Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2007

Της καϋμένης η πηγή

Στην καλή μου

Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό ένα μικρούτσικο κοριτσάκι που ποτέ δεν της έλλειπε η χαρά και το γέλιο. Και τόσο γλυκιά ήταν στη χαρά της, που ο καθείς που την έβλεπε με μιας την έβαζε μες στην καρδιά του.

Μια βολά λοιπόν που είχε ξεμακρύνει από το σπίτι της και περιτριγύριζε τον τόπο, βρέθηκε στης “καϋμένης την πηγή”. Δίψασε και άπλωσε το χέρι να πιει μια γουλιά.
Την ώρα που έσκυβε χαρούμενη να σβήσει τη δίψα της, καθρεφτίστηκε στο νερό. Και τόσο πολύ στεναχωρέθηκε “της καϋμένης η πηγή” από την ομορφιά που είχε το κοριτσάκι, που έκαμε ένα μαγικό: Με μιας άρχισε να αναβλύζει το “νερό της λησμονιάς”. Κι όντες το ήπιε το κοριτσάκι, όλα άλλαξαν.
Δεν είναι δα πως λησμόνησε πώς τη λέγαν ή πού ζούσε. Ούτε ποιοι ήσαν οι γονιοί της. Λησμόνησε όμως κάτι που μπορεί να είναι και πιο σημαντικό: Την ομορφιά της και την αγάπη που της είχαν.
Έχασε έτσι τη δύναμη της αγάπης. Γιατί ακόμα και το πιο γερό, το πιο μεγάλο δέντρο, θέλει ήλιο, θέλει αέρα και νερό για να μην ξεραθεί. Ακόμα και η πιο τρυφερή καρδιά, θέλει μια σταλιά αγάπη για να την πάρει, να την κάνει πέλαγο.

Μέρα με τη μέρα το κοριτσάκι το μικρούτσικο μεγάλωνε, και λησμονούσε από ξαρχής, με το που έβρεχε τα χείλη με νερό, της κάθε μέρας τη χαρά και το γέλιο. Κι ενώ όλα τα παιδιά και οι μεγάλοι θέλαν να παίξουν μαζί της, όντε ξεδίψαγε τη δίψα του τρεχαλητού και του πάνω κάτω, καθότανε και κοίταζε τους άλλους σα νά 'λειπε και μόλις νά 'ρθε. Και δυστυχούσε που, χωρίς αγάπη τάχαμου, ήταν παραμελημένη.
Οι δικοί κι αγαπητοί της δεν ξέρανε τι να κάμουν που την έβλεπαν έτσι να τραμπαλίζεται απ' τη χαρά στη θλίψη. Κι όσοι την πρωτοσυναντούσαν, είχαν την εντύπωση πως ήταν αλαφροΐσκιωτη.

Έγειρε τους ώμους προς τα εμπρός και τα μαλλιά της κρύψανε τα μάτια της, καθώς στο λιόγερμα η σκιά των βουνών σβήνει τη μαρμαρυγή απ' τα νερά των λιμνών. Τα μάτια της κρύφτηκαν από τον κόσμο, πίσω από τα μαλλιά της. Ο κόσμος εξαφανίστηκε από τα μάτια της, εξαφανίστηκε πίσω από τα μαλλιά της.


Κι έτσι, με τον κόσμο χαμένο, και χαμένη από τον κόσμο, πέρασε ώρες, και ώρες, και ώρες... μέχρι που οι ώρες και οι μέρες γίνανε πολλές. Πιο πολλές από τα φύλλα της λεύκας που είναι στο δρόμο που παίρνω για να πάω στο σπίτι του φίλου μου του Γρηγόρη, στο μονοπάτι δίπλα στο σπιτάκι.
Και μετά, πιο πολλές από της δεντροστοιχίας ολόκληρης τα φύλλα.

