι ο αδελφός σου είμαι.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Έλα και αγκάλιασέ με κι εσύ, και τώρα που σμίξαμε ποτέ δε θα ξεχωριστούμε.” Είπε ο δευτερότοκος του ψαροδέντρου. Μα ο πρωτότοκος δεν έκαμε βήμα, ούτε μπροστά, ούτε πίσω, παρά έστεκε και κοιτούσε ανίδεος, αγνώστους. Ούτε το εξάψυχο γατί αναγνώρισε -τον Αργύρη-, που τον ήξερε από την πρώτη μέρα της ζωής του, ούτε ακόμη – ακόμη και την κόρη του βασιλιά των διδύμων νήσων Μίτζι – Χότζι, πριγκιποπούλα και πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο, που πάντα ήθελε να την παντρευτεί και να ζήσουν για πάντα πάνω στα σύγνεφα. Πολλά μάλλον δε γνώρισε τον αδελφό του, που πρώτη φορά αντίκριζε.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Άρχισε μάλιστα να τους ομιλεί και να λέγει πως κανενός “ψαροδέντρου” δεν είναι γιος, και ούτε ψαρόδεντρα υπάρχουν. Ούτε στις θάλασσες, ούτε στη στεριά κανείς δεν έχει περιγράψει τέτοιο πράγμα. Μα και να υπήρχε, κανείς δε θα μπορούσε να το δει, μες στη Μαύρη Σκοτεινιά. Παρά πατέρας του είναι ο Ποντικός, και για τούτο είναι τόσο μικροκαμωμένος. Πάνω στο λόγο ξεπήδησε ο Ποντικός να μολογήσει το ίδιο. Και πως από μικρό ποντικάκι, με κόπους και θυσίες, μεγάλωσε το γιο του, που να, κοτζάμ θεριό ίσαμ' εκεί πάνω έχει φτάσει να γίνει. Μα καλύτερα να μη χασομεράνε και να γυρίσουν στο κάτεργο, γιατί κανείς δε γλιτώνει από τη Μαύρη Σκοτεινιά, που είναι παντού και μπορεί να κρύβει μέσα της τα πάντα.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Μόνο το φως δε μπορεί να κρύψει μέσα της”, είπε ο δευτερότοκος του ψαροδέντρου. Και ο Ποντικός τον κοίταξε στραβά, καθώς ήδη είχε γυρίσει προς το λατομείο.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Ο γιος του Ποντικού (έτσι θα τον λέμε για την ώρα τον πρωτότοκο γιο του ψαροδέντρου, μιας και αυτός νομίζει ότι είναι) όμως, δεν το κούνησε ρούπι από τη θέση του. Ήταν λίγο πως δε μπορούσε να μη θαυμάζει τη πριγκιποπούλα, την πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο, κι ύστερα, ήταν τόσο περίεργη αυτή η ιστορία, και τόσο γνωστό το σουσούμι τούτου του γατιού, που ήθελε ν' ακούσει κι άλλα.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Χωρίς κουβέντες και χασομέρια, έλα ευθύς παραπέρα να μιλήσουμε. Μακριά απ' αυτό το μπουμπουνητό και θα τα μάθεις όλα”.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Κι έτσι έγινε. Αρχίσανε να συνεννοούνται τούτοι οι δυο, και σε δυο στιγμές, είχε μάθει ξανά και ο γιος του Ποντικού τα όσα εμείς εμάθαμε από την αρχή της ιστορίας.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Αποφάσισε τότε ο γιος του Ποντικού, ακόμα και χωρίς να είναι βέβαιος για την ύπαρξη του ψαροδέντρου, να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του να βοηθήσει τούτους τους ανθρώπους, και τούτο το θαρραλέο ζώο.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Άρπαξε το λοιπόν το καμπανάκι από τα κάτεργα. Αυτό ήταν που οδηγούσε μες απ' τη Μαύρη Σκοτεινιά, τους κατεργάρηδες στο λατομείο.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Άρχισε τότε να το χτυπάει, και όλοι αφήσανε τη δουλειά τους στη μέση και πήρανε να το ακολουθούνε. Κουδούναγε, κουδούναγε, και πήγαινε μπροστά, ίσαμε πού 'φτασε σ' ένα πλάτωμα και σταμάτησε. Σταμάτησαν και οι κατεργαραίοι, με μια απορία ζωγραφισμένη στη μουτσούνα τους. Πήρε τότε να τους μιλάει ο δευτερότοκος γιος του ψαροδέντρου, και να τους εξηγεί πως τούτη η Μαύρη Σκοτεινιά δεν είναι όλο κι όλο που υπάρχει στον κόσμο. Πως ούτε θα πρέπει να  αφήσουν το μελάνι της να τους τρώει την καρδιά σαν το σαράκι, μήτε να δουλεύουν τα φαρμακερά κάτεργα της. Κι άλλοι παραδέχτηκαν και σήκωσαν το κεφάλι, κι άλλοι, κρατώντας το χαμηλά, και μουρμουρίζοντας, κοιτάζοντας λοξά παραπονέθηκαν για το “πώς θα τα βάλουμε με τέτοιο τέρας εμείς οι κακομοίρηδες, που όχι μόνο στον ήλιο μοίρα δεν έχουμε, παρά και αυτός ο ήλιος πια δε στέκει;”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Μα από τη μια δε θέλανε να κουνήσουν το δακτυλάκι τους, από την άλλη, σαν είδαν πως ήτανε αρκετοί τούτοι οι “κουφιοκεφαλάκηδες” που αποφάσισαν να αποτάξουν τη Μαύρη Σκοτεινιά, τους πήραν από πίσω, χωρίς να σηκώσουν το κεφάλι, καθώς ανέβαιναν στην κορυφή του βουνού Τζίτζι. Σ' αυτούς ανάμεσα χώθηκε κι ο Ποντικός.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; ...τέλος τρίτου μέρους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://exirio.blogspot.com/2008/04/blog-post.html"&gt;Η συνέχεια...&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-2913232799068289468?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/2913232799068289468/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=2913232799068289468' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/2913232799068289468'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/2913232799068289468'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2008/03/blog-post.html' title='Το Ψαρόδεντρο (μέρος τρίτο)'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-840100136296057733</id><published>2008-02-15T00:13:00.002+02:00</published><updated>2008-02-15T00:22:45.027+02:00</updated><title type='text'>Σκέψεις γύρω από λόγια</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;font-size:85%;" &gt;Στις δυο του μήνα ήταν του πατρός μου η γενέθλια,&lt;br /&gt;στη μνήμη του λοιπόν.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σκεφτόμουν τις ημέρες που περάσαν,&lt;br /&gt;σκέψεις που κύκλους κάνουν με τις εποχές:&lt;br /&gt;"Από το που θα ακούσεις μιαν αλήθεια&lt;br /&gt;ίσαμε το να την νιώσεις,&lt;br /&gt;σα να ξελεφτερώσουνε πουλί για να το πιάσεις,&lt;br /&gt;μπορεί πολύς καιρός και χρόνος να ξεφύγουν."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;12:19 π.μ.&lt;br /&gt;ιε' Φλεβάρη ,βη'&lt;br /&gt;Πότε καλά, πότε παγωμένα,&lt;br /&gt;πότε και τα δυο μαζί.&lt;br /&gt;Με ένα κρύωμα&lt;br /&gt;να με ταλανίζει μέρες.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-840100136296057733?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/840100136296057733/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=840100136296057733' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/840100136296057733'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/840100136296057733'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2008/02/blog-post_15.html' title='Σκέψεις γύρω από λόγια'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-4421982205056751071</id><published>2008-02-12T22:11:00.002+02:00</published><updated>2008-04-15T03:48:55.552+03:00</updated><title type='text'>Το Ψαρόδεντρο (μέρος δεύτερο)</title><content type='html'>(Ή αλλιώς,&lt;br /&gt;"Το ψαρόδεντρο, μέρος δεύτερο:&lt;br /&gt;Απ' το παλάτι τ' ουρανού, στα δίδυμα νησιά")&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Συνέχεια από την &lt;a href="http://exirio.blogspot.com/2008/01/blog-post.html"&gt;προηγούμενη ανάρτηση&lt;/a&gt;.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Κι έτσι εκάνανε. Πέρασε η νύχτα, ήρθε το χάραμα, και με τη δροσιά του πρώτου φωτός, το εξάψυχο μικρό γατάκι – ο Αργύρης – σκαρφάλωσε στο ψαρόδεντρο για νά βρει το δεύτερο γιο του.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Εκεί ήταν και τον περίμενε, στο ίδιο μέρος που ήταν κι εψές, και με την ίδια ηρεμία ξεκίνησε να πηγαίνει προς τα κάτω τον κορμό.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Ξέρεις, ο πύργος πάνω στα σύννεφα είναι από την άλλη μεριά...”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Άρχισε να ψελλίζει το εξάψυχο μικρό γατάκι – ο Αργύρης – μα ο δευτερότοκος του ψαροδέντρου δεν έδειχνε να δίνει και πολλή σημασία. Στα μισά του δέντρου πετάχτηκε προς ένα κλαρί και κάθησε πάνω σ' ένα φύλλο. Γύρισε στο γατί και του έκανε ένα νεύμα σα να έλεγε: “Έλα, κάτσε δίπλα μου”. Το εξάψυχο μικρό γατάκι – ο Αργύρης – δεν καταλάβαινε τίποτα, μα έκανε ό,τι του είπε και με το που κάθησε πάνω στο φύλλο, αυτό κόπηκε από το βάρος τους και άρχισε να στροβιλίζεται και να πέφτει. Έκαμε να πηδήξει από αυτό, μα ο δεύτερος γιος του ψαροδέντρου τον κράτησε πρωτού ορμήξει. Και τότε έγινε αυτό το περίεργο το πράμα:&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Πήρε ένας αέρας να φυσάει δυνατός, που σήκωσε το φύλλο του ψαροδέντρου, και τους επιβάτες του μαζί. Το πήρε, το στροβίλισε, και αφού το γύρισε σ' όλο τον τόπο τριγύρω, το έφτασε στο σύννεφο απάνω που ήταν ο πύργος όπου ζει η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Μετά φτάσανε στον πύργο και οι τρίχες του μικρού γατιού είχανε σηκωθεί ολόρθες καθώς ο δεύτερος γιος του ψαροδέντρου έσπρωξε την πόρτα και αυτή άνοιξε αργά, με μια τσιρίδα που σου τρύπαγε τ' αυτιά. Περπάτησε τον σκοτεινό διάδρομο με τους πυρσούς κι ανέβηκε τη σκάλα που οδηγούσε στην πιο καταπληκτική αίθουσα πάνω απ' τη γη!&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Εκεί βρήκαν την πριγκιποπούλα των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι, την πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο, να χτενίζεται πάνω στον χρυσό θρόνο της και να αστράφτει από την ομορφιά.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Καλημέρα καλή μου πριγκιποπούλα.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Είμαι ο δευτερότοκος του ψαροδέντρου, και ήρθα να βρω και να σώσω τον αδελφό μου, που χάθηκε εδώ. Βοήθα με το λοιπόν, και θα σε βοηθήσω κι εγώ απ' τη μεριά μου.”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Ούτε ο αδελφός σου, ούτε εσύ, ούτε κανένας, όποιου παιδί κι αν είναι, δεν μπορεί να με βοηθήσει. Κι ακόμα περισσότερο ανίκανη είμ' εγώ να βοηθήσω άλλον. Αφού φυλακισμένη βρίσκομαι στο έλεος της Μαύρης Σκοτεινιάς. Και φύγε, το καλό που σου θέλω, αν θες να δεις ξανά το φως του Ήλιου, αν θες να ζήσεις να δεις το αύριο.”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Πριγκιποπούλα μου καλή, να μη φοβάσαι και ευθύς να μου το πεις το τι, το πώς, το πούθε, το από ποιον και πότε.”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Κι αρχίνησε αμέσως η πριγκιποπούλα με τα χρυσά μαλλιά και τα τσακίρικα μάτια, που είχε δάκτυλα ολόλευκα και για φουστάνι το Μάη με τα λούλουδα. Αρχίνησε η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο να αφηγείται το τι, το πώς, το πούθε, το από ποιον και πότε.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Μα, τι παράξενο πράμα! Ούτε μια ιδέα σκεπτικός, συγνεφιασμένος δεν εφάνη ο δευτερότοκος του ψαροδέντρου. Παρά ευθύς αμέσως έπιασε την κόρη από το χέρι, ώστε το χτένι που έμενε τόση ώρα άπραγο μέσα του, έπεσε και διαλύθηκε σ' είκοσι κομματάκια.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Τραβήξανε τρεχάτοι και οι τρεις, ο γιος του ψαροδέντρου, η κόρη του βασιλιά των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι, και το εξάψυχο μικρό γατάκι -ο Αργύρης-  χωρίς καλά – καλά να το σκεφτούνε καν, έξω από τον πύργο και στην άκρη του σύγνεφου.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Εκεί, βρήκε ο γιος του ψαροδέντρου (ο δευτερότοκος) το φύλλο με το οποίο φτάσαν ίσαμε 'κει. Μα να σηκώσει και τους τρεις δεν ήταν μπορετό. Το πήρε το λοιπόν, και με την άκρη του τη μυτερή αρχίνησε να κόβει του σύγνεφου την άκρη. Κι όταν απόσωσε, πήρε ο αγέρας το κομματάκι από το σύγνεφο, που αποχωρίστηκε από το υπόλοιπο σύγνεφο και άρχισε να τους ταξιδεύει.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Αρχίνισε και πήγαινε, και πήγαινε το σύγνεφο, καθώς φυσούσε ο άνεμος και το παρέσερνε πάνω από την αυλή του Κυριάκου και το ψαρόδεντρο, πάνω από την πόλη και τα χωριά, τα βουνά και τους λόφους, μέχρι το τέλος της στεριάς και την αρχή της απέραντης γαλανής θάλασσας. Κι αδιάκοπος φυσούσε ο αγέρας αυτό το σώσμα από τα σύγνεφα. Σαν κουταβάκι που παίζει μ' ένα τόπι και το κυνηγά να το προφτάσει, μονάχα για να του δώσει μια και να το στείλει ακόμα παραπέρα.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Κι όταν στα πλατιά χωθήκανε τα πέλαγα, και η στεριά φάνταζε περισσότερο με σύγνεφο του ορίζοντα και ιδέα που αφήναν πίσω τους, πέρα μπροστά στο βάθος, πήρε – χωρίς κανένα λόγο – ο ουρανός να μουχρώνει. Κι αυτό το μούχρωμα, όλο και περσσότερο ν' απλώνεται μπροστά τους. Ώσπου μετά από λίγο, θάμπωσε ο Ήλιος, και κόπασε ο αγέρας. Ίσα μια μικρή αύρα είχε απομείνει να κουνάει απαλά το νεφαλάκι. Και πριν για τα καλά να χαθούνε, ο γιος του ψαροδέντρου, το εξάψυχο μικρό γατάκι – ο Αργύρης – και η πριγκιποπούλα των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι (η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο) μέσα στη Μαύρη Σκοτεινιά, πρόλαβε η εξοχότητά της να αναφωνήσει:&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Να τα!&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Να τα δίδυμα νησιά Μίτζι και Χότζι!&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Εκεί στο βάθος ξεχωρίζω μια ιδέα από το σχήμα τους”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Και ήτανε τούτο το τελευταίο πράγμα που ξεχώρισε. Γιατί ύστερα από αυτό, τόσο μεγάλη γίνηκε και τόσο Μαύρη η Σκοτεινιά, που θα μπορούσε κάποιος μέσα της να σκοντάψει στη μύτη του, να πέσει και να χτυπήσει άσχημα. Αφού ούτε την ίδια τη μύτη του δε θα μπορούσε να δει.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Ακούστηκε τότε η φωνή του γιου του ψαροδέντρου να λέει:&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Λοιπόν καλά φτάσαμε ίσαμε 'δω. Τώρα είναι ώρα να κατεβούμε.”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Και γρήγορα – γρήγορα, και πριν το καταλάβει καλά – καλά κανείς, πιάνει την πριγκιποπούλα από το φουστάνι της – το Μάη με τα λούλουδα – και βαστώντας το από δυο γερά κοτσάνια στις άκρες του, πήδηξε από το μικρό το σύγνεφο και πήρε μαζί του και τους άλλους δυο.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Άρχισαν τότε να πέφτουν απαλά – απαλά, με το φουστάνι να έχει φουσκώσει σαν ανοιγμένη ομπρέλα. Και αν δεν ήταν τόσο μαύρη η Μαύρη Σκοτεινιά, σίγουρα θα είχε “βγει φωτογραφία”!&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Μετά από λίγο, ακούστηκε ένα βογκητό, και η πορεία τους προς τα κάτω διακόπηκε, μιας και είχανε πέσει πάνω στο κεφάλι ενός ανθρώπου. Βρεθήκανε το λοιπόν, ο γιος του ψαροδέντρου, το εξάψυχο μικρό γατάκι – ο Αργύρης – και αυτός ο άτυχος άγνωστος, μπουρδουκλωμένοι μέσα στο Μάη με τα λούλουδα που φόραγε σήμερα η πριγκιποπούλα των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Και αφού ξεμπερδέψανε με τα “αχ” και τα “ωχ” και τα “σιγά το αφτί μου” και “σιγά το πόδι μου” και “προσέξτε λίγο το φουστάνι, είναι ακριβό μοντέλο” και σταθήκανε σαν άνθρωποι (εκτός από το εξάψυχο μικρό γατάκι – τον Αργύρη –, που στάθηκε φυσικά σα μικρό γατάκι), του φανερώθηκε του άτυχου ανθρώπου – που του πέσανε στο κεφάλι του ουρανοκατέβατες συμφορές – η πριγκιποπούλα, και τον ρώτησε για το τι συμβαίνει στους δίδυμους νήσους Μίτζι – Χότζι.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Άρχισε τότενες να λέει ο άτυχος άνθρωπος για την ατυχία του και την ατυχία όλου του τόπου.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Για το πώς, από τότε που χάθηκε η πριγκιποπούλα, κι ύστερα χάθηκε και ο βασιλιάς τους, τους αγκάλιασε η Μαύρη Σκοτεινιά. Και ύστερα πώς ρήμαξε η πείνα, ο καϋμός κι η απελπισία ανθρώπους, ζώα και φυτά και δε βλασταίνει ο καρπός στα χωράφια, και δε γεννούνε, ούτε δουλεύουνε τα ζώα, και δε μιλάνε, ούτε αγγίζουνε ο ένας άνθρωπος τον άλλο. Παρά δουλεύουν μοναχά, δουλειά κοπιαστική και άκαρπη. Και πως ο ίδιος όταν αποσώνει και γυρίζει στο σπίτι του, τίποτα δε θέλει άλλο από το να κοιμηθεί, και να ξυπνήσει το άλλο πρωί, με τον Ήλιο από ψηλά να τον χαιρετάει, όπως τον ήξερε από τότε που ήξερε τον εαυτό του, και τώρα αρχίζει να θαμπώνει η ανάμνησή του. Και να νομίζει πως ποτέ δεν ήταν ο Ήλιος τίποτα άλλο, παρά ένα παραμύθι, που λένε στα μικρά παιδιά για να τα ημερεύουν και να μη φοβούνται.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Είναι ο Ήλιος και φωτίζει ακόμα άνθρωπέ μου” του είπε ο γιος του ψαροδέντρου. Και την ίδια ώρα μια λάμψη πρασινωπή φαινότανε αμυδρά να βγαίνει μέσα από τα βάθη της ματιάς του.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Από εκεί που λάμπει ήρθαμε κι εμείς πριν από λίγο.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Και με το καλό, θα λάμψει ζεστός και όμορφος ξανά και σε τούτη τη γη.”&lt;/p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;...τέλος δεύτερου μέρους.&lt;/p&gt;&lt;br /&gt;&lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;a href="http://exirio.blogspot.com/2008/03/blog-post.html"&gt;Η συνέχεια...&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-4421982205056751071?