Μα ακόμα κι όταν χανόμαστε από τον κόσμο και από τη ζωή, δεν παύουν, ούτε ο κόσμος, ούτε η ζωή. Και λίγο με το λίγο, αλλάζουν.
Έτσι ανεπαίσθητα αλλάζουν, όπως αλλάζει το χρώμα του πορτοκαλιού από πράσινο σε πορτοκαλί.
Που αν κάθεσαι και το κοιτάς όλη την ώρα, τίποτα δε βλέπεις, μα αν ταξιδέψεις μακριά από το δέντρο και γυρίσεις μετά από μέρες και 'βδομάδες, βλέπεις το άγουρο και το στυφό, να έχει γίνει ωραίο, ευωδιαστό και καλοφάγωτο.
Αλλάζουν, σα να αλλάζουν μόνο στα κρυφά από 'μάς.

Έτσι άλλαξε και ο κόσμος - κρυφά, κρυμμένος από το κοριτσάκι.
Και το κοριτσάκι, έτσι άλλαξε, κρυμμένο από τον κόσμο.
Ίσαμε που “της καϋμένης η πηγή” στέρεψε, κι άλλο νερό δεν έβγαζε, κι ούτε μάγια μπορούσε πια να κάμει, κι όσα μάγια έκαμε, φύγαν και διαλύθηκαν ωσάν να μην υπήρχαν.
Και η καϋμένη, δε δροσίστηκε, άπ' όλο τούτο το νερό που έτρεξε απ' την πηγή της, παρά καϋμένη και ξερή απόμεινε μονάχα.

Μ' άμα θαρρείς πως στέρεψαν και οι καϋμοί της κόρης, -μεγάλης πια, και όχι άγουρης όπως την ξέραμε πριν κρυφτεί και αλλάξει- μαζί με την πηγή και τα μάγια, ξαστοχείς. Γιατί, τώρα που μάγια δεν ήτανε, για να λησμονεί την αγάπη των δικών και αγαπητών της, έλλειπαν πια κι αυτοί οι δικοί κι αγαπητοί. Κι ενώ πριν λησμονούσε την αγάπη από το νερό το μαγεμένο, τώρα δεν την έβρισκε σε κανενός το πρόσωπο, γιατί ήταν τα πρόσωπα όλα ξένα.

Οι καϋμοί της κόρης στέρεψαν κι αυτοί μυστικά, μα όχι κρυφά, έτσι όπως το πορτοκάλι γίνεται πορτοκαλί.

Κάποια μέρα, αφού τα μάγια είχαν σπάσει, πέρναγε από έναν κήπο γεμάτο άνθη κάθε λογής. Άνθη με χίλια πέταλα, και άνθη μ' ένα μονάχα, ψηλά, χοντρά ή ακάνθινα, κοντά και μυρωδάτα.
Και εκεί ήρθε ο άνεμος, να συμμαχεί στο ωραίο, πήρε της κόρης τα μαλλιά, λεφτέρωσε τα μάτια, κι είδαν όμορφο απόγευμα και δύση και τα άνθη, και μυρουδιές και σούσουρο από πουλιά και ζώα, που στης κοπέλας την καρδιά, φυτέψαν' ευτυχία. Ετούτο ήταν το πρώτο από καιρό χαρούμενο σημάδι στην καρδιά της κοπέλας, και το θυμόταν για καιρό, με χαμόγελο στην καρδιά, στο νου, στο πρόσωπο. Ετούτο το χαμόγελο και η χαρά, ράγισε τη θλίψη και ανέτειλε ελπίδα στην καρδιά της κοπέλας.
Και σιγά – σιγά, αναθυμούμενη την κάθε της χαρά, το κάθε της γέλιο, κρατώντας τα ζωντανά στο νου της, ήρθε ποτέ να μη της λείπει η χαρά και το γέλιο από τη ζωή της.

Και με τη χαρά και το γέλιο ομάδι, με τη γλυκύτητά της, ποιανού ανθρώπου η καρδιά δε θα της ανοιγόταν; Για ποιον θά 'μενε ξένη;

κθ' Δεκεμβρίου ,βζ'
03:12 π.μ.

Καλή χρονιά να έχουμε
ως που να τελειώσει,
και η καινούργια πού 'ρχεται,
μόνο χαρές να δώσει.

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2007

Αφήστε μήνυμα στον τηλεφωνητή!

Ψάχνοντας εντελώς άλλα πράγματα,
βρήκα ξανά τις μουσικές που έγραφα
όταν είχα τηλεφωνητή στο τηλέφωνο (μέσω ΟΤΕ)
και εξασκούσα τις συνθετικές μου δυνατότητες
με συνθέσεις περιορισμένου χρόνου
και κείμενα συγκεκριμένου θέματος.
Γέλασα τόσο ανακαλύπτοντάς τα, που θέλησα να μοιραστώ τη χαρά μου:

17 Ιουνίου
Τί καλύτερο για να προτρέψεις όλους όσους αρνούνται οποιοδήποτε μήνυμα,
από τα χάλκινα πνευστά;

1 Ιουλίου
"Μπετόβεν και μπουζούκι"
Για να μην ξεκόβουμε από τα λαϊκά στρώματα

15 Ιουλίου
Γιατί οι ηλεκτρονικοί ήχοι υποδηλώνουν
τεχνολογική κατάρτιση και σημαντικότητα.
Αναρωτιέσαι: "Μα καλά, πού πήρα, στο Κανάβεραλ;"
και στο καπάκι η παρότρυνση να αφήσεις μήνυμα.

1 Αυγούστου
Μία μίξη "συνθετικής δεινότητας" για φλάουτο και τσέμπαλο
και το σχόλιο στην ποιότητα.

17 Αυγούστου
Αν τους περικυκλώσω, θα φοβηθούν και θα αφήσουν μήνυμα!
Και την επόμενη μέρα θυμάμαι πως δεν διευκρινίζω το πότε να αφήσει μήνυμα ο άνθρωπος.
Άλλο ένα overdub.

1 Σεπτέμβρη
Το ξέρω πως δε θα γίνω ποτέ,
αλλά για μια διαφημισούλα τα κουτσοκαταφέρνω...

Οκτώβριος
Είπα να τους χτυπήσω στο φιλότιμο.
Θα με αφήσουν χωρίς ένα κεραμίδι πάνω απ' το κεφάλι μου;
Κι όμως,
υπήρξαν παλιόπαιδα που ούτε τότε άφησαν μήνυμα.

2 Νοεμβρίου
Μετά είπα να μη μιλάω εγώ,
μπας και διορθωθεί το πράγμα,
τίποτα!

9 Νοεμβρίου
Με πήρε αποτώκα* η φάση,
αλλά το ξεπέρασα γρήγορα...

Δυστυχώς, έχασα την κασσέττα που είχα με τους χαιρετισμούς του τηλεφωνητή και το τι μου απαντούσαν φίλοι και γνωστοί.
Το μόνο που ξαναβρήκα σαν αρχείο στον υπολογιστή,
(ευλογημένα μπακ-απ)
είναι ένα μήνυμα σε ανάλογο τηλεφωνητή την ημέρα της γιορτής μου
από τον δαιμόνιο και "ετοιμοπόλεμο" Αντώνη Απέργη
.

Αυτή την εποχή δεν έχω τηλεφωνητή,
ούτε εγκατεστημένο το Cubase.

2:38 μ.μ.
Τρίτη, στ' Νοεμβρίου ,βζ'
Φθινόπωρο

*Αποκάτω

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2007

Εκεί που μας πρέπει να είμαστε

Ξεκινάω να γράψω,
κι ύστερα σταματάω πάλι.

Είναι μέρες πολλές, εβδομάδες που δεν έχω πιάσει χαρτί και στυλό,
και αυτό από μόνο του είναι βάσανο τόσο,
όσο το να έχεις μέσα σου να μοιραστείς αισθήματα,
μα τις λέξεις να μην τις βρίσκεις να τα 'ξομολογηθείς.

Πάντα το ίδιο θέμα,
πάντα παραλλαγές του.