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/4421982205056751071/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=4421982205056751071' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/4421982205056751071'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/4421982205056751071'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2008/02/blog-post.html' title='Το Ψαρόδεντρο (μέρος δεύτερο)'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-671980910833782514</id><published>2008-02-01T16:49:00.000+02:00</published><updated>2008-02-01T17:03:48.312+02:00</updated><title type='text'>e-mail περί διαμαρτυρίας 3/2/08</title><content type='html'>Έλαβα προ ολίγων ημερών από κάποιον άγνωστο του οποίου τη διεύθυνση ή κάποιο στοιχείο δεν θα συμπεριλάβω εδώ, μιας και δεν γνωρίζω αν επιθυμεί να δημοσιευτούν, το παρακάτω e-mail:&lt;br /&gt; &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: center;" align="center"&gt;&lt;b style=""&gt;&lt;u&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; font-family: &amp;quot;Arial&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;;"&gt;ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ&lt;/span&gt;&lt;/u&gt;&lt;/b&gt;&lt;b style=""&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; font-family: &amp;quot;Arial&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;                                       &lt;/p&gt;&lt;br /&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="text-align: center;" align="center"&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Arial&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;;"&gt;Δεν αγοράζουμε εφημερίδες την επόμενη Κυριακή 3/2, σαν στοιχειώδη &lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=""&gt; &lt;/span&gt;ένδειξη διαμαρτυρίας για την καταστρατήγηση των νόμων της πολιτείας&lt;o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;span style=""&gt; &lt;/span&gt;(προσωπικά δεδομένα, διασυρμός πολιτών, χρηματισμός) και της&lt;o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;span style=""&gt; &lt;/span&gt;δημοσιογραφικής δεοντολογίας που πρόσφατα χυδαία εκδηλώθηκαν στα&lt;o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;span style=""&gt; &lt;/span&gt;Μ.Μ.Ε. Προβληματιζόμαστε επίσης για την στάση της Ε.Σ.Η.Ε.Α. που δεν &lt;o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;/o:p&gt;στιγματίζει και δεν απομονώνει τέτοιες συμπεριφορές καθώς και για την &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;παθητική στάση της Ελληνικής κοινωνίας που δεν προβάλει καμία αντίσταση.&lt;o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;b style=""&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Arial&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;;"&gt;ΠΡΟΩΘΗΣΤΕ ΤΟ&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Arial&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;b style=""&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Arial&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;;"&gt;ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΤΕ ΤΟ&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΤΟ&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="text-align: left;"&gt;Και μου γεννήθηκαν κάποιες απορίες σε σχέση με αυτό, που ήθελα να μοιραστώ.&lt;br /&gt;Απάντησα στον αποστολέα λοιπόν ως εξής (ακολουθεί το απαντητικό e-mail μου):&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="text-align: left;"&gt;  &lt;/p&gt;                      &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);"&gt;Πολύ ωραίοι οι λόγοι που περιγράφεις ως αιτίες για την συγκεκριμένη μορφή διαμαρτυρίας (όνομα αποστολέα)&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);"&gt;,&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt; αλλά έχω τις εξής απορίες:&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;Ποιος/α είναι ο/η &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);"&gt;(όνομα αποστολέα)&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);"&gt;;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;Αυτή η κίνηση, είναι πρόταση του/της ιδίου/ας, ή συμπαράσταση στην πρόταση κάποιου άλλου;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;Διεκδικεί κάποιος την πατρότητα της πρότασης και, εν τέλει, κίνησης;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;(Δεν μπορούσα να παραβλέψω τον πρώτο πληθυντικό στην διατύπωση της διαμαρτυρίας.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;Υποδηλώνει την σύσταση κάποιας ομάδας;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;κάποια ιδιότητα των συμμετεχόντων στην διαμαρτυρία;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;Τίποτα από όλα αυτά, παρά την συναίνεση στις (αντι)θέσεις της διαμαρτυρίας;)&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;Αν ισχύει το δεύτερο (πρόταση κάποιου άλλου), ποιος είναι αυτός;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;Γιατί την Κυριακή (μόνο);&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;Γιατί όχι (και) κάποια άλλη μορφή διαμαρτυρίας;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;        &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);"&gt;(Όνομα αποστολέα)&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);"&gt;, είσαι κάποιος άγνωστος/η που στέλνει ένα &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);" lang="EN-US"&gt;e&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);" lang="EN-US"&gt;mail&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);"&gt; και προτείνει ενός είδους διαμαρτυρία.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt; Προσωπικά, αν και δε διαφωνώ με το ότι είναι γεγονός τα όσα καταμαρτυρείς της Ε.Σ.Η.Ε.Α., θα ήθελα να είσαι πιο συγκεκριμένος στην πρότασή σου.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;Και αυτό, ώστε η διαμαρτυρία στην οποία θα συμμετάσχω, να μην είναι εξίσου παθητική με την "στάση της ελληνικής κοινωνίας που δεν προβάλλει καμία αντίσταση",&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt; όπως το κείμενο της διαμαρτυρίας που μου έστειλες διακηρύττει.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;      &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;Τα ανωτέρω, πρόκειται να δημοσιεύσω (ως ανοιχτή επιστολή) και στο &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);" lang="EN-US"&gt;blog&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);"&gt; μου.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;Αν και η αναγνωσιμότητά του είναι (φαντάζομαι) μηδαμινή, αν επιθυμείς η απάντησή σου πάνω στα ερωτήματά μου να απευθυνθεί σε πάνω από ένα άτομο (τον υποφαινόμενο) μπορείς να την κάνεις ως σχόλιο εκεί. (&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);" lang="ES-TRAD"&gt;exirio&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);"&gt;.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);" lang="ES-TRAD"&gt;blogspot&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);"&gt;.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);" lang="ES-TRAD"&gt;com&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);"&gt;).&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;          &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;Περιμένω απάντησή σου,&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;ευχαριστώ για το χρόνο και το ενδιαφέρον σου&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;να μου στείλεις το &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);" lang="EN-US"&gt;e&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);" lang="EN-US"&gt;mail&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 11pt; font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; color: rgb(31, 73, 125);"&gt; που μου έστειλες,&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;ακόμα κι αν δε μου απαντήσεις.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-671980910833782514?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/671980910833782514/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=671980910833782514' title='6 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/671980910833782514'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/671980910833782514'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2008/02/e-mail-3208.html' title='e-mail περί διαμαρτυρίας 3/2/08'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-5856169570188040415</id><published>2008-01-31T04:37:00.003+02:00</published><updated>2008-04-15T03:50:01.463+03:00</updated><title type='text'>Το Ψαρόδεντρο (μέρος πρώτο)</title><content type='html'>(Ή αλλιώς,&lt;br /&gt;"Το ψαρόδεντρο, μέρος πρώτο:&lt;br /&gt;Ο γιος του ψαροδέντρου και η Μάυρη Σκοτεινιά")&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Στους αδελφούς μου, Αλέξανδρο και Γρηγόρη&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Ο Κυριάκος εκείνο το Σάββατο είχε πάει στην ψαραγορά, όπου είχε βρει πρώτης τάξεως κολιούς.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Οι κολιοί, αν μαγειρευτούν ωραία, είναι υπέροχο φαΐ!&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Έφαγε λοιπόν, και χόρτασε, και χόρτασε ύστερα και ο γάτος του ο μικρός, ο Αργύρης.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Ο Αργύρης, ο γάτος του, πήρε ύστερα 'κανα-δυο ψαροκόκαλα από αυτά που είχε αφήσει ο Κυριάκος και τα σκέπασε με χώμα στην αυλή του, όπως παραχώνει τις ακαθαρσίες του.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Την άλλη μέρα το πρωί, Κυριακάτικα, στον κήπο του Κυριάκου είχε γενεί ένα θάμα.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Το θάμα το λοιπόν, ήτανε το εξής:&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Εκεί ακριβώς που είχε παραχώσει ο γάτος ο Αργύρης τα ψαροκόκαλα, είχε φυτρώσει ένα δέντρο.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Μα δεν ήταν μαθές δέντρο κανονικό ετούτο, παρά πιο πολύ έφερνε σε ψάρι.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Σα να λέμε, ήταν ένα πράμα σαν πλατύφυλλο κυπαρίσσι, μα που τα ασημιά σαν της λεύκας φύλλα του το τύλιγαν γύρω – τριγύρω σα λέπια ψαριού, και η ουρά μονάχα του έλλειπε.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Είχε και δυο κόμπους, ψηλά, ωσάν ομάθια, που το ένα κοιτούσε την Ανατολή και το άλλο τη Δύση.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Εκείνο που κοιτούσε δυτικά, τα πρωινά έμενε κλειστό, και το άλλο, έκλεινε το απόγευμα. Σαν τα λουλούδια που ανοίγουν με τον ήλιο. Μονάχα που το βράδυ μπορεί, αν κοιτούσες προσεχτικά και για ώρα, να ξεχώριζες μια λάμψη πρασινωπή να απαυγάζεται από τα “μάθια” του ψαροδέντρου, τα οποία -μέρα με τη μέρα- έμοιαζαν να μεγαλώνουν.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Στην αυγή της πρωτομαγιάς, το ανατολικό μάτι έσκασε, και φάνηκε από μέσα του ένα μικρό παιδάκι, με ένα περήφανο βλέμμα που δεν το βάνει ο νους σου!&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Και με το που άνοιξε τα μάτια του, άρχισε να σκαρφαλώνει προς την κορφή του ψαροδέντρου.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Το είδε το γατάκι το μικρό, ο Αργύρης, και πήρε στο κατόπι το μικρό παιδί.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Μόλις το έφτασε του λέει: “Για πού το έβαλες και σκαρφαλώνεις – ακόμα δεν ξεφύτρωσες – μικρό παιδάκι;”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Εγώ είμαι ο γιος του ψαροδέντρου” είπε το μικρό παιδάκι, “και πηγαίνω στην κορυφή του δέντρου, κι από 'κεί στον ουρανό, στον πύργο πάνω στα σύννεφα, που ζει η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο. Θα τη βρω, θα την παντρευτώ, και θα ζούμε για πάντα πάνω στα σύννεφα!”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Και με το που αποσώνει τούτα τα λόγια, βγαίνουν από τις φυλλωσιές και φτάνουν στην κορυφή του ψαροδέντρου, όπου τους βλέπει ο Ήλιος. Τους βλέπει και ο Αητός, και ορμάει γρήγορα – γρήγορα και τους αρπάζει στα κράνυχά του.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Του λέει τότε το μικρό παιδάκι με ύφος βλοσυρό: “Πέταξε μέχρι τον πύργο στα σύννεφα, που ζει η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο, και εκεί άφησέ μας!” Μα πού ν' ακούσει ο Αητός; Τους πήγαινε στη φωλιά του να τους φάει...&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Άρχισε τότενες το γατάκι το μικρό – ο Αργύρης – να νιαουρίζει και να κλαίει.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Μιάου, μιάου, πάει, θα μας φάει, θα μας ταΐσει στα πουλιά του, αλοίμονο!” και γύρισε το μικρό παιδάκι στον Αητό και του είπε: “Αν δε μας πας να μας αφήσεις στον πύργο στα σύννεφα, που ζει η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο, θα κάτσω στο λαιμό σου σαν ψαροκόκαλο και θα σε πνίξω, γιατί εγώ είμαι ο γιος του ψαροδέντρου! Μη με παρακούς το λοιπόν, και πήγαινέ μας αμέσως, γιατί πάω στον πύργο πάνω στα σύννεφα, όπου ζει η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο. Θα την παντρευτώ, και θα ζούμε για πάντα πάνω στα σύννεφα!”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Ο Αητός, όντ' άκουσε ότι το μικρό παιδάκι – που ήταν μια χαρά μεζές για πρωινό – ήταν ο γιος του ψαροδέντρου, σκέφτηκε πως μπορεί όντως να του καθόταν στο λαιμό και να τον έπνιγε και φοβήθηκε. Προτίμησε το λοιπόν να τους κάνει το χατήρι, γιατί “Καλό είναι να κρατάς και καμία “πισινή” σα δεν ξέρεις”, όπως του είπε μια φωνή βαθιά και επιβλητική, που οι άλλοι δεν κατάλαβαν.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Τους άφησε το λοιπόν ο Αητός έξω από τον  πύργο πάνω στα σύγνεφα, όπου ζει η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο και έφυγε, καθώς χτυπούσανε το “ρόπτρο”, το χερούλι σα να λέμε από την τεράστια πόρτα.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Χτυπούσαν, χτυπούσαν, μα απάντηση δεν παίρνανε, και το μικρό παιδάκι δε μπορούσε να σταθεί σε μια θέση: “Και πού είναι και κανείς δεν απαντά;” και “Μήπως έχουν βγει για ψώνια;” και “Να δεις που θα έχουν πάει καμιά επίσκεψη και τσάμπα ήρθαμε τόσο νωρίς!” και “Λες να τρώνε; Αλλά και να τρώνε, δε θα το ακούγανε που χτυπάμε;” Και πήγαινε κι ερχότανε, και ξαναχτύπαγε και ξαναχτύπαγε... Ενώ ο Αργύρης, ο γάτος ο μικρός, στεκόταν καμπουριασμένος πιο 'κεί με τα μπροστινά του πόδια τεντωμένα.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Μήπως να μπούμε έτσι κι αλλιώς; Από τούτη την τρύπα αυτή στη γωνία χωράμε σίγουρα.”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;είπε το μικρό παιδάκι, μα ο Αργύρης δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται, γιατί δεν του άρεσε καθόλου αυτός ο πύργος, και δεν το έβρισκε καθόλου πρέπον να ζει εκεί μια πριγκιποπούλα που θα είναι η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο. Του ταίριαζε περισσότερο να ζει εκεί μια λάμια, ή ένας δράκος, ή ένα τέρας τέλος πάντων που θα ήταν από τζάκι μεγάλων και φοβερών τεράτων, για τα οποία λέμε ιστορίες τα βράδια και όταν πάμε να κοιμηθούμε σκεπαζόμαστε πιο προσεκτικά, να μην αφήσουμε ούτε μια ακρούλα ξεσκέπαστη (μήπως κρυώσουμε, μη φανταστείτε τίποτα άλλο)...&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Αλλά μέχρι να σας τα διηγηθώ όλα τούτα που σκεφτόταν ο Αργύρης, το μικρό παιδάκι είχε τρυπώσει κιόλας μέσα στον πύργο από την μικρή τρύπα στη γωνία της ξύλινης πελώριας πόρτας, και ο Αργύρης τον πήρε στο κατόπι.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Ο πύργος μέσα ήταν σκοτεινός, κι εδώ κι εκεί είχε μεγάλους πυρσούς με φωτιές που σιγοτρεμοπαίζανε και ρίχνανε στους μεγάλους πέτρινους τοίχους σκιές. Παραπέρα ήταν μια σκάλα, και μετά από αυτή μπήκαν, το μικρό παιδάκι και ο γάτος ο Αργύρης, σε μια αίθουσα που – πώς να το πω βρε παιδιά – ήταν η πιο καταπληκτική αίθουσα που είχαν μπει σ' ολάκερη τη ζωή τους!&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Είχε χαλιά από την Περσία, είχε έπιπλα του Βασιλιά Ήλιου (από εκεί πήρε ιδέες και ένας βασιλιάς της Γαλλίας τα παλιά – παλιά χρόνια και είναι ακόμα ξακουστά τα έπιπλά του), είχε κρύσταλλα από τη Βοημία, είχε χρυσάφι από την Χαλκιδική και τη Σαμαρκάνδη, ασήμι από το Ποτοσί και την Αργυρούπολη, διαμάντια από την Ινδία και το Κιλιμάντζαρο, και στο κέντρο ακριβώς, πάνω σε ένα θρόνο χρυσό, καθόταν και χτενιζότανε μια κόρη όμορφη πολύ, που είχε χρυσά μαλλιά και μάτια τσακίρικα, που είχε δάκτυλα ολόλευκα και για φουστάνι τον ουρανό με τ' άστρα. Αυτή ήταν η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Γεια σου χαρά σου πριγκιποπούλα, και πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο!&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Εγώ είμαι ο γιος του ψαροδέντρου, και ήρθα να σε παντρευτώ, και να ζήσουμε για πάντα πάνω στα σύννεφα.” Είπε το μικρό παιδάκι.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Και σάμπως νομίζεις πως και νά 'θελα, θα μπορούσα να παντρευτώ;” ρώτησε η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο. Και του είπε μετά:&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Εδώ που με βλέπεις, δεν είμαι με τη θέλησή μου, παρά με κρατά φυλακισμένη η Μαύρη Σκοτεινιά. Και άμα τυχόν την ξεγελάσω και φύγω – πράγμα που κανένας φυλακισμένος της δεν κατάφερε ποτέ να κάνει – θα σκορπιστεί &lt;span lang="el-GR"&gt;ολούθε&lt;/span&gt; πάνω στη γη για να με βρει, κι εκεί θα μείνει για πάντα.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Με πήρε από τον πατέρα μου, τον βασιλιά των δίδυμων Νήσων Μίτζι-Χότζι, αφού πρώτα τον μέθυσε με υποσχέσεις για αιώνια βασιλεία και παντοδυναμία. Μα ήταν όλα ψέματα, γιατί με το που με πήρε η Μαύρη Σκοτεινιά, μαράζωσε κι ο πατέρας μου και τον πήρε κι αυτόν.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Μα μας κρατάει χωριστά τον ένα από τον άλλο. Σ' άλλη μεριά, μα στον ίδιο πύργο πάνω στα σύννεφα που διαφεντεύει. Λύγισαν οι Μιτζιότες, λύγισαν και οι Χοτζιότες κάτω από τη Μαύρη Σκοτεινιά που τους αγκάλιασε. Και μη θαρρείς πως αν τύχει και σε βρει εδώ, θα σου χαρίσει τη ζωή.”