Κάποτε αναρωτιόμουν ποιος ο σκοπός της ζωής.
Γιατί να ζούμε οι άνθρωποι και πού να θέλει να φτάσει
τούτος ο ποταμός τον οποίο ταξιδεύουμε.
Βρήκα την απάντηση μέσα στην πράξη
(γιατί στη σκέψη μοναχά,
δε βρίσκεις τίποτα,
παρά το τίποτα βρίσκεις)
και είπα με βεβαιότητα στον εαυτό μου πως
"η ευτυχία είναι ο σκοπός της".
Κι αυτό, γιατί μέσα στην ευτυχία μοναχά
έβρισκα να είμαι και να είναι και οι γύρω μου,
-μέσα στην ευτυχία μοναχά-
εκεί που μας έπρεπε να είμαστε.

Στην ευτυχία την απέραντη είναι το σπίτι μας.
Η θάλασσα στην οποία εκβάλλει τούτος ο ποταμός,
όταν οι όχθες του παύουν να τον περιορίζουν
τα δυο χέρια που έδειχναν πρώτα το δρόμο προτεταμένα, παράλληλα,
τώρα ανοίγουν σε αγκάλη πελώρια,
απέραντη να περιέχει τούτον
κι άλλους πολλούς ποταμούς.

Και ενώ η ευτυχία για τον καθένα έχει διαφορετικό πρόσωπο
και σε άλλον τόπο θα τη συναντήσει ο καθείς,
έχει ένα χαρακτηριστικό που ποτέ δεν τ' απαρνιέται,
και δίχως ετούτο να υπάρξει δεν είναι μπορετό.

Είναι τα χέρια τα κλειστά, που ανοίγουν να γενούν απεραντοσύνη.
Είναι η αύρα που κυματίζει τα μαλλιά και χαϊδεύει την πλάτη κάτω από τον ώμο,
ενώ σείει χορευτικά τα κλαριά και τα ασημένια φύλλα της ιτιάς,
τα χαμηλά χορτάρια στους κάμπους.
Είναι οι φτερούγες που απλώνονται από τη μια μεριά του ορίζοντα κι από την άλλη.
Είναι η ελευθερία.

Η ελευθερία είναι συνάμα ένα σύμπλεγμα εξωτερικών συνθηκών,
μα κι ένας τρόπος να βλέπεις τον κόσμο.
Η πρώτη πρόταση της προηγούμενης παραγράφου
θα μπορούσε να είναι γραμμένη αλλιώς:
"Είναι τα μάτια τα κλειστά, που ανοίγουν για να ειδούν, ανοίγουν να γενούν απεραντοσύνη".
Και σαν τέτοια η ελευθερία, σαν πράγμα και σαν σκέψη μαζί,
σαν σώμα και σαν ψυχή, ομού θεμελιώνεται και εμφυσείται.
Γιατί οι συνθήκες οι προσαρμόσιμες και οι γόνιμες, κάτω από το βλέμμα το σκλαβωμένο και την σκέψη την ιδρωμένη από τον φόβο, άλλον καρπό απ' αλυσίδες, φράχτες, κάγκελα δεν προσφέρει.
Και ο σπόρος της ελεύθερης ματιάς που μας συντροφεύει εντός από γεννησιμιού, στην ανομβρία της σκληρότητας, της αδυναμίας δηλαδή, δε γίνεται φύτρα, δε βλασταίνει.

Για τους παραπάνω λόγους, όλες οι προσπάθειες για την επίτευξη ή την διατήρηση της ελευθερίας που επικεντρώνονται αποκλειστικά στις εξωτερικές συνθήκες ή στην νοοτροπία, είναι καταδικασμένες πριν ακόμη λάβουν χώρα.
Το πιο χτυπητό παράδειγμα των προσπαθειών-ναυαγίων του ανθρώπου που αφοσιώθηκε στις εξωτερικές συνθήκες για την επίτευξη-διατήρηση της ελευθερίας, είναι οι νόμοι που έχει θεσπίσει.

Κατ' αρχήν οι νόμοι, άγραφοι, μα ευνόητοι και κοινά αποδεκτοί, στήριζαν την επιβίωση της κοινωνίας και του ατόμου. Αν και υπήρχαν αυθεντίες που συντελούσαν στη δημιουργία τους, στην πλειονότητά τους μοιάζουν οικουμενικοί.
Όσο η παρουσία των αυθεντιών στη διαμόρφωση των νόμων τείνει στην αποκλειστικότητα, και όσο οι νόμοι -που αποσκοπούν στο να είναι ξεκάθαροι και λεπτομερείς,πάνω σε κάθε έκφανση του βίου- καταγράφονται και εμμέσως χάνουν το "ευνόητο" τους, τόσο ο κάθε μη-επιστήμονας στερείται της κατανόησής τους.

Τί καταφέρνει λοιπόν ένας νόμος που χάριν κάποιου αγνοούμενου αγαθού περιορίζει, απαγορεύει;
Όταν ήμουν μικρό παιδάκι, τα εμπόδια που έβαζε στο σπίτι η μητέρα μου για να μη χτυπήσω, να μην καώ, τα έβλεπα ως περιορισμούς. Και ως τέτοιους, τα κατάφερνα και τελικά τους ξεπερνούσα. Πολλές φορές, με απεριόριστη υπομονή, καταπιανόμουν να παλεύω τους περιορισμούς μου.
Ένας τέτοιος ακατανόητος νόμος, δεν καταργεί απλώς το ίδιο το αγαθό που φτιάχτηκε να διαφυλάξει, την ελευθερία, παρά δημιουργεί ο ίδιος τους παραβάτες του.
Αν κάποιος αμφισβητεί το παράδειγμα με το μικρό παιδάκι που στερείται κατανόησης και συνείδησης σε σχέση με τον τα αντίστοιχα στερούμενο ενήλικα, εγώ θα έλεγα (υπέρ του παιδιού) πως το μικρό τουλάχιστον έχει μια αρκετά μεγάλη εμπιστοσύνη σ' αυτή τη μητέρα του που το περιορίζει. Εμπιστοσύνη που πιο σπάνια έχει ο ενήλικος προς ένα σύνολο άγνωστων ή ανεπιθύμητων νομοθετών.

Ένα βήμα ακόμα πιο μακριά από την ευτυχία, την ελευθερία, την κατανόηση, συνείδηση και αποδοχή των νόμων φέρνουν το μη-επιστήμονα τα μέτρα επιβολής τους.
Τις περισσότερες φορές, αυτές οι προσπάθειες-ναυάγια της διασφάλισης της πολυπόθητης και απαραίτητης ελευθερίας επιχειρούν να εισέλθουν στη ζωή μας στανικώς. Και με τον ίδιο τρόπο να υιοθετηθούν και να διατηρηθούν ενεργές.
Δημιουργούν με αυτό τον τρόπο ευνοϊκές συνθήκες για την αντίδραση σ' αυτές, πριν ακόμα εξεταστεί από κοινού ο απώτερος σκοπός και η αποτελεσματικότητά τους.
Και αν δεν ευδοκιμεί η αντίδραση μέσα τους, ευδοκιμεί ο μεγαλύτερος εχθρός της χαράς, της ελευθερίας, της ευτυχίας: ο φόβος.
Αυτός που χρησιμοποιείται τελικά όταν το ενδιαφέρον και η στοργή εκλείπουν, για χαλιναγώγηση, για το υποκατάστατο της νουθεσίας.

Όταν η λογική και η διάκριση παύουν να οδηγούν τις πράξεις μας, η κτηνωδία και η αποσύνθεση είναι λογικά επακόλουθα.
Και αυτό επειδή όσο στενός και να είναι ο κλοιός του φόβου, πάντα θα φανεί στον ορίζοντα του καθενός -έστω και σαν αυταπάτη- η στιγμή που ο κλοιός θα διαρρηχθεί.
Τότε, αν η συνείδηση δεν οδηγεί τις πράξεις,
ο φόβος δε θα δώσει, παρά θα καταλύσει τα φρένα.