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Να μη φοβάσαι άλλο πια, και μην ανησυχείς. Γιατί εγώ, ο γιος του ψαροδέντρου, θα σε σώσω μια και καλή από τη Μαύρη Σκοτεινιά που σε κρατάει εδώ φυλακισμένη.” Είπε το μικρό παιδάκι, σηκώνοντας καμαρωτό το κορμί του και με δυνατή φωνή.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Θα την κάνω τη Μαύρη Σκοτεινιά χίλια κομμάτια, που να μη μπορεί να πάρει πια κανέναν. Θα σώσω και τον βασιλιά των δίδυμων νήσων Μίτζι-Χότζι. Κι αφού θα διώξουμε τη Μαύρη Σκοτεινιά για πάντα, θα σε παντρευτώ, και θα ζούμε για πάντα πάνω στα σύννεφα!”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Και στη στερνή λέξη που είπε το μικρό παιδάκι ε&lt;span style="color: rgb(0, 0, 0);"&gt;μφανίστηκε η Μαύρη Σκοτεινιά.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" lang="el-GR"&gt;&lt;span style="color: rgb(0, 0, 0);"&gt;Θα μπορούσαμε βέβαια να ισχυριστούμε πως “εξαφανίστηκε” η Μαύρη Σκοτεινιά, μιας και όταν βρίσκεται η Μαύρη Σκοτεινιά κάπου, ό,τι άλλο βρισκόταν εκεί μέχρι πριν από λίγο, παύει να φαίνεται και εξαφανίζεται μέσα της. Αυτό που δεν πρέπει να ξεχάσω όμως να πω, μαζί με την “εμφάνιση” της Μαύρης Σκοτεινιάς, είναι πως αμέσως μετά την τελευταία λέξη που είπε το μικρό παιδάκι, που ήταν η λέξη “σύννεφα”, χάθηκε μέσα στη Μαύρη Σκοτεινιά κι εξαφανίστηκε.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;" lang="el-GR"&gt;&lt;span style="color: rgb(0, 0, 0);"&gt;Κι ύστερα πήρε να τρέχει το γατάκι το μικρό – ο Αργύρης – και να τρέχει, να φύγει μακριά, γιατί ό,τι και νά 'ταν αυτή η Μαύρη Σκοτεινιά, σίγουρα ήταν από τζάκι μεγάλων τεράτων, από αυτά που αναφέραμε πιο πριν. Έτρεξε και έτρεξε, ίσαμε που βγήκε κ&lt;/span&gt;ακήν – κακώς από τον πύργο πάνω στα σύγνεφα, και όταν έφτασε στην στην άκρη – άκρη, δεν σταμάτησε και έπεσε.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Αν δεν το ξέρετε, οι γάτες είναι εφτάψυχες, αυτό το μικρό γατάκι το λοιπόν, έχασε από νωρίς την πρώτη του ψυχή, πέφτοντας από τον ουρανό, από τον πύργο πάνω στα νέφαλα, όπου ζει η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο. Επομένως ο Αργύρης, έγινε από την ώρα εκείνη μια γάτα &lt;span lang="el-GR"&gt;εξάψυχη&lt;/span&gt;, και ως τέτοια θα την έχουμε στο νου μας από 'δώ και μπρος.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Με το που έπεσε με τα πόδια ο Αργύρης – θα πρέπει να σας ενημερώσω πως οι γάτοι, ακόμα και οι εξάψυχοι, ακόμα και τα μικρά γατάκια, πέφτουν με τα πόδια πάντοτε – πήρε να τρέχει προς το σπίτι του. Έτρεχε και έτρεχε, σάμπως να κυνηγούσε καμιά μύγα αόρατη. Κι όπου περνούσε έτσι φουριόζος καταπώς ήτανε, αναστάτωνε ζώα, φυτά κι ανθρώπους. Είχε περάσει η ώρα και οι κοπελιές είχανε πιάσει πια το Μάη. Οι νοικοκυράδες είχαν πετάξει τα ψίχουλα και τ' αποφάγια έξω από τις στολισμένες με λουλούδια πόρτες των σπιτιών, πράγμα που δε θα το παρέβλεπε το γατάκι, αν δεν ήταν τόσο τρομαγμένο από τη Μαύρη Σκοτεινιά.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Όταν έφτασε στην αυλή το γατάκι και αντίκρισε το ψαρόδεντρο, αντίκρισε άλλο ένα θάμα:&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Εκεί που ήταν πριν το άλλο “ομάτι” του ψαροδέντρου, ήτανε τώρα και καθότανε ένα μικρό παιδάκι, φτυστό ετούτο πού 'χε καταπιεί η Μαύρη Σκοτεινιά. Αυτό όμως δε φαινότανε να προσπαθεί να σκαρφαλώσει πουθενά. Ούτε κοίταζε περήφανα κανέναν. Παρά κοιτούσε προς τη δύση του ηλίου ήρεμο κι ακίνητο. Το γατάκι, βλέποντας αυτό το παράξενο πράμα, στάθηκε ακίνητο κι αυτό, μη ξέροντας – να είναι άραγε ετούτο το μικρό παιδάκι που το κατάπιε η Μαύρη Σκοτεινιά, για κάποιο μαγικό που δεν το ξέρει και καλύτερα να μην το μάθει ποτέ του;&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Αφού στάθηκε λίγη ώρα σα νά 'ταν βαλσαμωμένο κι εθώριε, άπλωσε το μπροστά αριστερό του πόδι και άρχισε να πηγαίνει προς το ψαρόδεντρο. Όταν έφτασε να έχει σκαρφαλώσει δίπλα στο μικρό παιδάκι, τόσο κοντά που ίσα – ίσα που δεν ακουμπούσανε τα μουστάκια από τη μουσούδα του στο πρόσωπο του μικρού παιδιού, του είπε:&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Δεν ξέβρω τι μάγι της πρωτομαγιάς είναι τούτο εδώ, μα εσύ μοιάζεις με το άλλο το μικρό παιδάκι τόσο πολύ! Και πάλι – μάγι της πρωτομαγιάς – τόσο πολύ δε μοιάζεις με το άλλο μικρό παιδάκι! Είσαι το αδελφάκι του το δίδυμο, για είσαι εσύ και σε κατάπιε η Μαύρη Σκοτεινιά, μα πρόλαβες να ξεφύγεις από το στόμα της την τελευταία στιγμή;”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Εγώ είμαι ο δεύτερος γιος του ψαροδέντρου, και μόλις εγεννήθηκα.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Το ξεύρω πως έχω έναν αδελφό, ίδιο μ' εμένα, μα που κοιτάζει αλλού.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Πες μου το λοιπόν τι σόι γάτος είσ' εσύ, και που τα ξέρεις τούτα όλα που τα μολογάς.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Το τι, το πώς, το πούθε, το από ποιον και πότε.”&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Και άρχισε τότε να εξιστορεί το μικρό γατάκι με το νι και με το σίγμα,&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;το τι, το πώς, το πούθε, το από ποιον και πότε.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Τού 'πε για το μικρό παιδάκι, τού 'πε για τον Αητό, τον πύργο πάνω στα σύννεφα, όπου ζει η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο, τού 'πε για την πριγκιποπούλα, τού 'πε για τον πατέρα της το βασιλιά στα δίδυμα νησιά Μίτζι – Χότζι, τού 'πε για τη Μαύρη Σκοτεινιά, τού 'πε για την ψυχή που έχασε και τώρα είναι εξάψυχο, όλα του τά 'πε και τίποτε δεν παρέλειψε. Παρά μονάχα πως είχε αρχίσει να πεινάει, νηστικό όλη τη μέρα.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;“Καλά,” του είπε το μικρό παιδάκι, “πήγαινε και κοιμήσου, πήγαινε και φάε και πιε.&lt;/p&gt; &lt;p style="margin-bottom: 0cm;"&gt;Λίγο το λίγο σουρουπώνει κι έρχεται σκοτεινιά. Αύριο που θά 'ρθει ξανά ο ήλιος και το φως, θα πάμε να βρούμε τον αδελφό μου, το γιο του ψαροδέντρου.”&lt;/p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;...τέλος πρώτου μέρους.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-size:85%;" &gt;Η πρόθεση να παρουσιαστεί ολόκληρη η ιστορία του Ψαρόδεντρου εντός του Γενάρη, από μόνη της δεν ήταν αρκετή για να καρποφορήσει. Αρκούμαι στην πραγματικότητα και κοινοποιώ το πρώτο μέρος. Μέχρι το πέρας της αφήγησης, ενδέχεται να υπάρξουν μικροαλλαγές/διορθώσεις   κ α ι   σε αυτό το μέρος. &lt;a href="http://exirio.blogspot.com/2008/02/blog-post.html"&gt;Η συνέχειά της ιστορίας έπεται.&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-5856169570188040415?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/5856169570188040415/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=5856169570188040415' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/5856169570188040415'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/5856169570188040415'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2008/01/blog-post.html' title='Το Ψαρόδεντρο (μέρος πρώτο)'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-8422115596796673413</id><published>2007-12-29T03:00:00.001+02:00</published><updated>2007-12-29T05:35:22.867+02:00</updated><title type='text'>Της καϋμένης η πηγή</title><content type='html'>&lt;span style="font-style:italic;"&gt;Στην καλή μου&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό ένα μικρούτσικο κοριτσάκι που ποτέ δεν της έλλειπε η χαρά και το γέλιο. Και τόσο γλυκιά ήταν στη χαρά της, που ο καθείς που την έβλεπε με μιας την έβαζε μες στην καρδιά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια βολά λοιπόν που είχε ξεμακρύνει από το σπίτι της και περιτριγύριζε τον τόπο, βρέθηκε στης “καϋμένης την πηγή”. Δίψασε και άπλωσε το χέρι να πιει μια γουλιά.&lt;br /&gt;Την ώρα που έσκυβε χαρούμενη να σβήσει τη δίψα της, καθρεφτίστηκε στο νερό. Και τόσο πολύ στεναχωρέθηκε “της καϋμένης η πηγή” από την ομορφιά που είχε το κοριτσάκι, που έκαμε ένα μαγικό: Με μιας άρχισε να αναβλύζει το “νερό της λησμονιάς”. Κι όντες το ήπιε το κοριτσάκι, όλα άλλαξαν.&lt;br /&gt;Δεν είναι δα πως λησμόνησε πώς τη λέγαν ή πού ζούσε. Ούτε ποιοι ήσαν οι γονιοί της. Λησμόνησε όμως κάτι που μπορεί να είναι και πιο σημαντικό: Την ομορφιά της και την αγάπη που της είχαν.&lt;br /&gt;Έχασε έτσι τη δύναμη της αγάπης. Γιατί ακόμα και το πιο γερό, το πιο μεγάλο δέντρο, θέλει ήλιο, θέλει αέρα και νερό για να μην ξεραθεί. Ακόμα και η πιο τρυφερή καρδιά, θέλει μια σταλιά αγάπη για να την πάρει, να την κάνει πέλαγο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μέρα με τη μέρα το κοριτσάκι το μικρούτσικο μεγάλωνε, και λησμονούσε από ξαρχής, με το που έβρεχε τα χείλη με νερό, της κάθε μέρας τη χαρά και το γέλιο. Κι ενώ όλα τα παιδιά και οι μεγάλοι θέλαν να παίξουν μαζί της, όντε ξεδίψαγε τη δίψα του τρεχαλητού και του πάνω κάτω, καθότανε και κοίταζε τους άλλους σα νά 'λειπε και μόλις νά 'ρθε. Και δυστυχούσε που, χωρίς αγάπη τάχαμου, ήταν παραμελημένη.&lt;br /&gt;Οι δικοί κι αγαπητοί της δεν ξέρανε τι να κάμουν που την έβλεπαν έτσι να τραμπαλίζεται απ' τη χαρά στη θλίψη. Κι όσοι την πρωτοσυναντούσαν, είχαν την εντύπωση πως ήταν αλαφροΐσκιωτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έγειρε τους ώμους προς τα εμπρός και τα μαλλιά της κρύψανε τα μάτια της, καθώς στο λιόγερμα η σκιά των βουνών σβήνει τη μαρμαρυγή απ' τα νερά των λιμνών. Τα μάτια της κρύφτηκαν από τον κόσμο, πίσω από τα μαλλιά της. Ο κόσμος εξαφανίστηκε από τα μάτια της, εξαφανίστηκε πίσω από τα μαλλιά της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι έτσι, με τον κόσμο χαμένο, και χαμένη από τον κόσμο, πέρασε ώρες, και ώρες, και ώρες... μέχρι που οι ώρες και οι μέρες γίνανε πολλές. Πιο πολλές από τα φύλλα της λεύκας που είναι στο δρόμο που παίρνω για να πάω στο σπίτι του φίλου μου του Γρηγόρη, στο μονοπάτι δίπλα στο σπιτάκι.&lt;br /&gt;Και μετά, πιο πολλές από της δεντροστοιχίας ολόκληρης τα φύλλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα ακόμα κι όταν χανόμαστε από τον κόσμο και από τη ζωή, δεν παύουν, ούτε ο κόσμος, ούτε η ζωή. Και λίγο με το λίγο, αλλάζουν.&lt;br /&gt;Έτσι ανεπαίσθητα αλλάζουν, όπως αλλάζει το χρώμα του πορτοκαλιού από πράσινο σε πορτοκαλί.&lt;br /&gt;Που αν κάθεσαι και το κοιτάς όλη την ώρα, τίποτα δε βλέπεις, μα αν ταξιδέψεις μακριά από το δέντρο και γυρίσεις μετά από μέρες και 'βδομάδες, βλέπεις το άγουρο και το στυφό, να έχει γίνει ωραίο, ευωδιαστό και καλοφάγωτο.&lt;br /&gt;Αλλάζουν, σα να αλλάζουν μόνο στα κρυφά από 'μάς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι άλλαξε και ο κόσμος - κρυφά, κρυμμένος από το κοριτσάκι.&lt;br /&gt;Και το κοριτσάκι, έτσι άλλαξε, κρυμμένο από τον κόσμο.&lt;br /&gt;Ίσαμε που “της καϋμένης η πηγή” στέρεψε, κι άλλο νερό δεν έβγαζε, κι ούτε μάγια μπορούσε πια να κάμει, κι όσα μάγια έκαμε, φύγαν και διαλύθηκαν ωσάν να μην υπήρχαν.&lt;br /&gt;Και η καϋμένη, δε δροσίστηκε, άπ' όλο τούτο το νερό που έτρεξε απ' την πηγή της, παρά καϋμένη και ξερή απόμεινε μονάχα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μ' άμα θαρρείς πως στέρεψαν και οι καϋμοί της κόρης, -μεγάλης πια, και όχι άγουρης όπως την ξέραμε πριν κρυφτεί και αλλάξει- μαζί με την πηγή και τα μάγια, ξαστοχείς. Γιατί, τώρα που μάγια δεν ήτανε, για να λησμονεί την αγάπη των δικών και αγαπητών της, έλλειπαν πια κι αυτοί οι δικοί κι αγαπητοί. Κι ενώ πριν λησμονούσε την αγάπη από το νερό το μαγεμένο, τώρα δεν την έβρισκε σε κανενός το πρόσωπο, γιατί ήταν τα πρόσωπα όλα ξένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι καϋμοί της κόρης στέρεψαν κι αυτοί μυστικά, μα όχι κρυφά, έτσι όπως το πορτοκάλι γίνεται πορτοκαλί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποια μέρα, αφού τα μάγια είχαν σπάσει, πέρναγε από έναν κήπο γεμάτο άνθη κάθε λογής. Άνθη με χίλια πέταλα, και άνθη μ' ένα μονάχα, ψηλά, χοντρά ή ακάνθινα, κοντά και μυρωδάτα.&lt;br /&gt;Και εκεί ήρθε ο άνεμος, να συμμαχεί στο ωραίο, πήρε της κόρης τα μαλλιά, λεφτέρωσε τα μάτια, κι είδαν όμορφο απόγευμα και δύση και τα άνθη, και μυρουδιές και σούσουρο από πουλιά και ζώα, που στης κοπέλας την καρδιά, φυτέψαν' ευτυχία. Ετούτο ήταν το πρώτο από καιρό χαρούμενο σημάδι στην καρδιά της κοπέλας, και το θυμόταν για καιρό, με χαμόγελο στην καρδιά, στο νου, στο πρόσωπο. Ετούτο το χαμόγελο και η χαρά, ράγισε τη θλίψη και ανέτειλε ελπίδα στην καρδιά της κοπέλας.&lt;br /&gt;Και σιγά – σιγά, αναθυμούμενη την κάθε της χαρά, το κάθε της γέλιο, κρατώντας τα ζωντανά στο νου της, ήρθε ποτέ να μη της λείπει η χαρά και το γέλιο από τη ζωή της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και με τη χαρά και το γέλιο ομάδι, με τη γλυκύτητά της, ποιανού ανθρώπου η καρδιά δε θα της ανοιγόταν; Για ποιον θά 'μενε ξένη;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κθ' Δεκεμβρίου ,βζ'&lt;br /&gt;03:12 π.μ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καλή χρονιά να έχουμε&lt;br /&gt;ως που να τελειώσει,&lt;br /&gt;και η καινούργια πού 'ρχεται,&lt;br /&gt;μόνο χαρές να δώσει.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-8422115596796673413?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/8422115596796673413/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=8422115596796673413' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/8422115596796673413'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/8422115596796673413'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2007/12/blog-post.html' title='Της καϋμένης η πηγή'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-7035007746693035448</id><published>2007-11-06T13:30:00.000+02:00</published><updated>2007-11-06T14:40:39.807+02:00</updated><title type='text'>Αφήστε μήνυμα στον τηλεφωνητή!</title><content type='html'>Ψάχνοντας εντελώς άλλα πράγματα,&lt;br /&gt;βρήκα ξανά τις μουσικές που έγραφα&lt;br /&gt;όταν είχα τηλεφωνητή στο τηλέφωνο (μέσω ΟΤΕ)&lt;br /&gt;και εξασκούσα τις συνθετικές μου δυνατότητες&lt;br /&gt;με συνθέσεις περιορισμένου χρόνου&lt;br /&gt;και κείμενα συγκεκριμένου θέματος.&lt;br /&gt;Γέλασα τόσο ανακαλύπτοντάς τα, που θέλησα να μοιραστώ τη χαρά μου:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://iooannisterb.googlepages.com/0617tilefonitis.mp3"&gt;17 Ιουνίου&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Τί καλύτερο για να προτρέψεις όλους όσους αρνούνται οποιοδήποτε μήνυμα,&lt;br /&gt;από τα χάλκινα πνευστά;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://iooannisterb.googlepages.com/0701tilefonitis.mp3"&gt;1 Ιουλίου&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;"Μπετόβεν και μπουζούκι"&lt;br /&gt;Για να μην ξεκόβουμε από τα λαϊκά στρώματα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://iooannisterb.googlepages.com/0715tilefonitis.mp3"&gt;15 Ιουλίου&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Γιατί οι ηλεκτρονικοί ήχοι υποδηλώνουν&lt;br /&gt;τεχνολογική κατάρτιση και σημαντικότητα.&lt;br /&gt;Αναρωτιέσαι: "Μα καλά, πού πήρα, στο Κανάβεραλ;"&lt;br /&gt;και στο καπάκι η παρότρυνση να αφήσεις μήνυμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://iooannisterb.googlepages.com/0801tilefonitis.mp3"&gt;1 Αυγούστου&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Μία μίξη "συνθετικής δεινότητας" για φλάουτο και τσέμπαλο&lt;br /&gt;και το σχόλιο στην ποιότητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://iooannisterb.googlepages.com/0817tilefonitis.mp3"&gt;17 Αυγούστου&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Αν τους περικυκλώσω, θα φοβηθούν και θα αφήσουν μήνυμα!&lt;br /&gt;Και την &lt;a href="http://iooannisterb.googlepages.com/0818tilefonitis2.mp3"&gt;επόμενη μέρα&lt;/a&gt; θυμάμαι πως δεν διευκρινίζω το πότε να αφήσει μήνυμα ο άνθρωπος.&lt;br /&gt;Άλλο ένα overdub.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://iooannisterb.googlepages.com/0901tilefonitis.mp3"&gt;1 Σεπτέμβρη&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Το ξέρω πως δε θα γίνω ποτέ,&lt;br /&gt;αλλά για μια διαφημισούλα τα κουτσοκαταφέρνω...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://iooannisterb.googlepages.com/selfdestruction.mp3"&gt;Οκτώβριος&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Είπα να τους χτυπήσω στο φιλότιμο.&lt;br /&gt;Θα με αφήσουν χωρίς ένα κεραμίδι πάνω απ' το κεφάλι μου;&lt;br /&gt;Κι όμως,&lt;br /&gt;υπήρξαν παλιόπαιδα που ούτε τότε άφησαν μήνυμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://iooannisterb.googlepages.com/1102tilefonitis.mp3"&gt;2 Νοεμβρίου&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Μετά είπα να μη μιλάω εγώ,&lt;br /&gt;μπας και διορθωθεί το πράγμα,&lt;br /&gt;τίποτα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://iooannisterb.googlepages.com/1109tilefonitis.mp3"&gt;9 Νοεμβρίου&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Με πήρε αποτώκα* η φάση,&lt;br /&gt;αλλά το ξεπέρασα γρήγορα...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δυστυχώς, έχασα την κασσέττα που είχα με τους χαιρετισμούς του τηλεφωνητή και το τι μου απαντούσαν φίλοι και γνωστοί.&lt;br /&gt;Το μόνο που ξαναβρήκα σαν αρχείο στον υπολογιστή,&lt;br /&gt;(ευλογημένα μπακ-απ)&lt;br /&gt;είναι &lt;a href="http://iooannisterb.googlepages.com/mynima_Apergis.mp3"&gt;ένα μήνυμα σε ανάλογο τηλεφωνητή την ημέρα της γιορτής μου&lt;br /&gt;από τον δαιμόνιο και "ετοιμοπόλεμο" Αντώνη Απέργη&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτή την εποχή δεν έχω τηλεφωνητή,&lt;br /&gt;ούτε εγκατεστημένο το Cubase.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;2:38 μ.μ.&lt;br /&gt;Τρίτη, στ' Νοεμβρίου ,βζ'&lt;br /&gt;Φθινόπωρο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*Αποκάτω&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-7035007746693035448?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/7035007746693035448/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=7035007746693035448' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/7035007746693035448'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/7035007746693035448'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2007/11/blog-post.html' title='Αφήστε μήνυμα στον τηλεφωνητή!'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-7805451700065378545</id><published>2007-10-31T10:57:00.000+02:00</published><updated>2007-10-31T11:05:48.258+02:00</updated><title type='text'>Εκεί που μας πρέπει να είμαστε</title><content type='html'>Ξεκινάω να γράψω,&lt;br /&gt;κι ύστερα σταματάω πάλι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι μέρες πολλές, εβδομάδες που δεν έχω πιάσει χαρτί και στυλό,&lt;br /&gt;και αυτό από μόνο του είναι βάσανο τόσο,&lt;br /&gt;όσο το να έχεις μέσα σου να μοιραστείς αισθήματα,&lt;br /&gt;μα τις λέξεις να μην τις βρίσκεις να τα 'ξομολογηθείς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάντα το ίδιο θέμα,&lt;br /&gt;πάντα παραλλαγές του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποτε αναρωτιόμουν ποιος ο σκοπός της ζωής.&lt;br /&gt;Γιατί να ζούμε οι άνθρωποι και πού να θέλει να φτάσει&lt;br /&gt;τούτος ο ποταμός τον οποίο ταξιδεύουμε.&lt;br /&gt;Βρήκα την απάντηση μέσα στην πράξη&lt;br /&gt;(γιατί στη σκέψη μοναχά,&lt;br /&gt;δε βρίσκεις τίποτα,&lt;br /&gt;παρά το τίποτα βρίσκεις)&lt;br /&gt;και είπα με βεβαιότητα στον εαυτό μου πως&lt;br /&gt;"η ευτυχία είναι ο σκοπός της".&lt;br /&gt;Κι αυτό, γιατί μέσα στην ευτυχία μοναχά&lt;br /&gt;έβρισκα να είμαι και να είναι και οι γύρω μου,&lt;br /&gt;-μέσα στην ευτυχία μοναχά-&lt;br /&gt;εκεί που μας έπρεπε να είμαστε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην ευτυχία την απέραντη είναι το σπίτι μας.&lt;br /&gt;Η θάλασσα στην οποία εκβάλλει τούτος ο ποταμός,&lt;br /&gt;όταν οι όχθες του παύουν να τον περιορίζουν&lt;br /&gt;τα δυο χέρια που έδειχναν πρώτα το δρόμο προτεταμένα, παράλληλα,&lt;br /&gt;τώρα ανοίγουν σε αγκάλη πελώρια,&lt;br /&gt;απέραντη να περιέχει τούτον&lt;br /&gt;κι άλλους πολλούς ποταμούς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και ενώ η ευτυχία για τον καθένα έχει διαφορετικό πρόσωπο&lt;br /&gt;και σε άλλον τόπο θα τη συναντήσει ο καθείς,&lt;br /&gt;έχει ένα χαρακτηριστικό που ποτέ δεν τ' απαρνιέται,&lt;br /&gt;και δίχως ετούτο να υπάρξει δεν είναι μπορετό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι τα χέρια τα κλειστά, που ανοίγουν να γενούν απεραντοσύνη.&lt;br /&gt;Είναι η αύρα που κυματίζει τα μαλλιά και χαϊδεύει την πλάτη κάτω από τον ώμο,&lt;br /&gt;ενώ σείει χορευτικά τα κλαριά και τα ασημένια φύλλα της ιτιάς,&lt;br /&gt;τα χαμηλά χορτάρια στους κάμπους.&lt;br /&gt;Είναι οι φτερούγες που απλώνονται από τη μια μεριά του ορίζοντα κι από την άλλη.&lt;br /&gt;Είναι η ελευθερία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ελευθερία είναι συνάμα ένα σύμπλεγμα εξωτερικών συνθηκών,&lt;br /&gt;μα κι ένας τρόπος να βλέπεις τον κόσμο.&lt;br /&gt;Η πρώτη πρόταση της προηγούμενης παραγράφου&lt;br /&gt;θα μπορούσε να  είναι γραμμένη αλλιώς:&lt;br /&gt;"Είναι τα μάτια τα κλειστά, που ανοίγουν για να ειδούν, ανοίγουν να γενούν απεραντοσύνη".&lt;br /&gt;Και σαν τέτοια η ελευθερία, σαν πράγμα και σαν σκέψη μαζί,&lt;br /&gt;σαν σώμα και σαν ψυχή, ομού θεμελιώνεται και εμφυσείται.&lt;br /&gt;Γιατί οι συνθήκες οι προσαρμόσιμες και οι γόνιμες, κάτω από το βλέμμα το σκλαβωμένο και την σκέψη την ιδρωμένη από τον φόβο, άλλον καρπό απ' αλυσίδες, φράχτες, κάγκελα δεν προσφέρει.&lt;br /&gt;Και ο σπόρος της ελεύθερης ματιάς που μας συντροφεύει εντός από γεννησιμιού, στην ανομβρία της σκληρότητας, της αδυναμίας δηλαδή, δε γίνεται φύτρα, δε βλασταίνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για τους παραπάνω λόγους, όλες οι προσπάθειες για την επίτευξη ή την διατήρηση της ελευθερίας που επικεντρώνονται αποκλειστικά στις εξωτερικές συνθήκες ή στην νοοτροπία, είναι καταδικασμένες πριν ακόμη λάβουν χώρα.&lt;br /&gt;Το πιο χτυπητό παράδειγμα των προσπαθειών-ναυαγίων του ανθρώπου που αφοσιώθηκε στις εξωτερικές συνθήκες για την επίτευξη-διατήρηση της ελευθερίας, είναι οι νόμοι που έχει θεσπίσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατ' αρχήν οι νόμοι, άγραφοι, μα ευνόητοι και κοινά αποδεκτοί, στήριζαν την επιβίωση της κοινωνίας και του ατόμου. Αν και υπήρχαν αυθεντίες που συντελούσαν στη δημιουργία τους, στην πλειονότητά τους μοιάζουν οικουμενικοί.&lt;br /&gt;Όσο η παρουσία των αυθεντιών στη διαμόρφωση των νόμων τείνει στην αποκλειστικότητα, και όσο οι νόμοι -που αποσκοπούν στο να είναι ξεκάθαροι και λεπτομερείς,πάνω σε κάθε έκφανση του βίου- καταγράφονται και εμμέσως χάνουν το "ευνόητο" τους, τόσο ο κάθε μη-επιστήμονας στερείται της κατανόησής τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τί καταφέρνει λοιπόν ένας νόμος που χάριν κάποιου αγνοούμενου αγαθού περιορίζει, απαγορεύει;&lt;br /&gt;Όταν ήμουν μικρό παιδάκι, τα εμπόδια που έβαζε στο σπίτι η μητέρα μου για να μη χτυπήσω, να μην καώ, τα έβλεπα ως περιορισμούς. Και ως τέτοιους, τα κατάφερνα και τελικά τους ξεπερνούσα. Πολλές φορές, με απεριόριστη υπομονή, καταπιανόμουν να παλεύω τους περιορισμούς μου.&lt;br /&gt;Ένας τέτοιος ακατανόητος νόμος, δεν καταργεί απλώς το ίδιο το αγαθό που φτιάχτηκε να διαφυλάξει, την ελευθερία, παρά δημιουργεί ο ίδιος τους παραβάτες του.&lt;br /&gt;Αν κάποιος αμφισβητεί το παράδειγμα με το μικρό παιδάκι που στερείται κατανόησης και συνείδησης σε σχέση με τον τα αντίστοιχα στερούμενο ενήλικα, εγώ θα έλεγα (υπέρ του παιδιού) πως το μικρό τουλάχιστον έχει μια αρκετά μεγάλη εμπιστοσύνη σ' αυτή τη μητέρα του που το περιορίζει. Εμπιστοσύνη που πιο σπάνια έχει ο ενήλικος προς ένα σύνολο άγνωστων ή ανεπιθύμητων νομοθετών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα βήμα ακόμα πιο μακριά από την ευτυχία, την ελευθερία, την κατανόηση, συνείδηση και αποδοχή των νόμων φέρνουν το μη-επιστήμονα τα μέτρα επιβολής τους.&lt;br /&gt;Τις περισσότερες φορές, αυτές οι προσπάθειες-ναυάγια της διασφάλισης της πολυπόθητης και απαραίτητης ελευθερίας επιχειρούν να εισέλθουν στη ζωή μας στανικώς. Και με τον ίδιο τρόπο να υιοθετηθούν και να διατηρηθούν ενεργές.&lt;br /&gt;Δημιουργούν με αυτό τον τρόπο ευνοϊκές συνθήκες για την αντίδραση σ' αυτές, πριν ακόμα εξεταστεί από κοινού ο απώτερος σκοπός και η αποτελεσματικότητά τους.&lt;br /&gt;Και αν δεν ευδοκιμεί η αντίδραση μέσα τους, ευδοκιμεί ο μεγαλύτερος εχθρός της χαράς, της ελευθερίας, της ευτυχίας: ο φόβος.&lt;br /&gt;Αυτός που χρησιμοποιείται τελικά όταν το ενδιαφέρον και η στοργή εκλείπουν, για χαλιναγώγηση, για το υποκατάστατο της νουθεσίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν η λογική και η διάκριση παύουν να οδηγούν τις πράξεις μας, η κτηνωδία και η αποσύνθεση είναι λογικά επακόλουθα.&lt;br /&gt;Και αυτό επειδή όσο στενός και να είναι ο κλοιός του φόβου, πάντα θα φανεί στον ορίζοντα του καθενός -έστω και σαν αυταπάτη- η στιγμή που ο κλοιός θα διαρρηχθεί.&lt;br /&gt;Τότε, αν η συνείδηση δεν οδηγεί τις πράξεις,&lt;br /&gt;ο φόβος δε θα δώσει, παρά θα καταλύσει τα φρένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα παραπάνω, λίγο έως πολύ τα γνωρίζουν όσοι διαχειρίζονται το φόβο των άλλων, μα παρ' όλα αυτά, σκλάβοι και οι ίδιοι -και αδύνατοι να μπορέσουν να το αντιληφθούν ή να κάνουν κάτι ουσιαστικό για αυτό- συνεχίζουν να τον χρησιμοποιούν σαν σκήπτρο, σαν το μαγικό ραβδί που τους πραγματοποιεί τις ευχές.&lt;br /&gt;Και ο λόγος που δεν αναζητούν ή δεν ακολουθούν άλλη οδό από τη δέσμευση των θυμάτων τους είναι ίδιος με τον λόγο που πολύ συχνά δεσμεύει τα θύματά τους τα ίδια.&lt;br /&gt;Η φυγοπονία.&lt;br /&gt;Η αδυναμία να βρουν και να εφαρμόσουν τρόπους που δε θα θίξουν την ελευθερία (και κατά συνέπεια την ευτυχία) των συνανθρώπων τους, για να επιτύχουν το ποθούμενο.&lt;br /&gt;Το ποθούμενο που τις περισσότερες φορές είναι η ίδια ευτυχία και ευημερία.&lt;br /&gt;Στόχος αγαθός κατά τα άλλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το παράδειγμά μου, οι νόμοι, δεν χρησιμοποιήθηκε γιατί είμαι ενάντιος στην ύπαρξή τους.&lt;br /&gt;Αν και κάποιοι νόμοι θεωρώ πως δεν δημιουργήθηκαν με αγαθές προθέσεις, ούτε με θεμιτά αποτελέσματα. Αλλά αυτό δεν το εξετάζω, γιατί θα απομακρυνθώ από το συλλογισμό που έχει να κάνει με τις συνιστώσες της ελευθερίας και την ευτυχία και τις προσπάθειες για ευδοκίμηση τους και θα ασχοληθώ με ένα άλλο φαινόμενο.&lt;br /&gt;Πιστεύω ακράδαντα πως ο άνθρωπος που "συλλογάται ελεύθερα" και καλλιεργεί εαυτόν ευτυχής, έχει ως γνώμονα την ευημερία και την καλοσύνη από και προς τους πάντες στην πράξεις του.&lt;br /&gt;Δέχεται συμβουλές και υποδείξεις, όταν τις κατανοεί και δεν τον συγχύζουν.&lt;br /&gt;Το παράδειγμά χρησιμοποιήθηκε επειδή όλοι έχουμε να κάνουμε με τους νόμους, η πλειονότητα δεν αναμειγνύεται στην εφεύρεση, σύσταση, ερμηνεία ή επικύρωσή τους, ούτε γνωρίζει αυτούς (οι παραπάνω ονομαζόμενοι "μη-επιστήμονες") και το σκεπτικό θα έβρισκε την πλειονότητα να βρίσκεται όχι αιτία, αλλά αποτέλεσμα των νόμων. Γεγονός που μειώνει τις πιθανότητες της ταύτισης με τους "επιστήμονες" και την αντίδραση για την αντίδραση καθεαυτή.&lt;br /&gt;Οι προσπάθειες-ναυάγια όμως για την επίτευξη και διατήρηση της ελευθερίας και της ευτυχίας δεν περιορίζονται στο επίπεδο του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου όμως, τη σχέση πολίτη-πολιτείας, νόμων-πολίτη.&lt;br /&gt;Αν βάλουμε κάτω από το μικροσκόπιο τις σχέσεις γονέα-παιδιών, φίλων, συνεργατών, εργοδοτών-εργαζομένων, εραστών ή συζύγων, θα βρούμε στόλους ναυαγισμένους και διαλυμένους στις κρημνώδεις ακτές τους. Ακτές που θα έπρεπε να αποτελούν οάσεις σωτηρίας προς την ευτυχία του ατόμου.&lt;br /&gt;Ιδίως στους συζύγους, αν και δεν μετρά η σχέση αυτή τις περισσότερες προσπάθειες-ναυάγια, η ίδια η ονομασία της σχέσης, ειρωνικά, προμηνύει κατάλυση της ελευθερίας αμφότερων των συσχετιζομένων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα παραπάνω είναι συλλογισμοί που δεν χρειάζονται κόπο για να τους κάνει κανείς.&lt;br /&gt;Οδηγούν όμως, αναπόφευκτα, σε ένα συμπέρασμα.&lt;br /&gt;Και αυτό το συμπέρασμα είναι η απαρχή τόσο του μόχθου, όσο της προσωπικής και συλλογικής δημιουργίας:&lt;br /&gt;Για να επιτευχθεί και να διατηρηθεί η ελευθερία χρειάζεται συνείδηση και πράξεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οκτώβριος ,βζ'&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-7805451700065378545?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/7805451700065378545/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=7805451700065378545' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/7805451700065378545'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/7805451700065378545'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2007/10/blog-post.html' title='Εκεί που μας πρέπει να είμαστε'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-7170766731887319037</id><published>2007-09-04T04:28:00.000+03:00</published><updated>2007-09-04T05:40:22.313+03:00</updated><title type='text'>Το μαράζι της Ανθούλας</title><content type='html'>Τη μέρα που πέρασε, το μεσημέρι,&lt;br /&gt;αναλογίστηκα την ημερομηνία&lt;br /&gt;και συνειδητοποίησα πως ήταν ακριβώς είκοσι χρόνια&lt;br /&gt;που ο θάνατος με χώρισε από τη μητέρα μου.&lt;br /&gt;Σκέφτηκα:&lt;br /&gt;"Είναι δυνατόν να είναι τόσο περισσότερα&lt;br /&gt;τα χρόνια που έζησες χώρια της&lt;br /&gt;από τα τόσα χρόνια που σε μεγάλωνε;&lt;br /&gt;Πάει τόσος καιρός από τότε που στη θάλασσα&lt;br /&gt;σε έβαζε να τυλίξεις τα πόδια σου στη μέση της&lt;br /&gt;και σε γύριζε γύρω - γύρω;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι όμως,&lt;br /&gt;την ξεχνάω.&lt;br /&gt;Ακόμα κι αν κουβέντες και πράξεις της&lt;br /&gt;με έχουν σημαδέψει,&lt;br /&gt;-όχι σημαδέψει, σμιλέψει να γράψω καλύτερα-&lt;br /&gt;ακόμα κι αν κουβαλάω τη μύτη&lt;br /&gt;από τη μεριά της δικής της οικογένειας,&lt;br /&gt;ακόμα κι αν τη θυμάμαι&lt;br /&gt;κάθε που θα με παινέψουν για καλοσύνη,&lt;br /&gt;πάνε τόσα και τόσα χρόνια&lt;br /&gt;που έχει να έρθει στα όνειρά μου.&lt;br /&gt;Πάει τόσος καιρός που έχω να πω το όνομά της&lt;br /&gt;και να θυμηθώ τον τρόπο της.&lt;br /&gt;Και πριν από αυτό, ακόμα άλλο τόσο.&lt;br /&gt;Χάνεται από τη μνήμη μου&lt;br /&gt;και είναι σα να πεθαίνει ακόμα περισσότερο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρώτο ξέχασα το χρώμα της φωνής της,&lt;br /&gt;τελευταία χάνω τη μυρουδιά της.&lt;br /&gt;Η όψη της δε γυρνάει από τις φωτογραφίες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Του θανάτου το πέρασμα το απάντησα μικρός.&lt;br /&gt;Και πριν τον αποχωρισμό της μάνας,&lt;br /&gt;(δε θυμάμαι να την είπα "μάνα" ποτέ,&lt;br /&gt;παρά "μαμά" την έλεγα και ήμουν ο βενιαμίν της,&lt;br /&gt;αλλά "μάνα" είναι στο μυαλό μου,&lt;br /&gt;ούτε "μαμά", ούτε "μητέρα")&lt;br /&gt;ήταν ο θάνατος της μητέρας της, της Ζαχάρως.&lt;br /&gt;Που είδα τη Ρούλα, την εγγονή της, του θείου του Τάσου&lt;br /&gt;να ξεσπάει στα κλάματα στο πεζοδρόμιο της Σαλαμίνος,&lt;br /&gt;έξω από την πολυκατοικία που μέναμε κι εμείς,&lt;br /&gt;δίπλα από μια νερατζιά,&lt;br /&gt;κάτω από το μπαλκόνι της θείας της Νούλας.&lt;br /&gt;Τον είδα από μικρός, μα ποτέ δεν τον χώνεψα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πόσες φορές δεν ήρθε η μάνα μου στον ύπνο μου,&lt;br /&gt;εύρωστη, όχι όπως ήταν μετά τις χημειοθεραπείες, χωρίς μαλλιά,&lt;br /&gt;και σαλιώνοντας τον αντίχειρά της μου έστρωσε τα φρύδια;&lt;br /&gt;Κι ύστερα,&lt;br /&gt;πόσες φορές δεν είδα στον ύπνο μου τον πατέρα μου;&lt;br /&gt;Να ξυπνάω και να πάω στην κουζίνα,&lt;br /&gt;να τον βρίσκω με τη ρόμπα να φτιάχνει καφέ στο μάτι της κουζίνας,&lt;br /&gt;να μου φτιάχνει πρωινό, και να του λέγω:&lt;br /&gt;"Μα καλά, εσύ δεν πέθανες χρόνια πριν;"&lt;br /&gt;"Όχι, λάθος ήτανε. Τώρα γύρισα, και θα ήμαστε όλοι πάλι μαζί."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν ήμουν ακόμη στο δημοτικό σχολείο,&lt;br /&gt;είχα μια συμμαθήτρια που&lt;br /&gt;σε ένα διάλειμμα που λέγαμε το τί θα γίνει ο καθένας είπε:&lt;br /&gt;"Εγώ ξέρω το τι θα γίνει ο Συρογιάννης!"&lt;br /&gt;"Τί θα γίνει;"&lt;br /&gt;Ρωτήσαμε οι άλλοι, όλοι αγόρια, στην πίσω αυλή του σχολείου.&lt;br /&gt;"Φιλόσοφος!"&lt;br /&gt;Αυτό είναι μια εκδοχή για το γιατί θέλω να γίνομαι "δικηγόρος του διαβόλου",&lt;br /&gt;και να εκπροσωπώ την άλλη άποψη,&lt;br /&gt;ακόμα κι αν (ή ίσως ακόμη περισσότερο όταν) δεν υπάρχει κάποιος υποστηρικτής της&lt;br /&gt;μπροστά στην κουβέντα,&lt;br /&gt;το ότι θέλω να βρω την αλήθεια.&lt;br /&gt;Μία λανθάνουσα τάση προς τη φιλοσοφία που,&lt;br /&gt;όπως πολύ αργότερα συμπλήρωσε τον νονό της κόρης του ο θείος μου ο Λάμπης,&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style:italic;"&gt;...κινδυνεύει να παρεκκλίνει σε "αμπελοφιλοσοφία"&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η άλλη εξήγηση δόθηκε από τον Αλέξανδρο,&lt;br /&gt;χρόνια πριν, στο σπίτι του Γρηγόρη:&lt;br /&gt;Ίσως να θέτω ερωτήματα που να εμποδίζουν το "κλείσιμο του θέματος"&lt;br /&gt;γιατί ουσιαστικά, δεν θέλω το θέμα να τελειώσει.&lt;br /&gt;Γιατί δεν επιθυμώ το τέλος.&lt;br /&gt;Ίσως να είναι το ίδιο με το ότι δε χώνεψα ποτέ το τέλος,&lt;br /&gt;το θάνατο,&lt;br /&gt;το τίποτα,&lt;br /&gt;την καταστροφή και την κατάλυση, όχι μόνο του περιβάλλοντος,&lt;br /&gt;αλλά και του παρατηρητή του.&lt;br /&gt;Ασύλληπτος, και για αυτό αχώνευτος.&lt;br /&gt;Ίσως, αν είναι έτσι,&lt;br /&gt;για αυτό να είμαι ανάξιος και αιώνιος μνηστήρας του τέλειου.&lt;br /&gt;Γιατί χωρίς τέλος, τίποτα δεν είναι τέλειο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για να βάλω ένα τέλος&lt;br /&gt;στην περιγραφή από τις πολλές σκέψεις&lt;br /&gt;που πέρασαν την προηγούμενη μέρα από το νου μου:&lt;br /&gt;Μπορεί σα χθες να πέθανε η μάνα,&lt;br /&gt;αλλά σα σήμερα,&lt;br /&gt;(ισορροπία που φωλιάζει μέσα στα πάντα)&lt;br /&gt;γεννήθηκε η καλή μου φίλη η Φαίη.&lt;br /&gt;Χρόνια πολλά και καλά!&lt;br /&gt;Ευχαριστώ για τη φιλία&lt;br /&gt;που απλόχερα προσφέρεις!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τρίτη, δ' Σεπτεμβρίου ,βζ'&lt;br /&gt;05:39 π.μ.&lt;br /&gt;Αν ήταν αλλού,&lt;br /&gt;θα είχε σίγουρα μουσική.&lt;br /&gt;;-)&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-7170766731887319037?