Τα παραπάνω, λίγο έως πολύ τα γνωρίζουν όσοι διαχειρίζονται το φόβο των άλλων, μα παρ' όλα αυτά, σκλάβοι και οι ίδιοι -και αδύνατοι να μπορέσουν να το αντιληφθούν ή να κάνουν κάτι ουσιαστικό για αυτό- συνεχίζουν να τον χρησιμοποιούν σαν σκήπτρο, σαν το μαγικό ραβδί που τους πραγματοποιεί τις ευχές.
Και ο λόγος που δεν αναζητούν ή δεν ακολουθούν άλλη οδό από τη δέσμευση των θυμάτων τους είναι ίδιος με τον λόγο που πολύ συχνά δεσμεύει τα θύματά τους τα ίδια.
Η φυγοπονία.
Η αδυναμία να βρουν και να εφαρμόσουν τρόπους που δε θα θίξουν την ελευθερία (και κατά συνέπεια την ευτυχία) των συνανθρώπων τους, για να επιτύχουν το ποθούμενο.
Το ποθούμενο που τις περισσότερες φορές είναι η ίδια ευτυχία και ευημερία.
Στόχος αγαθός κατά τα άλλα.


Το παράδειγμά μου, οι νόμοι, δεν χρησιμοποιήθηκε γιατί είμαι ενάντιος στην ύπαρξή τους.
Αν και κάποιοι νόμοι θεωρώ πως δεν δημιουργήθηκαν με αγαθές προθέσεις, ούτε με θεμιτά αποτελέσματα. Αλλά αυτό δεν το εξετάζω, γιατί θα απομακρυνθώ από το συλλογισμό που έχει να κάνει με τις συνιστώσες της ελευθερίας και την ευτυχία και τις προσπάθειες για ευδοκίμηση τους και θα ασχοληθώ με ένα άλλο φαινόμενο.
Πιστεύω ακράδαντα πως ο άνθρωπος που "συλλογάται ελεύθερα" και καλλιεργεί εαυτόν ευτυχής, έχει ως γνώμονα την ευημερία και την καλοσύνη από και προς τους πάντες στην πράξεις του.
Δέχεται συμβουλές και υποδείξεις, όταν τις κατανοεί και δεν τον συγχύζουν.
Το παράδειγμά χρησιμοποιήθηκε επειδή όλοι έχουμε να κάνουμε με τους νόμους, η πλειονότητα δεν αναμειγνύεται στην εφεύρεση, σύσταση, ερμηνεία ή επικύρωσή τους, ούτε γνωρίζει αυτούς (οι παραπάνω ονομαζόμενοι "μη-επιστήμονες") και το σκεπτικό θα έβρισκε την πλειονότητα να βρίσκεται όχι αιτία, αλλά αποτέλεσμα των νόμων. Γεγονός που μειώνει τις πιθανότητες της ταύτισης με τους "επιστήμονες" και την αντίδραση για την αντίδραση καθεαυτή.
Οι προσπάθειες-ναυάγια όμως για την επίτευξη και διατήρηση της ελευθερίας και της ευτυχίας δεν περιορίζονται στο επίπεδο του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου όμως, τη σχέση πολίτη-πολιτείας, νόμων-πολίτη.
Αν βάλουμε κάτω από το μικροσκόπιο τις σχέσεις γονέα-παιδιών, φίλων, συνεργατών, εργοδοτών-εργαζομένων, εραστών ή συζύγων, θα βρούμε στόλους ναυαγισμένους και διαλυμένους στις κρημνώδεις ακτές τους. Ακτές που θα έπρεπε να αποτελούν οάσεις σωτηρίας προς την ευτυχία του ατόμου.
Ιδίως στους συζύγους, αν και δεν μετρά η σχέση αυτή τις περισσότερες προσπάθειες-ναυάγια, η ίδια η ονομασία της σχέσης, ειρωνικά, προμηνύει κατάλυση της ελευθερίας αμφότερων των συσχετιζομένων.


Τα παραπάνω είναι συλλογισμοί που δεν χρειάζονται κόπο για να τους κάνει κανείς.
Οδηγούν όμως, αναπόφευκτα, σε ένα συμπέρασμα.
Και αυτό το συμπέρασμα είναι η απαρχή τόσο του μόχθου, όσο της προσωπικής και συλλογικής δημιουργίας:
Για να επιτευχθεί και να διατηρηθεί η ελευθερία χρειάζεται συνείδηση και πράξεις.