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/7170766731887319037/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=7170766731887319037' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/7170766731887319037'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/7170766731887319037'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2007/09/blog-post.html' title='Το μαράζι της Ανθούλας'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-8178929069185106224</id><published>2007-08-24T18:11:00.000+03:00</published><updated>2007-08-24T18:13:14.113+03:00</updated><title type='text'>Empire of dirt</title><content type='html'>Σ' αυτό το ταξίδι που κάνουμε όλοι,&lt;br /&gt;άλλοι πηγαίνοντας αργά κι άλλοι γρήγορα,&lt;br /&gt;άλλοι με εφόδια κι άλλοι επαίτες,&lt;br /&gt;άλλοι περπατώντας,&lt;br /&gt;άλλοι οδηγώντας,&lt;br /&gt;άλλοι κωπηλατώντας,&lt;br /&gt;άλλοι πετώντας&lt;br /&gt;κι άλλοι κουτσαίνοντας,&lt;br /&gt;έχουμε δυο - τρεις σταθμούς&lt;br /&gt;απ' όπου όλοι θα περάσουμε αργά ή γρήγορα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα γελάσουμε και θα κλάψουμε,&lt;br /&gt;αλλιώτικα ο καθένας στον κάθε σταθμό.&lt;br /&gt;Άλλοι θα τους δουν σα λύτρωση&lt;br /&gt;κι άλλοι σαν καταδίκη.&lt;br /&gt;Σα λιμάνι να ξαποστάσουν&lt;br /&gt;ή σαν θύελλα που τους μαστιγώνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα κοιταχτούμε,&lt;br /&gt;σαν απαντήσουμε ο ένας τον άλλο,&lt;br /&gt;σαν συνοδοιπόροι,&lt;br /&gt;σαν εμπόδιο ο ένας του άλλου,&lt;br /&gt;σαν σάρκες από τη σάρκα μας,&lt;br /&gt;ή σαν κακές πληγές πυορροούσες.&lt;br /&gt;Άλλοτε ξέροντας, κι άλλοτε αγνοώντας -οι ίδιοι-&lt;br /&gt;πως,&lt;br /&gt;με τους ίδιους (αναπόφευκτους) σταθμούς,&lt;br /&gt;σε άλλες στιγμές και από άλλες ρότες,&lt;br /&gt;με άλλα βλέμματα,&lt;br /&gt;άλλες χροιές και άλλους τόνους,&lt;br /&gt;τυφλοί απέναντι στο τι έπεται,&lt;br /&gt;το ίδιο ταξίδι κάνουμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;06:10 μ.μ.&lt;br /&gt;Παρασκευή κδ' Αυγούστου ,βζ'&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ζέστη, αέρας και φωτιά.&lt;br /&gt;(Σε άλλη περίπτωση,&lt;br /&gt;θα είχε και μουσική)&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-8178929069185106224?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/8178929069185106224/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=8178929069185106224' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/8178929069185106224'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/8178929069185106224'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2007/08/empire-of-dirt.html' title='Empire of dirt'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-3114668959815873889</id><published>2007-08-08T00:19:00.000+03:00</published><updated>2007-08-08T14:47:34.452+03:00</updated><title type='text'>Η τριλογία</title><content type='html'>Η πρώτη του ταινία που είδα ήταν βιντεοκασσέττα, και ήταν το &lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0085297/"&gt;"Κάρμεν"&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;object height="350" width="425"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/oLbRtUAmx3g"&gt;&lt;param name="wmode" value="transparent"&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/oLbRtUAmx3g" type="application/x-shockwave-flash" wmode="transparent" height="350" width="425"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;Όταν τη συζητούσα με τον Στέλιο, μου συνέστησε να ψάξω να βρω μια ταινία του που είχε δει πριν χρόνια και του άρεσε πολύ, τό &lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0090636/"&gt;"Μάγος Έρωτας"&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;object height="350" width="425"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/AoIYGczVL7I"&gt;&lt;param name="wmode" value="transparent"&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/AoIYGczVL7I" type="application/x-shockwave-flash" wmode="transparent" height="350" width="425"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;object height="350" width="425"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/XpG_wvdhkRM"&gt;&lt;param name="wmode" value="transparent"&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/XpG_wvdhkRM" type="application/x-shockwave-flash" wmode="transparent" height="350" width="425"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και από τον Αντώνη (ή από τη Φαίη; ) βρήκα μόνο με αγγλικούς υπότιτλους το &lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0082088/"&gt;"Ματωμένο γάμο"&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;object height="350" width="425"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/7vZY3i8TOLI"&gt;&lt;param name="wmode" value="transparent"&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/7vZY3i8TOLI" type="application/x-shockwave-flash" wmode="transparent" height="350" width="425"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;object height="350" width="425"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/5m0XOHX3ifg"&gt;&lt;param name="wmode" value="transparent"&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/5m0XOHX3ifg" type="application/x-shockwave-flash" wmode="transparent" height="350" width="425"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;Το &lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0090636/"&gt;"El Amor Brujo"&lt;/a&gt; ακόμα δεν το έχω δει.&lt;br /&gt;Ελπίζω να το βρω σύντομα, πέρα από σκηνές που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η σύνδεση έγινε αργότερα, στα προσεχώς της συλλογής "criterion", όπου αναφέρει τις τρεις αυτές ταινίες σαν μέρη της φλαμέγκο τριλογίας του Κάρλος Σάουρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν γνωρίζω γιατί δεν ονομάζουν πενταλογία το σύνολο των έργων αυτών, μαζί με το &lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0113077/"&gt;"Φλαμέγκο"&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;object height="350" width="425"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/FwLZrHR1o_Q"&gt;&lt;param name="wmode" value="transparent"&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/FwLZrHR1o_Q" type="application/x-shockwave-flash" wmode="transparent" height="350" width="425"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;(Παρένθεση, εκτός θέματος: To "verde que te quiero verde" είναι από τους στοίχους του ποιήματος του Λόρκα &lt;a href="http://academics.uww.edu/cni/webquest/Fall02/Poetry%20Webquest/poem.html"&gt;"Romance Somnámbulo"&lt;/a&gt; διασκευασμένο, αλλά &lt;a href="http://courseweb.stthomas.edu/raraschio/verde.html"&gt;κρατώντας το νόημά του&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;Κάπου είχα διαβάσει ότι η κοπέλα στην οποία αναφέρεται στην αρχή είναι νεκρή, εξ' ου και τα μάτια από κρύο ασήμι... εγώ το αφήνω στους αναλυτές το πράγμα)&lt;br /&gt;&lt;object height="350" width="425"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/xxfwm9N1L_4"&gt;&lt;param name="wmode" value="transparent"&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/xxfwm9N1L_4" type="application/x-shockwave-flash" wmode="transparent" height="350" width="425"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;και το πρόσφατο &lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0443057/"&gt;"Iberia"&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;object height="350" width="425"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/oC3iYjZ2TGY"&gt;&lt;param name="wmode" value="transparent"&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/oC3iYjZ2TGY" type="application/x-shockwave-flash" wmode="transparent" height="350" width="425"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;object height="350" width="425"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/y1Gq1Ut2MgA"&gt;&lt;param name="wmode" value="transparent"&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/y1Gq1Ut2MgA" type="application/x-shockwave-flash" wmode="transparent" height="350" width="425"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;Ίσως γιατί είναι το τέταρτο και "...το πέμπτο μέρος της γνωστής τριλογίας..." όπως θα έλεγε ο Ντάγκλας Άνταμς.&lt;br /&gt;Ίσως γιατί τα δυο τελευταία αυτά, αν και διέπονται από μια συνέχεια, δεν είναι στη σκιά μιας και μόνης ιστορίας και πλοκής. Παρά είναι περισσότερο σαν να αποτυπώνουν τη μουσική αυτή, στις διαφορετικές της εκφάνσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό,&lt;br /&gt;αλλά εμένα μου αρέσει πολύ"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χρόνια πολλά Μαργαρίτα,&lt;br /&gt;ώρα καλή νά 'χεις στην πρύμνη σου&lt;br /&gt;και αέρα στα πανιά σου!&lt;br /&gt;01:04 π.μ.&lt;br /&gt;Τετάρτη, η' Αυγούστου ,βζ'&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-3114668959815873889?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/3114668959815873889/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=3114668959815873889' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/3114668959815873889'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/3114668959815873889'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2007/08/blog-post.html' title='Η τριλογία'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-5868299950218020067</id><published>2007-07-27T04:14:00.000+03:00</published><updated>2007-07-27T04:32:55.206+03:00</updated><title type='text'>Τα μέσα δεν κάνουν τον οποιονδήποτε, αν δε βγαίνει από μέσα του</title><content type='html'>Όλο και πιο συχνά σκέφτομαι πως όταν έχω περιορισμούς στα μέσα για να κάνω κάτι, ασχολούμαι περισσότερο με το κάτι και λιγότερο με τα μέσα.&lt;br /&gt;Σα να λέμε, ψάχνω να βρω το δρόμο να φτάσω στο στόχο μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν τα μέσα δεν αποτελούν ζήτημα, μπορεί να σπαταλήσω τον άπειρο χρόνο για να εξαντλήσω (δήθεν) τις δυνατότητές τους.&lt;br /&gt;Και όλο αυτό, εις βάρος του στόχου, της δημιουργικότητας της ευχαρίστησης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτή η απόκλιση από το παιχνίδι δηλαδή με τα μέσα, που τα κάνει αυτοσκοπό.&lt;br /&gt;Κι έτσι, δουλεύεις υπερωρία για να πληρώσεις το 4x4 και δεν πας κανέναν περίπατο σε κανένα βουνό.&lt;br /&gt;(Λέμε, αν δεν καιγόντουσαν όλα.)&lt;br /&gt;Ψάχνεις τη γραμματοσειρά που θα σε εκφράζει, και δε γράφεις μια κουβέντα να βγει από μέσα σου.&lt;br /&gt;Ψάχνεις τον ιδανικό άνθρωπο, και δε διακρίνεις το ιδανικό στους ανθρώπους.&lt;br /&gt;Κατεβάζεις τους τελευταίους drivers για να λειτουργεί το τελευταίο πρόγραμμα αναπαραγωγής DVD, και δε βλέπεις τις ταινίες που αγόρασες γιατί θεωρούσες αξιόλογες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και χάνεις το ταξίδι, τις εικόνες, τις μυρουδιές, τις αισθήσεις και τα συναισθήματα, χάνεις τον προορισμό, γιατί περιμένεις τον καλύτερο άνεμο, το πιο γρήγορο καράβι, τα καινούργια ταξιδιωτικά ρούχα του βασιλιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;04:29 π.μ.&lt;br /&gt;Παρασκευή, κζ' Ιουλίου ,βζ'&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ζέστη και διακοπές (ρεύματος)&lt;br /&gt;Καλημέρα!&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-5868299950218020067?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/5868299950218020067/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=5868299950218020067' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/5868299950218020067'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/5868299950218020067'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2007/07/blog-post_27.html' title='Τα μέσα δεν κάνουν τον οποιονδήποτε, αν δε βγαίνει από μέσα του'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-4199417728077798136</id><published>2007-07-02T05:09:00.000+03:00</published><updated>2007-07-03T02:24:00.076+03:00</updated><title type='text'>Δικαιολογίες</title><content type='html'>Με πειράζουν τόσο πολύ οι δικαιολογίες!&lt;br /&gt;Με κουράζουν τόσο πολύ οι δικαιολογίες!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εχθές το πρωί, στις δύο τα ξημερώματα, μπαίνω σε ένα ταξί &lt;s&gt;να πάω&lt;/s&gt; να έρθω στο σπίτι.&lt;br /&gt;Δένω την ζώνη. (Μου το προτείνει και ο ίδιος ο οδηγός).&lt;br /&gt;Αρχίζουμε μια κουβέντα (πρωί-πρωί, αλλά μάλλον το ήθελε για να περνάει η ώρα και να μην αποκοιμιέται στο τιμόνι) για τον σεβασμό στον κ.ο.κ.&lt;br /&gt;"Τα νέα μέτρα..."!&lt;br /&gt;Μου λέει.&lt;br /&gt;"Τίποτα δεν κάνουν"&lt;br /&gt;Του λέω.&lt;br /&gt;"Θα αλλάξουν το σύμπαν"&lt;br /&gt;(όχι αυτολεξεί) Μου λέει.&lt;br /&gt;Και αρχίζει μια κουβέντα γύρω από το αν η λύση για τους ασυνείδητους είναι τα αυστηρότερα πρόστιμα ή όχι.&lt;br /&gt;Του πετάω την ιδέα πως αν ο άλλος είναι ασυνείδητος, ούτε το οικονομικό κόστος θα συνειδητοποιήσει, γιατί απλά είναι ασυνείδητος.&lt;br /&gt;Επίσης, πως ο φόβος δεν είναι μια ασφαλής και στέρεη οδός για να περάσουμε ένα μήνυμα, γιατί μπορεί κάλλιστα να μην υπολογιστεί υπό ορισμένες μεν, πλείστες δε περιπτώσεις.&lt;br /&gt;(Δεν μπήκα στη διαδικασία να του εξηγήσω πως αν ο φόβος ήταν αρκετός για να αναστείλει οτιδήποτε, θα θεωρούσαμε ακόμα πως η γη δεν γυρίζει. Ίσως αυτό να ήταν λάθος, και να απέτρεψε ένα τέλος στην κουβέντα προς όφελός μου, αλλά τέτοια λάθη τα κάνω συχνά, για να είναι ειλικρινής...)&lt;br /&gt;Τότε, μου λέει το εξής:&lt;br /&gt;"Ο Έλληνας, θέλει τον φόβο για να αλλάξει και να κάνει το σωστό."&lt;br /&gt;Αντιστάθηκα του πειρασμού να του πω πως είναι παντελώς ηλίθιος, και άρχισα να του εξηγώ γιατί ένας άνθρωπος, αν ο γνώμονας των πράξεών του είναι ο φόβος, μπορεί να αλλάξει συμπεριφορά ανά πάσα στιγμή, και αυτό που χρειάζεται είναι η συνείδηση των πράξεών του.&lt;br /&gt;Δε θέλησε να ακούσει, μου έκανε τις ίδιες δηλώσεις (ή ερωτήσεις) ξανά και ξανά με άλλα λόγια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτό που με πείραξε περισσότερο είναι αυτό το φόρτωμα στην ελληνικότητά μας για κάθε ελάττωμα. Αυτό που συνοδεύεται με μια αποχή από το χαρακτηριστικό του Έλληνα κάθε φορά, αυτού που το λέει.&lt;br /&gt;"Οι Έλληνες δεν έχουν καλή οδική συμπεριφορά".&lt;br /&gt;Αυτό σημαίνει:&lt;br /&gt;-Εγώ έχω, οι ΆΛΛΟΙ Έλληνες δεν έχουν.&lt;br /&gt;-Αφού οι άλλοι Έλληνες δεν έχουν, αυτό είναι ελαφρυντικό για να μην έχω κι εγώ.&lt;br /&gt;-Αυτό δεν αλλάζει. Είναι Έλληνες, επομένως ό,τι και να γίνει, το παραπάνω ισχύει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα μπορούσα να ισχυριστώ πως αυτοί που το λένε αυτό είναι Έλληνες, και ως εκ τούτου, ενώ τους λείπουν όλα τα άλλα, έχουν αυτογνωσία.&lt;br /&gt;Μα απλά βρίσκουν μια φτηνή δικαιολογία για να μην κάνουν τίποτα.&lt;br /&gt;"Δεν φταίω εγώ, οι Έλληνες φταίνε".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άμα θες, άλλαξε την λέξη "Έλληνες" με ό,τι άλλο.&lt;br /&gt;Εθνικότητα,&lt;br /&gt;θρήσκευμα,&lt;br /&gt;πολιτική πεποίθηση,&lt;br /&gt;φύλο,&lt;br /&gt;ηλικία.&lt;br /&gt;Η αδιακρισία μπορεί να έχει οποιαδήποτε μορφή.&lt;br /&gt;Οι δικαιολογίες μπορούν να έχουν οποιαδήποτε αφορμή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατέβηκα από το ταξί.&lt;br /&gt;Συνέχισε το δρόμο του.&lt;br /&gt;Γύρισα και κοιμήθηκα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;05:56 π.μ.&lt;br /&gt;β' Ιουλίου ,βζ'&lt;br /&gt;Χρόνια πολλά Άγγελε&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-4199417728077798136?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/4199417728077798136/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=4199417728077798136' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/4199417728077798136'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/4199417728077798136'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2007/07/blog-post.html' title='Δικαιολογίες'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-576332113516003685</id><published>2007-06-26T05:16:00.000+03:00</published><updated>2007-06-26T05:52:50.229+03:00</updated><title type='text'>Ιστορία έρωτα και αναρχίας</title><content type='html'>Ο τίτλος αυτός, μόλις πρόλαβε να αντικαταστήσει έναν άλλο τίτλο, που δεν προτίμησα γιατί θα ήταν κατανοητός από ένα άτομο και μόνο. Τον "ο παπάς ο παχύς, έφαγε παχιά φακή".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0070061/"&gt;Την ταινία&lt;/a&gt; την είδα πρόσφατα,&lt;br /&gt;πριν από λίγες ώρες συμπλήρωσα την θέασή της,&lt;br /&gt;αν και είχα ξεκινήσει την Κυριακή.&lt;br /&gt;Όλη την ώρα χωρίς ήχο και με υπότιτλους.&lt;br /&gt;(Τα ιταλικά μου είναι στο επίπεδο του ανήξερου)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν θέλω να υποστηρίξω τον έρωτα, ούτε την αναρχία.&lt;br /&gt;Ίσως και νά 'ταν πρόσχημα μονάχα.&lt;br /&gt;Στο κάτω κάτω της γραφής, δε χωράνε υποστυλώματα σε καμία έννοια από τις δύο.&lt;br /&gt;Ερμηνείες ένα σωρό, μα ο βίος τους συναντά την ουσία και την στηρίζει ή την καταποντίζει.&lt;br /&gt;Ήθελα να μοιραστώ μονάχα την ομορφιά που ένοιωσα βλέποντάς την ταινία αυτή,&lt;br /&gt;κι ύστερα,&lt;br /&gt;το πως όταν την άκουσα ήρθε κι έδεσε ο ήχος με την εικόνα.&lt;br /&gt;Τα δυο μαζί με το απόσταγμα του ενός και του άλλου,&lt;br /&gt;με το απόσταγμα και των δυονών μαζί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καμιά φορά, φέρνουμε τα λόγια,&lt;br /&gt;τους ήχους,&lt;br /&gt;τις εικόνες&lt;br /&gt;στην εποχή τους για να τις εκτιμήσουμε.&lt;br /&gt;Μα θαρρώ πως είναι λάθος αυτό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί θα πρέπει να μετράμε&lt;br /&gt;με αλλονών μέτρα και σταθμά από τα δικά μας&lt;br /&gt;τον κόσμο;&lt;br /&gt;Και τί εκτίμηση να κάνουμε με αυτό τον τρόπο;&lt;br /&gt;Δεν έρχεται αυτός που έβγαλε τα μέτρα και τα σταθμά αυτά&lt;br /&gt;να εκτιμήσει αναλόγως;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πολλές φορές,&lt;br /&gt;αυτό που γεννάται στην καρδιά μας μέσα από τα πράγματα&lt;br /&gt;ή τους ανθρώπους,&lt;br /&gt;ή τις πράξεις των,&lt;br /&gt;δε μπορεί να στηριχθεί, ούτε να καταποντιστεί από τίποτα άλλο&lt;br /&gt;παρά από την καρδιά που το γέννησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ούτε μετριέται,&lt;br /&gt;ούτε περιγράφεται αναλυτικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μόνο με παρομοιώσεις.