Οκτώβριος ,βζ'

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2007

Το μαράζι της Ανθούλας

Τη μέρα που πέρασε, το μεσημέρι,
αναλογίστηκα την ημερομηνία
και συνειδητοποίησα πως ήταν ακριβώς είκοσι χρόνια
που ο θάνατος με χώρισε από τη μητέρα μου.
Σκέφτηκα:
"Είναι δυνατόν να είναι τόσο περισσότερα
τα χρόνια που έζησες χώρια της
από τα τόσα χρόνια που σε μεγάλωνε;
Πάει τόσος καιρός από τότε που στη θάλασσα
σε έβαζε να τυλίξεις τα πόδια σου στη μέση της
και σε γύριζε γύρω - γύρω;"

Κι όμως,
την ξεχνάω.
Ακόμα κι αν κουβέντες και πράξεις της
με έχουν σημαδέψει,
-όχι σημαδέψει, σμιλέψει να γράψω καλύτερα-
ακόμα κι αν κουβαλάω τη μύτη
από τη μεριά της δικής της οικογένειας,
ακόμα κι αν τη θυμάμαι
κάθε που θα με παινέψουν για καλοσύνη,
πάνε τόσα και τόσα χρόνια
που έχει να έρθει στα όνειρά μου.
Πάει τόσος καιρός που έχω να πω το όνομά της
και να θυμηθώ τον τρόπο της.
Και πριν από αυτό, ακόμα άλλο τόσο.
Χάνεται από τη μνήμη μου
και είναι σα να πεθαίνει ακόμα περισσότερο.

Πρώτο ξέχασα το χρώμα της φωνής της,
τελευταία χάνω τη μυρουδιά της.
Η όψη της δε γυρνάει από τις φωτογραφίες.

Του θανάτου το πέρασμα το απάντησα μικρός.
Και πριν τον αποχωρισμό της μάνας,
(δε θυμάμαι να την είπα "μάνα" ποτέ,
παρά "μαμά" την έλεγα και ήμουν ο βενιαμίν της,
αλλά "μάνα" είναι στο μυαλό μου,
ούτε "μαμά", ούτε "μητέρα")
ήταν ο θάνατος της μητέρας της, της Ζαχάρως.
Που είδα τη Ρούλα, την εγγονή της, του θείου του Τάσου
να ξεσπάει στα κλάματα στο πεζοδρόμιο της Σαλαμίνος,
έξω από την πολυκατοικία που μέναμε κι εμείς,
δίπλα από μια νερατζιά,
κάτω από το μπαλκόνι της θείας της Νούλας.
Τον είδα από μικρός, μα ποτέ δεν τον χώνεψα.

Πόσες φορές δεν ήρθε η μάνα μου στον ύπνο μου,
εύρωστη, όχι όπως ήταν μετά τις χημειοθεραπείες, χωρίς μαλλιά,
και σαλιώνοντας τον αντίχειρά της μου έστρωσε τα φρύδια;
Κι ύστερα,
πόσες φορές δεν είδα στον ύπνο μου τον πατέρα μου;
Να ξυπνάω και να πάω στην κουζίνα,
να τον βρίσκω με τη ρόμπα να φτιάχνει καφέ στο μάτι της κουζίνας,
να μου φτιάχνει πρωινό, και να του λέγω:
"Μα καλά, εσύ δεν πέθανες χρόνια πριν;"
"Όχι, λάθος ήτανε. Τώρα γύρισα, και θα ήμαστε όλοι πάλι μαζί."