&lt;br /&gt;Άλλο να λένε στον έναν κι άλλο στον άλλο,&lt;br /&gt;μα να λένε σε κάθε έναν ξεχωριστά το ίδιο πράμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Λατρεύω το άρωμα των λεμονιών.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;05:50 π.μ.&lt;br /&gt;κστ' Ιουνίου ,βζ'&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;/span&gt;Χρονιά πολλά,&lt;br /&gt;πολλά καλά, Κατερίνα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-576332113516003685?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/576332113516003685/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=576332113516003685' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/576332113516003685'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/576332113516003685'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2007/06/blog-post_26.html' title='Ιστορία έρωτα και αναρχίας'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-6326071110829353437</id><published>2007-06-25T02:08:00.000+03:00</published><updated>2007-06-25T02:56:56.686+03:00</updated><title type='text'>Για την ώρα άτιτλο</title><content type='html'>Για κάθε μέρα που περνά, δίχως να κάνει γέννα,&lt;br /&gt;στο φυλλοκάρδια μαχαιριά, που δεν την υπομένα'.&lt;br /&gt;Γιατί αν έχω τη δροσιά, στα χέρια, του ποτάμου,&lt;br /&gt;ποτέ δεν πρέπει να διψώ, ούτε αυτοί κοντά μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν 'ξεύρω αν τούτα τα λόγια βρίσκουν απόκριση καμιά&lt;br /&gt;στην οθόνη&lt;br /&gt;(όχι, όχι στην οθόνη, διέγραψέ το, αλλά κράτα το λάθος σα λάθος)&lt;br /&gt;σ' αυτό που ονομάζουνε ψυχή κανενού ανθρώπου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έγνοιες είναι που με καταλαμβάνουν καιρούς-καιρούς,&lt;br /&gt;και δεν ημπορώ να τις αποτινάξω από πάνω μου.&lt;br /&gt;Όχι γιατί είναι τόσο φρικαλέες οι ιδέες που γεννούν.&lt;br /&gt;Μα γιατί είναι τόσο επιθυμητές οι ιδέες που αντιστέκουνταί* τους.&lt;br /&gt;Γιατί έχουν υπόσταση και υπάρχουν στη ζωή μου,&lt;br /&gt;το λιγότερο σαν παρελθόν,&lt;br /&gt;το ευτυχέστερο σαν παρόν και μέλλον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μου αρέσει να γράφω,&lt;br /&gt;αλλά δεν είναι το γράψιμο που μου αρέσει.&lt;br /&gt;Είναι η ιδέα (ακόμα περισσότερο όταν αποκτά βάση)&lt;br /&gt;πως μέσα από τις αράδες τις λέξεις που μπαίνουν στη σειρά&lt;br /&gt;έστω και ένας, κάπου, κάπως,&lt;br /&gt;βγάζει ένα νόημα.&lt;br /&gt;Κουνάει το κεφάλι του σα να λέει:&lt;br /&gt;"Ναι, τούτο το είδα κι εγώ"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μ' αρέσουν και οι λέξεις να έχουν μυρουδιά.&lt;br /&gt;Όπως έχουν μυρουδιά τα νιόκοπα ξύλα.&lt;br /&gt;Όπως έχουν μυρουδιά τα βιβλία.&lt;br /&gt;Όπως έχουν μυρουδιά τα χέρια που τρίψαν το φύλλο της λεμονιάς μέσα στους.&lt;br /&gt;Όπως έχουν μυρουδιά οι τσέπες με τη λεβάντα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί τότε,&lt;br /&gt;δεν είμαι εγώ ο κύρης του νοήματος.&lt;br /&gt;Δεν είμαι ο κύρης της ομορφιάς που ξεπρόβαλε από το παράθυρο,&lt;br /&gt;και έλαμψε μ' άλλο χρώμα σε κάθε γωνιά.&lt;br /&gt;Μόν' είμαι ο μνηστήρας της,&lt;br /&gt;που κατάφερε να την ξεφανερώσει για να της ρίξει μια ματιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μου λείπει,&lt;br /&gt;μου λείπει,&lt;br /&gt;μου λείπει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και με το νερό να τρέχει ανάμεσα στα δάκτυλά μου,&lt;br /&gt;αφού διψώ, είναι ντροπή.&lt;br /&gt;02:54 π.μ.&lt;br /&gt;κε' Ιουνίου ,βζ'&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*μη θεωρήσεις το "αντιστέκουμαι" σαν αντιδραστική στάση.&lt;br /&gt;Το χρησιμοποιώ όπως και αυτοί στον παρακάτω διάλογο που κάποτε διάβασα και έκτοτε κράτησα στην καρδιά μου:&lt;br /&gt;-Σκουτελοβαρίσκω σε&lt;br /&gt;-Κι εγώ αντιστέκουμαί σου&lt;br /&gt;που πάει να πει αν δεν το κατάλαβες:&lt;br /&gt;-Σε χαιρετώ&lt;br /&gt;-Κι εγώ στέκομαι απέναντί σου (αντάξιος) στο χαιρετισμό σου&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-6326071110829353437?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/6326071110829353437/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=6326071110829353437' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/6326071110829353437'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/6326071110829353437'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2007/06/blog-post.html' title='Για την ώρα άτιτλο'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-1730557940930466345</id><published>2007-04-24T10:43:00.000+03:00</published><updated>2007-04-24T11:50:56.214+03:00</updated><title type='text'>...και η συνέχειά του</title><content type='html'>&lt;p class="MsoNormal" style="background: white none repeat scroll 0% 50%; text-align: justify; text-indent: 7.2pt; -moz-background-clip: -moz-initial; -moz-background-origin: -moz-initial; -moz-background-inline-policy: -moz-initial;"&gt;&lt;/p&gt;(συνέχεια από το προηγούμενο)&lt;br /&gt;They listened to him, not agreeing, not denying, but accepting his despair. His words went into their listening silence, and rested there for days, and came back to him changed.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"We can't do anything without each other," he said. "But it's the greedy ones, the cruel ones who hold together and strengthen each other. And those who won't join them stand each alone." The image of Anieb as he had first seen her, a dying woman standing alone in the tower room, was always with him. "Real power goes to waste. Every wizard uses his arts against the others, serving the men of greed. What good can any art be used that way? It's wasted. It goes wrong, or it's thrown away. Like slaves' lives. Nobody can be free alone. Not even a mage. All of them working their magic in prison cells, to gain nothing. There's no way to use power for good."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ayo closed her hand and opened it palm up, a fleeting sketch of a gesture, of a sign.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον άκουσαν, χωρίς να συμφωνούν, ούτε διαφωνώντας, αλλά δεχόμενες την απελπισία του.Τα λόγια του βρήκαν την σιωπή της ακοής τους, και ακουμπήσαν εκεί για μέρες, και γύρισαν πίσω σ' αυτόν αλλαγμένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα ο ένας χωρίς τον άλλο", είπε. "Μα είναι οι φθονεροί, οι σκληροί που στέκονται μαζί και στηρίζονται μεταξύ τους. Κι όσοι δεν συντάσσονται μαζί τους, στέκονται ο καθένας μόνος."&lt;br /&gt;Η πρώτη του εικόνα της Άνιεμπ, μια ετοιμοθάνατη να στέκεται μόνη στο δωμάτιο του πύργου, τον ακολουθούσε πάντα.&lt;br /&gt;"Η αληθινή δύναμη σπαταλιέται. Κάθε μάγος χρησιμοποιεί τις τέχνες του εναντίων των άλλων, υπηρετώντας τους ανθρώπους του φθόνου.&lt;br /&gt;Ποιο το όφελος οποιασδήποτε τέχνης, σε τέτοια χρήση;&lt;br /&gt;Σπαταλιέται. Λανθάνει, ή σκορπίζεται.&lt;br /&gt;Σαν τις ζωές των σκλάβων.&lt;br /&gt;Κανείς δε μπορεί να είναι ελεύθερος μόνος του. Ούτε ένας μάγος.&lt;br /&gt;Όλοι τους εργάζονται τη μαγεία τους στα κελιά της φυλακής, χωρίς κέρδος.&lt;br /&gt;Δεν είναι τρόπος να χρησιμοποιήσουν τη δύναμη για καλό."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Άιο έκλεισε την παλάμη της και την άνοιξε προς τα επάνω. Ένα φευγαλέο σχέδιο μιας χειρονομίας, ενός σημαδιού.&lt;br /&gt;(Σ.τ.Μ.: Εμπιστοσύνη)&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-1730557940930466345?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/1730557940930466345/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=1730557940930466345' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/1730557940930466345'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/1730557940930466345'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2007/04/blog-post_24.html' title='...και η συνέχειά του'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-8010108155150415517</id><published>2007-04-22T01:02:00.000+03:00</published><updated>2007-04-24T10:38:30.834+03:00</updated><title type='text'>το απόσπασμα που ήθελα να μοιραστώ...</title><content type='html'>&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;a style="font-weight: bold;" onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RiqcDed9KNI/AAAAAAAAAEA/tXdD3p3OwI0/s1600-h/Otter1.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://3.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RiqcDed9KNI/AAAAAAAAAEA/tXdD3p3OwI0/s320/Otter1.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5056025115209050322" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style=";font-family:georgia;font-size:100%;color:black;"   lang="EN-US" &gt;Αν και όλα τα κείμενα της με κινούν προς έναν ωραίο και εποικοδομητικό τρόπο σκέψης, απόψε (εχθές το βράδυ) στάθηκα στα λόγια που βάζει στο στόμα ενός ήρωα της πρώτης ιστορίας από τις "ιστορίες από την γεοθάλασσα".&lt;br /&gt;(Ο λόγος για την Ούρσουλα Λε Γκεν και το πέμπτο από τα βιβλία της με γενικότερο τίτλο "το έπος της γεοθάλασσας")&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δε θέλω να το σχολιάσω, απλά να το μοιραστώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;"Trust," the young man said. "Yes. But against— Against them?— Gelluk's gone. Maybe Losen will fall now. Will it make any difference? Will the slaves go free? Will beggars eat? Will justice be done? I think there's an evil in us, in humankind. Trust denies it. Leaps across it. Leaps the chasm. But it's there. And everything we do finally serves evil, because that's what we are. Greed and cruelty. I look at the world, at the forests and the mountain here, the sky, and it's all right, as it should be. But we aren't. People aren't. We're wrong. We do wrong. No animal does wrong. How could they? But we can, and we do. And we never stop."&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  lang="EN-US" &gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt; &lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;"Εμπιστοσύνη," είπε ο νεαρός άνδρας.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;"Ναι. Μα ενάντια -Ενάντιά τους;-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Ο Γκέλλουκ χάθηκε. Ίσως ο Λούζεν πέσει τώρα.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Θα κάνει αυτό οποιαδήποτε διαφορά;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Θα λευτερωθούν οι σκλάβοι;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Οι ζητιάνοι θα φάνε;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Θα αποδοθεί δικαιοσύνη;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Θαρρώ πως υπάρχει ένα κακό μέσα μας, στην ανθρωπότητα.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Η εμπιστοσύνη το αρνείται.&lt;br /&gt;Το υπερπηδά.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-size:100%;" &gt;&lt;span&gt; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Υπερπηδά το χάσμα.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Μα αυτό είναι εκεί.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Και ό,τι κάνουμε τελικά υπηρετεί το κακό,&lt;br /&gt;γιατί αυτό είμαστε.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-size:100%;" &gt;&lt;span&gt; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Φθόνος και σκληρότητα.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Κοιτάζω την πλάση,&lt;br /&gt;τα δάση και το βουνό εδώ, τον ουρανό,&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;και είναι όλα καλά,&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-size:100%;" &gt;&lt;span&gt; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;όπως θά 'πρεπε.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Μα εμείς δεν είμαστε.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Ο κόσμος δεν είναι.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Σφάλουμε. Κάνουμε κακό.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Κανένα ζωντανό δεν κάνει κακό.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Πώς θα μπορούσε;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;Μα εμείς μπορούμε,&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;και το κάνουμε.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style=";font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Και ποτέ δεν παύουμε."&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το τι γράφει αμέσως μετά, θα το μοιραστώ αργότερα.&lt;br /&gt;Δε θέλω να νομίσετε όμως πως αυτό πρεσβεύει η συγγραφέας.&lt;br /&gt;Ούτε το αντίθετο.&lt;br /&gt;Όπως δεν πρεσβεύει ο Ντοστογιέφσκι (απλά εικάζω) τα όσα σκληρά, μα τόσο τεκμηριωμένα, λέει ο Ιβάν στον Αλεξέι Καραμαζώφ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;02:22&lt;br /&gt;Κυριακή, κβ' Απριλίου ,βζ'&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-weight: bold;font-family:georgia;font-size:100%;"  &gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-8010108155150415517?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/8010108155150415517/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=8010108155150415517' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/8010108155150415517'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/8010108155150415517'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2007/04/blog-post_22.html' title='το απόσπασμα που ήθελα να μοιραστώ...'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RiqcDed9KNI/AAAAAAAAAEA/tXdD3p3OwI0/s72-c/Otter1.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-822484649569097143</id><published>2007-04-14T08:51:00.000+03:00</published><updated>2007-04-14T09:04:49.839+03:00</updated><title type='text'>Όχι μόνο εχθές</title><content type='html'>&lt;div style="text-align: center;"&gt;Εχθές,&lt;br /&gt;μου ήρθε ξανά η σκέψη του.&lt;br /&gt;Είχε αφορμές.&lt;br /&gt;Εγώ τις δημιούργησα.&lt;br /&gt;Ηθελημένα, άθελα,&lt;br /&gt;δε μπορώ να το πω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Χαλάρωσε",&lt;br /&gt;μου λέω.&lt;br /&gt;"Χαλάρωσε",&lt;br /&gt;μου είπε αργότερα και η καλή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι ανάγκη, το ξέρω.&lt;br /&gt;Δεν είμαι ο Άτλαντας,&lt;br /&gt;δεν είμαι ο Ηρακλής.&lt;br /&gt;Δεν αλλάζει ο κόσμος με μιας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλάζει;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;Αυξάνει η εντροπία θα μου πεις...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εχθές,&lt;br /&gt;μου ήρθε ξανά η σκέψη του.&lt;br /&gt;Και αυτό που θέλησα περισσότερο&lt;br /&gt;ήταν να γράψω&lt;br /&gt;και να παίξω μουσική.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να μη σηκωθώ σήμερα για τη δουλειά.&lt;br /&gt;Όμορφη δουλειά,&lt;br /&gt;αλλά να:&lt;br /&gt;καταντάει "δουλειά".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλα κάνουν κύκλους.&lt;br /&gt;Κάνω κι εγώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξανά στο "μη χάνεις τη σημασία των πραγμάτων".&lt;br /&gt;Είναι μια μάχη συνεχής,&lt;br /&gt;χωρίς αναπαμό,&lt;br /&gt;χωρίς γδικιωμό,&lt;br /&gt;χωρίς έλεος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο πιο σκληρός αντίπαλος,&lt;br /&gt;ο πιο επίμονος,&lt;br /&gt;εγώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο πιο φοβερός,&lt;br /&gt;ο τελευταίος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εχθές,&lt;br /&gt;μου ήρθε ξανά η σκέψη του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;09:01&lt;br /&gt;Σάββατο, ιδ' Απριλίου ,βζ'&lt;br /&gt;Μεγαλώνει η μέρα.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-822484649569097143?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/822484649569097143/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=822484649569097143' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/822484649569097143'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/822484649569097143'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2007/04/blog-post.html' title='Όχι μόνο εχθές'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-4546029204141307204</id><published>2007-03-29T13:22:00.000+03:00</published><updated>2007-03-29T14:22:38.205+03:00</updated><title type='text'>Καλειδοσκόπιο</title><content type='html'>&lt;div style="text-align: center;"&gt;Είναι κάποιες ερωτήσεις&lt;br /&gt;που, πολλά χρόνια τώρα,&lt;br /&gt;δίνουν άλλη απάντηση&lt;br /&gt;σε άλλες στιγμές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν ένα καλειδοσκόπιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Τί είναι αυτό πού ’χει&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;πιο μεγάλη σημασία,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;η θέση των άστρων&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;ή η παγκόσμια ιστορία,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;ένας μεγάλος έρωτας&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;ή μια απλή συνουσία;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RguhKDvgLMI/AAAAAAAAAD0/BQzOP1nKUmc/s1600-h/stromatafises.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://2.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RguhKDvgLMI/AAAAAAAAAD0/BQzOP1nKUmc/s320/stromatafises.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5047305001574083778" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Και τη μια λέω:&lt;br /&gt;δε θα κατασταλάξω;&lt;br /&gt;την άλλη:&lt;br /&gt;ποια η διαφορά,&lt;br /&gt;τί διαλέγεις;&lt;br /&gt;ανάμεσα σε ίδια πράγματα,&lt;br /&gt;γεννημένα από το μυαλό σου;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σα να είναι και αυτή η αντιμετώπιση&lt;br /&gt;εικόνα που όλο αλλάζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν ζωή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν ένα καλειδοσκόπιο.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;1:58 μ.μ.&lt;br /&gt;Πέμπτη, κθ' Μαρτίου ,βζ'&lt;br /&gt;Καιρός μουρτζούφλης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνεχίζεται...&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-4546029204141307204?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/4546029204141307204/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=4546029204141307204' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/4546029204141307204'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/4546029204141307204'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2007/03/blog-post_29.html' title='Καλειδοσκόπιο'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RguhKDvgLMI/AAAAAAAAAD0/BQzOP1nKUmc/s72-c/stromatafises.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-4363001002738899084</id><published>2007-03-16T05:24:00.000+02:00</published><updated>2007-03-16T06:12:16.200+02:00</updated><title type='text'>Αληλεγγύη</title><content type='html'>&lt;span style="font-style: italic;"&gt;"Kατ’ αρχάς ζητώ συγγνώμη σε όσους θεωρήσουν αυτό το e-mail spam, εν τούτοις συνεχίζω να θεωρώ ότι το θέμα είναι αρκετά σημαντικό ώστε να λάβουν όλα τα μέλη του συλλόγου άμεση γνώση. Επίσης, ζητώ να με συγχωρήσετε που δεν ήμουν στη γενική συνέλευση για να πω αυτά που θα σας πω, αλλά δεν μπόρεσα τελικά να κατέβω στην Πάτρα στην ώρα μου. Θα λείπω και από την επόμενη Γ.Σ., αφού θα είμαι εν αναμονή του δικαστηρίου.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Να σημειώσω ότι δεν ανήκω σε καμία παράταξη, και πιστεύω ότι οι φίλοι φοιτητές που ανήκουν σε οποιαδήποτε παράταξη θα διαβάσουν το κείμενο, παρά το γεγονός ότι εγώ δεν ανήκω κάπου.&lt;/span&gt; &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος (αν και δεν νομίζω να τα καταφέρω) στην περιγραφή των γεγονότων, μιας και λίγο πολύ θα τα έχετε ακούσει (παραμορφωμένα) στις ειδήσεις. Επίσης, συγχωρήστε την απουσία λογοκρισίας στις άσεμνες λέξεις, αλλά θεωρώ ότι δεν υπάρχει λόγος να κρυβόμαστε πίσω απ’ τα δάχτυλα μας και να προβάλλουμε μία πλασματική ηθικολαγνεία. Τα πράγματα αυτά συμβαίνουν και ακούγονται καθημερινά, και θεωρώ ότι αυτός που προσβάλλεται ακούγοντας ωμά αυτές τις λέξεις είναι ανειλικρινής πρώτα στον εαυτό του, και έπειτα στους συνανθρώπους του.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Είμαι ένας από τους 49 συλληφθέντες της 08/03/2007. Με προσήγαγαν μαζί με άλλα 48 παιδιά από το ίδιο σημείο (από τη νησίδα που υπάρχει στη γωνία Μ. Βρετανία και Βας. Σοφίας) στη ΓΑΔΑ, άνευ λόγου και αιτίας. Ήμουν από τους λίγους τυχερούς που δεν έφαγαν ξύλο και πραγματικά ακόμα απορώ πως την γλύτωσα. Δεν κατάφερα να ξεφύγω αφού, όπως θα έχετε δει στα βίντεο, μας κύκλωσαν περί τους 100 και παραπάνω αστυνομικοί και μας εξήγησαν με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο πως νοιώθει μία κατσαρίδα όταν, αφού την έχεις ψεκάσει 10 φορές με AROXOL, συνεχίζεις επίμονα να την βαράς με μία παντόφλα. Τη στιγμή εκείνη είχα κάτσει κάτω σκυμμένος και περίμενα απλά να με δείρουν. Οι ατάκες των αστυνομικών συνοψίζονταν στο «Έτσι, έτσι, στα τέσσερα πρέπει να είστε». Πέρα από την ασφυξία λόγω των χημικών και της φυσούνας που έφαγα στο πρόσωπο, γύρω μου άκουγα πολύ δυνατά τις κραυγές των παιδιών που έβλεπα να χτυπάνε με μεγάλη μανία οι κ. αστυνομικοί. Πλέον κατάλαβα ακόμα πιο ζωντανά γιατί ο κόσμος τους λέει μπάτσους, και ελπίζω να έχετε καταλάβει και εσείς. Κάποια στιγμή κάποιος ΜΑΤατζής με έδωσε σε κάποιον άλλο να με πάει στην κλούβα. Τα «γαμώ τη μάνα σου ρε μουνί» από τους φίλους αστυνομικούς έδιναν και έπαιρναν, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο. Μία κοπέλα που δεν μπορούσε να αναπνεύσει και ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει είπε στους ΜΑΤατζήδες «θα λιποθυμήσω», και αυτοί της απάντησαν «Λιποθύμα τώρα να σε γαμήσουμε και από πάνω».[Photo]Με έβαλαν στην κλούβα και περιέργως δεν μου πέρασαν χειροπέδες. Χειροπέδες έβαλαν στους μισούς από εμάς και στους περισσότερους τις έβγαλαν στην κλούβα. Σε μερικά παιδιά τις άφησαν, έτσι για τιμωρία. Μέσα στην κλούβα είχαμε ένα παιδί με ανοιγμένο κεφάλι, μία κοπέλα με σκισμένο φρύδι, ένα παιδί με σπασμένη μύτη, έναν άλλο με μισή μπλούζα και χέρι που σχεδόν δεν κούναγε (ρήξη μυών πίσω απ’ τον καρπό), ένα κάρο παιδιά με μελανιές και καρούμπαλα και άλλους που πιθανότατα ξεχνάω. Ζητάγαμε επίμονα γιατρό και φωνάζαμε συνέχεια (αφού ξέραμε ότι δεν είχαμε κάνει τίποτα απολύτως) και ρωτάγαμε γιατί μας είχαν μαζέψει. Προφανώς δεν υπήρχε απάντηση, και προφανώς ούτε γιατρός. Μάλιστα ένας «άνδρας των ΜΑΤ» φόρεσε και την αντιασφυξιογόνο του(!!!) μέσα στην κλούβα, προφανώς για να μας φοβίσει. Κάποια στιγμή (κατά τις 7 το απόγευμα) φτάσαμε στη ΓΑΔΑ όπου ακόμα δεν ξέραμε γιατί μας πάνε. Μας ανέβασαν στον 11ο όροφο, τα κινητά απαγορεύονταν, αλλά εμείς τα βγάζαμε στη ζούλα μέσα στο γενικότερο χάος που επικρατούσε. Στον 11ο μας πέταξαν σ’ ένα διάδρομο και άρχισε η διαδικασία του πολέμου των νεύρων. (Ατάκα ασφαλίτη όταν μας πήγαν στο διάδρομο: «Ρε τι μαλάκες είμαστε, τι μαλακίες κάνουμε, τι είναι αυτά που φέραμε εδώ?». Την ψιθύρισε ένας ασφαλήτης σε έναν άλλο, και ήμουν αρκετά κοντά να το ακούσω).&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RfoTCmDRR6I/AAAAAAAAADk/WfPLyK_x01g/s1600-h/hardnheavy.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RfoTCmDRR6I/AAAAAAAAADk/WfPLyK_x01g/s320/hardnheavy.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5042363668089620386" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ήμασταν χάμω μες τη βρώμα και τις γόπες, σε ένα διάδρομο 2.50 επί 12 μέτρα (περίπου), 49 άτομα, μεταξύ των οποίων 20 περίπου κοπέλες, ο ένας πάνω στον άλλο, με ασφαλήτες να περνάνε συνέχεια από πάνω μας για να μας σπάσουν τα νεύρα. Κουνιόμουν, και έβηχα από τα χημικά που έβγαζαν τα ρούχα τα δικά μου και των άλλων. Μας έκαναν σωματικό έλεγχο (γυμνό για όσους δεν γνωρίζουν), χωρίς ακόμα να μας λένε γιατί μας έχουν προσάγει, και χωρίς γιατρό για τα χτυπημένα παιδιά. Οι προκλητικές ατάκες έδιναν κ έπαιρναν. Επαφή με δικηγόρο δεν υπήρχε, και δεν υπήρξε για 19 ώρες !!!! Μας πήραν δακτυλικά αποτυπώματα, πράγμα που είναι παράνομο χωρίς κατηγορίες και αφού ήδη μας είχαν κάνει εξακρίβωση. Απλά μας τρομοκρατούσαν.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Κατά τη διάρκεια της νύχτας μας έφεραν την εντολή σύλληψης να υπογράψουμε, όπου λέει είχαμε συλληφθεί για διατάραξη κοινής ειρήνης και «εγκληματική οργάνωση» (έτσι έλεγε το χαρτί). Προφανώς και δεν υπέγραψε κανείς, και ζητούσαμε πολύ έντονα δικηγόρο. Αρχικά είχαμε πάει μόνο για απλή προσαγωγή, και η εντολή σύλληψης εμφανίστηκε ως δια μαγείας μετά τις 1 το βράδυ (αφού είχαμε ήδη 5 ώρες χωρίς δικηγόρο και γιατρό στη ΓΑΔΑ). Κάποια στιγμή ήρθε και έναν υποτιθέμενος εισαγγελέας και μας έβαλε να συντάξουμε απολογία ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟ, πράγμα παράνομο και ανήκουστο. Οι κατηγορία, για 45 (οι 4 νομίζω είχαν ελάχιστα διαφορετική) άτομα?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;«Ο κατηγορούμενος συμμετείχε σε κομμάτι της πορείας που αποκόπηκε από τον κύριο όγκο της και επιτέθηκε στους άνδρες της αστυνομίας με πέτρες, μάρμαρα και ξύλα. Κατά την σύλληψη του άφησε στο έδαφος 1 ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΜΑΣΚΑ, 2 ΑΝΤΙΑΣΦΥΞΙΟΓΟΝΕΣ ΜΑΣΚΕΣ, 1 ΒΑΡΙΟΠΟΥΛΑ, 1 ΣΦΕΝΤΟΝΑ, 1 ΠΑΛΟΥΚΙ, ΠΕΤΡΕΣ ΚΑΙ ΜΑΡΜΑΡΑ».&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Του τέστην, αφήσαμε κάτω 90 αντιασφυξιογόνες, 45 βαριοπούλες , 45 σφεντόνες, και υπολογίζω περί τις 150-200 πέτρες. Δεν ξέρω αν γελάτε, αλλά μ’ αυτές τις αδιανόητες κατηγορίες είναι πιθανή η καταδίκη. Οι περισσότεροι δεν υπέγραψαν,&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;εγώ δήλωσα αθώος και ότι αρνούμαι τις αστείες αυτές κατηγορίες και ότι θα μιλήσω μόνο παρουσία δικηγόρου, και υπέγραψα. Τους τραυματίες τους πήγαν στις 4 το πρωί στον Ερυθρό σταυρό (9 ώρες αργότερα). Σε μερικά παιδιά δεν μπόρεσαν να κάνουν ράμματα που χρειαζόταν, γιατί οι πληγές είχαν κλείσει.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Φαί δεν είχαμε. Αγοράσαμε με ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΕΞΟΔΑ champion κρουασάν από το κυλικείο, στις 2 το βράδυ. Μαζέψαμε όλοι μαζί τα λεφτά και πήγαν 2 παιδιά από εμάς συνοδεία 6 αστυνομικών (έπιασαν την Αλ κάιντα οι μαλάκες) να τα φέρουν. 35 παιδιά ήταν από Θες/νίκη, όπως φαντάζεστε κανείς δεν έχει φάει κάτι ιδιαίτερο μες τη μέρα. Αντιστοιχούσαν για 19 ώρες, 2,5 κρουασάν στον καθένα και 1/15 του πακέτου των τσακίρης τσίπς. Νερό απ’ τον ψύκτη και απουσία χαρτιού υγείας.&lt;/span&gt; &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Κοιμηθήκαμε στον διάδρομο αυτό που είχε και γραφεία, ακουμπώντας με τον απέναντι μας τα γόνατά μας που ήταν λυγισμένα για να χωρέσουμε. Συνέχεια πέρναγαν οι ασφαλήτες από πάνω μας για να μας ξυπνάνε, και κάθε λίγο και λιγάκι προέκυπτε και μία άλλη γραφειοκρατική βλακεία για να μην κοιμόμαστε. Την επομένη το πρωί μας φωτογράφησαν, και περιμέναμε από τις 9 που υποτίθεται θα μας πήγαιναν στην Ευελπίδων μέχρι τις 7 το απόγευμα που μας πήγαν τελικά. Βλέπετε, η γραφειοκρατία ζει και βασιλεύει, και μία χαρά εξυπηρετεί τους σκοπούς της.&lt;/span&gt; &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Στις 2 περίπου επιτέλους είδαμε τους δικηγόρους, και μας έφεραν μερικά κρουασάν παραπάνω και φρυγανιές, και τσιγάρα στα παιδιά (κακή επιλογή γιατί ο χώρος έγινε απίστευτα αποπνικτικός). Κατά τις 16:30 μας έφεραν και φασολάδα, ευγενική χορηγία της ΕΛ.ΑΣ. (νομίζω). Συνέχεια μας τρομοκρατούσαν λέγοντας μας ότι θα μείνουμε και άλλη μέρα μέσα τελικά, γιατί η γραφειοκρατία είχε καθυστερήσει τις διαδικασίες κ δεν θα προλαβαίναμε το αυτόφωρο.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Περάσαμε ευτυχώς μετά από χίλια βάσανα από τον εισαγγελέα (πράγμα που σήμαινε ότι θα περνάγαμε αυτόφωρο), ο οποίος πρωτοφανώς ήρθε στη ΓΑΔΑ παρόλο που ο νόμος λέει ότι δεν μετακινείται από την έδρα του και ότι οι κατηγορούμενοι πάνε σ’ αυτόν. Να χιλιοευχαριστήσω εδώ όλα τα παιδιά που εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους έξω από τη ΓΑΔΑ. Τους ακούγαμε έξω από το παράθυρο του εισαγγελέα που ήταν στον&lt;/span&gt; &lt;span style="font-style: italic;"&gt;6ο όροφο να φωνάζουν και ήταν απίστευτη η ψυχολογική βοήθεια (στο διάδρομο που μέναμε δεν είχαμε παράθυρα). Η αλληλεγγύη βοηθά πραγματικά πολύ και είναι ανεξάρτητη κομματικών φραγμών.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Μας έδεσαν λοιπόν με χειροπέδες μεταξύ μας και μας μετέφεραν συνοδεία 25 ασφαλητών και δεν ξέρω και γω πόσων ένστολων στα δικαστήρια με κλούβες. Οι κλούβες είχαν κελιά των τεσσάρων που κανονικά δεν χωράγανε ούτε 2 άτομα, και έκλειναν ερμητικά με σιδερένιους τοίχους που είχαν μόνο μικρές τρυπούλες για να παίρνεις αέρα. Δεν ξέρω καν πόσοι αστυνομικοί και ζητάδες και περιπολικά μας ακολουθούσαν και άνοιγαν τον δρόμο, αλλά ακούγονταν πολλοί (είπαμε, έπιασαν την Αλ Κάιντα οι μαλάκες).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RfoTrmDRR7I/AAAAAAAAADs/nc3PTucqNY8/s1600-h/elegxos.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RfoTrmDRR7I/AAAAAAAAADs/nc3PTucqNY8/s320/elegxos.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5042364372464256946" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Στο δικαστήριο και έπειτα από 24 ώρες κράτησης και αϋπνίας πρακτικά, μπορέσαμε να δούμε για μία στιγμή και από μακριά τους γονείς μας. Μερικοί κατάφεραν και μπήκαν και στο δικαστήριο για λίγο, άλλους δεν τους αφήσανε καν. Και άρχισε το θέατρο του παραλόγου. Αφού μας κάθισαν αλφαβητικά και ο καθένας ανακοίνωσε τη σχολή του, οι 30 περίπου δικηγόροι που ήταν μέσα στην αίθουσα ζήτησαν την τριήμερη αναβολή που δικαιούται οποιοσδήποτε συλληφθέντας για να ετοιμάσει την απολογία του. Η μόνη περίπτωση να μην σε αφήσουν να φύγεις ελεύθερος από κει για το τριήμερο είναι ή να μην έχεις καθαρό ποινικό μητρώο, ή να μην έχεις γνωστή κατοικία, ή η κατηγορία σου να είναι πολύ βαριά, ή γενικά να συντρέχει κάποιος λόγος που να σε καθιστά ύποπτο φυγής. Διακόπτουν λοιπόν αι «αδιάβλητοι» δικασταί για 5 (και καλά) λεπτά, και επιστρέφουν μετά από 50!!!!!!!!!&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Λέει λοιπόν ο εισαγγελέας, με σίγουρη, τρεμάμενη φωνή:&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;«Σέβομαι την ιδιότητα του φοιτητή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αν τους αφήσουμε ελεύθερους το τριήμερο δεν θα επαναλάβουν τις πράξεις που έκαναν, και άρα εισηγούμαι την τριήμερη κράτησή τους»&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ο γελοίος λοιπόν αυτός άνθρωπος δεν δίστασε και δεν ντράπηκε να μας καταδικάσει σε τελείως άκυρη χρονική στιγμή, τη στιγμή που έπρεπε να εξετάσει αν ήμασταν γνωστοί εγκληματίες και ύποπτοι φυγής. Δεν μπορώ καν να μετρήσω (γιατί δεν ξέρω ακριβώς) πόσους δικονομικούς νόμους παρέβη εκείνο το δικαστήριο. Σαφής στόχος αυτής της εισήγησης ήταν η προληπτική και παραδειγματική τιμωρία μας επειδή συμμετείχαμε στην πορεία.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Στα 50 λεπτά που μεσολάβησαν, φαντάζομαι (και όλοι οι δικηγόροι το ίδιο φαντάστηκαν) ότι αυτός ο παπάρας (και συγχωρήστε το μένος παρακαλώ) πήρε και δέχτηκε τηλέφωνα από πολύ ψηλά. Οι δικηγόροι έπεσαν απ’ τα σύννεφα και άρχισαν να τραβάνε τα μαλλιά τους, και μέσα από μία αστεία και υποτιμητική για την υποτιθέμενη «δημοκρατία» μας διαδικασία, που κράτησε δυόμιση ώρες, έπεισαν το τριμελές πλημμελειοδικείο ναι πλειοψηφήσει (!!!!!!!!! και όχι ομόφωνα) να διατάξει την άρση της κράτησης μας. Η αξιότιμη πρόεδρος, θεωρούσε ότι έπρεπε να φύγουν μόνο οι τραυματίες, πρόταση χωρίς καμία δικονομική λογική.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Τελικά κρατήθηκε ένα παιδί, ο Κώστας, που δεν ήταν φοιτητής και άρα ανήκε σε πιο ευαίσθητη κοινωνική μερίδα, και δεν είχε αυτή τη «νεφελώδη» ασυλία της ιδιότητας του φοιτητή που χαρακτήριζε τους υπόλοιπους. Γι’ αυτό και παρόλο που τον έπιασαν μαζί με μας του φόρτωσαν και απόπειρα σωματικής βλάβης σε συγκεκριμένο αστυνομικό. Τα παιδιά που φορτώθηκαν με τα κακουργήματα εξετάζονταν ξεχωριστά, και έμειναν προφανώς μέσα σε συνθήκες χειρότερες απ’ τις δικές μας.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Τη Δευτέρα το πρωί πήγαμε στο δικαστήριο πάλι. Τη δικογραφία την έλαβαν οι δικηγόροι στις 11:30 και εμείς δικαζόμασταν στις 12. Πήγαμε να μπούμε στην αίθουσα οι πρώτοι κατηγορούμενοι κατά τις 4 αν θυμάμαι σωστά. Μέσα λοιπόν στην αίθουσα ήταν οι δικηγόροι, 30 περίπου ασφαλήτες, και περίπου 15-20 ένστολοι αστυνομικοί. Έξω από την αίθουσα υπήρχαν παρατεταγμένα ΜΑΤ. Οι γονείς διαμαρτυρήθηκαν πολύ έντονα, αφού οι μπάτσοι και οι δικαστές δεν τους άφησαν να μπουν με τη δικαιολογία ότι «δεν χώραγαν στην αίθουσα»!!! Πώς να χωρέσουν, με 50 αστυνομικούς και 49 κατηγορούμενους?????? Είπαμε, έπιασαν την Αλ Κάιντα, οι μαλάκες.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ξεκίνησε η δίκη με τους γονείς απ’ έξω, οι δικηγόροι σύσσωμοι ζήτησαν αναβολή εντός του 15μέρου λόγω του ότι έλαβαν πολύ αργά τη δικογραφία. Και λίγο πριν κάνει την εισήγηση η εισαγγελέας , ακούμε από τον διάδρομο φωνές και φασαρία. Μπαίνει ένας μέσα στο δικαστήριο και φωνάζει «Ένα γιατρό, ένα γιατρό, έπεσαν δακρυγόνα έξω από το δικαστήριο». Φοβερή αναμπουμπούλα, αφού τα χημικά άρχισαν να πιάνουν και εμάς που ήμασταν μέσα στην αίθουσα. Ένας πατέρας προσπάθησε να μπει μέσα και έφαγε κάτι ψιλές με τα γκλομπ, ενώ ένας αλήτης ΜΑΤατζής τον ψέκασε εξ’ επαφής στο πρόσωπο. Σημειώνω εδώ ότι αυτό μπορεί να αποβεί μοιραίο και απαγορεύεται ρητά ακόμα και από την αστική δικαιοσύνη. Ο άνθρωπος λιποθύμησε και έγινε μπλε, έτρεξαν κάποιοι να τον βοηθήσουν, κάποιες άλλες μανάδες έπεσαν στα σκαλιά της εισόδου του δικαστηρίου, γενικά φοβερή αναταραχή. Δεν ξέρω άλλες λεπτομέρειες του τι έγινε έξω αφού ήμουν μέσα, αλλά ξέρω ότι η εισαγγελέας έτρεμε και αυτή λέγοντας ότι προτείνει να πάρουμε την αναβολή. Επίσης ξέρω ότι οι ένστολοι που ήταν μέσα αναρωτιόντουσαν δυνατά, πώς είναι δυνατόν να έχουν τόσο μαλάκες συναδέλφους. Να σημειώσω εδώ ότι υπάρχει συγκεκριμένος νόμος που απαγορεύει τη χρήση των χημικών μέσα στα δικαστήρια συγκεκριμένα. Στο Ελλαδιστάν όμως, κάτι τρέχει στα γύφτικα. Με τα πολλά φύγαμε, και μετά από λίγες ακόμα μικροαναταραχές.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Θα περάσει η τρομοκρατία? Πρέπει όλοι μας να αναρωτηθούμε, και να μην απαντήσουμε επιπόλαια όχι. Γιατί αν δεν θέλουμε να περάσει, απαιτούνται πολλά περισσότερα από αυτά που κάνουμε, και το τελευταίο που πρέπει να μας απασχολεί είναι η κοντόφθαλμη τρομολαγνεία που χαρακτηρίζει την πραγματικά χαμένη (και όχι αναβεβλημένη) εξεταστική. Το πρόβλημα μάλλον είναι αρκετά πιο ευρύ, και ελπίζω να μπορέσουν να το δουν αρκετοί άνθρωποι. Ας αναρωτηθούμε λίγο για το πανεπιστήμιο που υπερασπίζουμε και για την κοινωνία που ζούμε γενικότερα, τώρα που έχουμε την πολυτέλεια να το κάνουμε. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι οποιοσδήποτε από εσάς στην θέση μου. Ας αναρωτηθούμε λίγο για την «δημοκρατία» μας. Πιστεύω πως ο καθένας πρέπει να αναλάβει δράση ανάλογα με το πώς εκείνος θεωρεί σωστό, και όχι μόνο στα πλαίσια μίας παράταξης. Σας παρακαλώ να είστε δυναμικοί την Πέμπτη, αλλά και κάθε μέρα. Εγώ λόγω της κρατικής τρομοκρατίας δεν μπορώ να έρθω στην πορεία, για να μην επιβαρύνω την θέση μου, και με μία έννοια, η κυβέρνηση πέτυχε αυτό που ήθελε. Και μην ξεχνάτε ότι ακόμα 11 φοιτητές και ένας εργαζόμενος βαρύνονται με χειρότερες κατηγορίες απ’ τις δικές μου, και μόνο από τύχη δεν μου φόρτωσαν και εμένα τις ίδιες. Οι 12 αυτοί άνθρωποι χρειάζονται την συμπαράσταση όλων μας.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Οι δικηγόροι άρχισαν να λένε ότι τέτοια φαινόμενα έχουν να δουν από τη χούντα. Σας καλώ να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα από τα παραπάνω, και ελπίζω να μην ήμουν κουραστικός.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Α. Δ., Μηχ. Η/Υ κ’ Πληρ.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Πολυτεχνείο Πατρών"&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Copy - Paste από &lt;a href="http://locandiera.blogspot.com/2007/03/blog-post_14.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όσο κι αν διαφωνώ εν μέρει με τον τρόπο που γράφτηκαν τα παραπάνω,&lt;br /&gt;τους χαρακτηρισμούς, τις ειρωνείες και τα λοιπά,&lt;br /&gt;δε μπορώ παρά να διαφωνήσω εξ' ολοκλήρου,&lt;br /&gt;να δηλώσω αντίθετος με τις αφορμές που&lt;br /&gt;δόθηκαν για να γραφτούν.&lt;br /&gt;Εν μέρει, να κατανοήσω γιατί έχουν αυτή τη μορφή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υ.Γ.&lt;br /&gt;Αν κάποιος διαβάσει τα παραπάνω και νομίσει πως είναι άσχετα με το υπόλοιπο blog, θα παρακαλούσα να επανεξετάσει τα παραπάνω &lt;span style="font-weight: bold;"&gt;και&lt;/span&gt; το blog.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;05:51 π.μ.&lt;br /&gt;Παρασκευή, ιστ' Μαρτίου ,βζ'&lt;br /&gt;Πρώτη μέρα αδείας&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-4363001002738899084?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/4363001002738899084/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=4363001002738899084' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/4363001002738899084'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/4363001002738899084'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2007/03/blog-post_16.html' title='Αληλεγγύη'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RfoTCmDRR6I/AAAAAAAAADk/WfPLyK_x01g/s72-c/hardnheavy.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-4309838456016973544</id><published>2007-03-14T01:46:00.000+02:00</published><updated>2007-03-14T02:40:12.195+02:00</updated><title type='text'>Εφτά ταινίες θα σου πω</title><content type='html'>&lt;div style="text-align: center;"&gt;Αν και γενικώς δε με ενθουσιάζει η ιδέα του:&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;Κάνε ότι κάνω, κάνε να το κάνουν κι άλλοι τρεις,&lt;br /&gt;η ταινία "Προώθησέ το" (Pay it forward) με ενθουσίασε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για αυτό, και αφού αναφερόμαστε&lt;br /&gt;σε ένα από τα πιο αγαπημένα μου θέματα,&lt;br /&gt;τον κινηματογράφο,&lt;br /&gt;θα απαντήσω στην &lt;a href="http://locandiera.blogspot.com/2007/03/seven-heavens.html"&gt;πρόσκληση της&lt;br /&gt;κυράς Μιραντολίνας Λοκαντιέρας&lt;/a&gt; με τα ακόλουθα:&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/Rfc8DWDRRyI/AAAAAAAAACk/szMmM8IYQw4/s1600-h/Movies.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/Rfc8DWDRRyI/AAAAAAAAACk/szMmM8IYQw4/s320/Movies.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5041564336021128994" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;Λοιπόν αν καθόμουν κι άλλο,&lt;br /&gt;αφ' ενός θα ξημέρωνε,&lt;br /&gt;αφ' εταίρου θα ήταν άλλη η λίστα:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://imdb.com/title/tt0087980/"&gt;The Razor's Edge (1984)&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RfdDrWDRR3I/AAAAAAAAADM/mBTsWRaCvZo/s1600-h/theRazorsEdge.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RfdDrWDRR3I/AAAAAAAAADM/mBTsWRaCvZo/s320/theRazorsEdge.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5041572719797290866" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;img src="file:///C:/Documents%20and%20Settings/Ioannis/My%20Documents/BLOG/7movies/theRazorsEdge.jpg" alt="" /&gt;&lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0107209/"&gt;In weiter Ferne, so nah! (1993)&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0107209/"&gt;(Τόσο μακριά, τόσο κοντά)&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RfdD32DRR4I/AAAAAAAAADU/jlyr7jfrnVo/s1600-h/FarAwaySoClose.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://2.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RfdD32DRR4I/AAAAAAAAADU/jlyr7jfrnVo/s320/FarAwaySoClose.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5041572934545655682" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0114478/"&gt;Smoke (1995)&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0114478/"&gt;(Καπνός)&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://1.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RfdEMmDRR5I/AAAAAAAAADc/rAh54bsUIGE/s1600-h/Smoke.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://1.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RfdEMmDRR5I/AAAAAAAAADc/rAh54bsUIGE/s320/Smoke.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5041573291027941266" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0201591/"&gt;Ένας νομοταγής πολίτης (1974)&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0201591/"&gt;(Enas nomotagis politis)&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/Rfc8yWDRR1I/AAAAAAAAAC8/4pWdzn598AM/s1600-h/EnasNomotagis.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/Rfc8yWDRR1I/AAAAAAAAAC8/4pWdzn598AM/s320/EnasNomotagis.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5041565143474980690" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0053084/"&gt;The Mouse That Roared (1959)&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0053084/"&gt;Το ποντίκι που βρυγχάται&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/Rfc8LWDRRzI/AAAAAAAAACs/i5jSbdSM4Fw/s1600-h/mousethatroared.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/Rfc8LWDRRzI/AAAAAAAAACs/i5jSbdSM4Fw/s320/mousethatroared.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5041564473460082482" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0058888/"&gt;Akahige (1965) (ο κοκκινογέννης)&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/Rfc8cWDRR0I/AAAAAAAAAC0/_fkgNlYWR2E/s1600-h/OKokkinogennis.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/Rfc8cWDRR0I/AAAAAAAAAC0/_fkgNlYWR2E/s320/OKokkinogennis.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5041564765517858626" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0367859/"&gt;Homem Que Copiava, O (2003)&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0367859/"&gt;(Ο άνθρωπος που έβγαζε φωτοτυπίες)&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://1.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/Rfc73mDRRxI/AAAAAAAAACc/CkfyZxASLdQ/s1600-h/OHomemQueCopiava.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://1.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/Rfc73mDRRxI/AAAAAAAAACc/CkfyZxASLdQ/s320/OHomemQueCopiava.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5041564134157666066" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Και, ναι, θα γράψω κι εγώ πως αυτά είναι λίγα από τα επιτεύγματα της εβδόμης τέχνης που θαυμάζω και συνεχίζει να δημιουργεί.&lt;br /&gt;Ούτε Ken Loach, ούτε Mike Leigh, ούτε Blake Edwards, ούτε Monty Pythons, ούτε Jim Serridan, ούτε πολλοί άλλοι που δε χωράγανε και στο προφίλ μου εξ' άλλου, όταν προσπάθησα να τους περιμαζέψω κάποιο καιρό πριν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν θα το "προωθήσω" γιατί θα προτιμούσα να πάρουν την πρωτοβουλία όσοι έχουν να γράψουν επί του θέματος, περισσότερο από αυτούς που έχουν μια πρόσκληση.&lt;br /&gt;Αφήνω τις προσκλήσεις μου στο κεφαλόσκαλό μου λοιπόν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι ος αγαπάει και ζητά,&lt;br /&gt;μη λυπηθεί να πάρει.&lt;br /&gt;Κι α πάρει, ας κάνει σχόλιο&lt;br /&gt;να πάρουμε χαμπάρι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;02:28 π.μ.&lt;br /&gt;Τετάρτη, ιδ' Μαρτίου ,βζ'&lt;br /&gt;Μαρτιάτικος καιρός.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-4309838456016973544?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/4309838456016973544/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=4309838456016973544' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/4309838456016973544'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/4309838456016973544'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2007/03/blog-post_14.html' title='Εφτά ταινίες θα σου πω'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/Rfc8DWDRRyI/AAAAAAAAACk/szMmM8IYQw4/s72-c/Movies.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-907249894019633147</id><published>2007-03-02T14:25:00.000+02:00</published><updated>2007-03-02T14:58:13.550+02:00</updated><title type='text'>Ευχαριστώ</title><content type='html'>&lt;div style="text-align: center;"&gt;Είναι όμορφη η πλειάδα από ευκαιρίες στη ζωή μου&lt;br /&gt;για νέες εικόνες,&lt;br /&gt;λέξεις και εμπειρίες.&lt;br /&gt;Γνωριμίες επίσης.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RegYO9VWlsI/AAAAAAAAABU/c4poCcsw8Zw/s1600-h/E3.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RegYO9VWlsI/AAAAAAAAABU/c4poCcsw8Zw/s320/E3.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5037302828475258562" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;Για να μάθω γνωστά που δεν ήξερα,&lt;br /&gt;που δε γνωριστήκαμε ακόμη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://1.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RegYZNVWltI/AAAAAAAAABc/9bknwWm4aM4/s1600-h/E4.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://1.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RegYZNVWltI/AAAAAAAAABc/9bknwWm4aM4/s320/E4.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5037303004568917714" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;και να κοιτάξω στα παραπέρα από τα προφανή.&lt;br /&gt;Σε ποιες άλλες εμπειρίες οδηγούν αυτές.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://1.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RegYINVWlrI/AAAAAAAAABM/q94yOQe_xhw/s1600-h/E2.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://1.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RegYINVWlrI/AAAAAAAAABM/q94yOQe_xhw/s320/E2.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5037302712511141554" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;Κουράζομαι στις αγοραίες όμως,&lt;br /&gt;κουράζομαι στις "πάρτε το πακέτο,&lt;br /&gt;είναι καλύτερο,&lt;br /&gt;είναι ευκολότερο&lt;br /&gt;απ' αυτό που θα φτιάχνατε στο σπίτι"&lt;br /&gt;"Εδώ το καλό!"&lt;br /&gt;"Να είστε οι πρώτοι εσείς που θα το βρείτε!"&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RegYh9VWluI/AAAAAAAAABk/wNj64swgAgE/s1600-h/E42.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RegYh9VWluI/AAAAAAAAABk/wNj64swgAgE/s320/E42.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5037303154892773090" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;και βρίσκω στις στιγμές&lt;br /&gt;που κυνηγάς λίγο,&lt;br /&gt;μα που δε θέλουν παρακάλια,&lt;br /&gt;ένα φως να με προσκαλεί στο βάθος,&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RegX9dVWlqI/AAAAAAAAABE/YG5xUInfOyw/s1600-h/E1.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://2.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RegX9dVWlqI/AAAAAAAAABE/YG5xUInfOyw/s320/E1.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5037302527827547810" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;μια σκέπη,&lt;br /&gt;να μη μου βαραίνουν πιότερο&lt;br /&gt;το ρούχο,&lt;br /&gt;του ξένου,&lt;br /&gt;οι ώρες της βροχής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://1.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RegY1NVWlvI/AAAAAAAAABs/eN58ggs2Mfs/s1600-h/E5.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://1.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RegY1NVWlvI/AAAAAAAAABs/eN58ggs2Mfs/s320/E5.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5037303485605254898" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;Βρίσκω μέσα σ' αυτές,&lt;br /&gt;κι άλλες.&lt;br /&gt;Όλο και καλύτερες,&lt;br /&gt;όλο και περισσότερες,&lt;br /&gt;όσες να χορταίνω&lt;br /&gt;και πάντα να υπάρχουν στο βάθος κι άλλες.&lt;br /&gt;Να φτιάχνουν ορίζοντα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;Παρασκευή, β Μαρτίου ,βζ'&lt;br /&gt;2:55 μ.μ.&lt;br /&gt;Ήλιος ξανά.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Περιμένοντας τη διακοπή της σύνδεσης...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/21412744-907249894019633147?l=exirio.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://exirio.blogspot.com/feeds/907249894019633147/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=21412744&amp;postID=907249894019633147' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/907249894019633147'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/21412744/posts/default/907249894019633147'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://exirio.blogspot.com/2007/03/blog-post.html' title='Ευχαριστώ'/><author><name>iooanni</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15707452274596993343</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='28' src='http://photos1.blogger.com/blogger/2992/2165/1600/160432.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RegYO9VWlsI/AAAAAAAAABU/c4poCcsw8Zw/s72-c/E3.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-21412744.post-9070449083415716529</id><published>2007-02-20T11:35:00.000+02:00</published><updated>2007-02-21T15:41:32.232+02:00</updated><title type='text'>Η καλή κουβέντα</title><content type='html'>&lt;div style="text-align: center;"&gt;Τρεις κουβέντες καλές που έχουν πει για 'μένα με κολάκεψαν τόσο&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;ώστε να τις θυμάμαι μετά από χρόνια.&lt;br /&gt;Την τρίτη, μου τη θύμισε κάποτε ο φίλος μου ο &lt;a href="http://exirio.blogspot.com/2006/01/blog-post_29.html"&gt;Ρένος&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RdxIqxBou_I/AAAAAAAAAA4/VrwULTX-gFc/s1600-h/faces.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://2.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RdxIqxBou_I/AAAAAAAAAA4/VrwULTX-gFc/s320/faces.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5033978383045278706" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Κάποτε βγήκα βόλτα μέχρι το πάρκο περιβαλλοντολογικής ευαισθητοποίησης,&lt;br /&gt;(τότε το λέγαμε εστία)&lt;br /&gt;και στο δρόμο μου μάζευα λουλούδια.&lt;br /&gt;Τέτοια εποχή ήταν.&lt;br /&gt;Γυρνώντας, πέρασα από το σπίτι &lt;a href="http://exirio.blogspot.com/2006/06/blog-post_18.html"&gt;του αδερφού μου&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;Ήταν εκεί η γιαγιά του η Κικίνα.&lt;br /&gt;Στα τελευταία της τότε. Γλυκός άνθρωπος.&lt;br /&gt;Της χάρισα το μπουκέτο με τα λουλούδια&lt;br /&gt;και μου χάρισε μια μαντινάδα:&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Σ' ευχαριστώ πάρα πολύ&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;για την ευγένειά σου,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;κι όσο θα ζούνε τα βουνά,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;να ζήσει τ' όνομά σου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RdxCrBBou9I/AAAAAAAAAAg/NZjl3t_1IWY/s1600-h/stairwaysandcat.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://3.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RdxCrBBou9I/AAAAAAAAAAg/NZjl3t_1IWY/s320/stairwaysandcat.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5033971790270479314" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Σε μια γιορτή του, είχε πιει το κάτι τις παραπάνω ο Μπάμπης,&lt;br /&gt;κάτι τον στεναχώρησε, δεν ήταν καλά.&lt;br /&gt;Γυρίζει και λέει στην Αθανασία σα με βλέπει:&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Αυτός ρε συ, παίρνει δύναμη από τον εαυτό του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://1.bp.blogspot.com/_T3lJ1hnGzRk/RdrBcBBou7I/AAAAAAAAAAM/gwXDnasGNfQ/s1600-h/200702light.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-alig