Όταν ήμουν ακόμη στο δημοτικό σχολείο,
είχα μια συμμαθήτρια που
σε ένα διάλειμμα που λέγαμε το τί θα γίνει ο καθένας είπε:
"Εγώ ξέρω το τι θα γίνει ο Συρογιάννης!"
"Τί θα γίνει;"
Ρωτήσαμε οι άλλοι, όλοι αγόρια, στην πίσω αυλή του σχολείου.
"Φιλόσοφος!"
Αυτό είναι μια εκδοχή για το γιατί θέλω να γίνομαι "δικηγόρος του διαβόλου",
και να εκπροσωπώ την άλλη άποψη,
ακόμα κι αν (ή ίσως ακόμη περισσότερο όταν) δεν υπάρχει κάποιος υποστηρικτής της
μπροστά στην κουβέντα,
το ότι θέλω να βρω την αλήθεια.
Μία λανθάνουσα τάση προς τη φιλοσοφία που,
όπως πολύ αργότερα συμπλήρωσε τον νονό της κόρης του ο θείος μου ο Λάμπης,
...κινδυνεύει να παρεκκλίνει σε "αμπελοφιλοσοφία".

Η άλλη εξήγηση δόθηκε από τον Αλέξανδρο,
χρόνια πριν, στο σπίτι του Γρηγόρη:
Ίσως να θέτω ερωτήματα που να εμποδίζουν το "κλείσιμο του θέματος"
γιατί ουσιαστικά, δεν θέλω το θέμα να τελειώσει.
Γιατί δεν επιθυμώ το τέλος.
Ίσως να είναι το ίδιο με το ότι δε χώνεψα ποτέ το τέλος,
το θάνατο,
το τίποτα,
την καταστροφή και την κατάλυση, όχι μόνο του περιβάλλοντος,
αλλά και του παρατηρητή του.
Ασύλληπτος, και για αυτό αχώνευτος.
Ίσως, αν είναι έτσι,
για αυτό να είμαι ανάξιος και αιώνιος μνηστήρας του τέλειου.
Γιατί χωρίς τέλος, τίποτα δεν είναι τέλειο.

Για να βάλω ένα τέλος
στην περιγραφή από τις πολλές σκέψεις
που πέρασαν την προηγούμενη μέρα από το νου μου:
Μπορεί σα χθες να πέθανε η μάνα,
αλλά σα σήμερα,
(ισορροπία που φωλιάζει μέσα στα πάντα)
γεννήθηκε η καλή μου φίλη η Φαίη.
Χρόνια πολλά και καλά!
Ευχαριστώ για τη φιλία
που απλόχερα προσφέρεις!

Τρίτη, δ' Σεπτεμβρίου ,βζ'
05:39 π.μ.
Αν ήταν αλλού,
θα είχε σίγουρα μουσική.
;-)

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2007

Empire of dirt

Σ' αυτό το ταξίδι που κάνουμε όλοι,
άλλοι πηγαίνοντας αργά κι άλλοι γρήγορα,
άλλοι με εφόδια κι άλλοι επαίτες,
άλλοι περπατώντας,
άλλοι οδηγώντας,
άλλοι κωπηλατώντας,
άλλοι πετώντας
κι άλλοι κουτσαίνοντας,
έχουμε δυο - τρεις σταθμούς
απ' όπου όλοι θα περάσουμε αργά ή γρήγορα.

Θα γελάσουμε και θα κλάψουμε,
αλλιώτικα ο καθένας στον κάθε σταθμό.
Άλλοι θα τους δουν σα λύτρωση
κι άλλοι σαν καταδίκη.
Σα λιμάνι να ξαποστάσουν
ή σαν θύελλα που τους μαστιγώνει.

Θα κοιταχτούμε,
σαν απαντήσουμε ο ένας τον άλλο,
σαν συνοδοιπόροι,
σαν εμπόδιο ο ένας του άλλου,
σαν σάρκες από τη σάρκα μας,
ή σαν κακές πληγές πυορροούσες.
Άλλοτε ξέροντας, κι άλλοτε αγνοώντας -οι ίδιοι-
πως,
με τους ίδιους (αναπόφευκτους) σταθμούς,
σε άλλες στιγμές και από άλλες ρότες,
με άλλα βλέμματα,
άλλες χροιές και άλλους τόνους,
τυφλοί απέναντι στο τι έπεται,
το ίδιο ταξίδι κάνουμε.

06:10 μ.μ.
Παρασκευή κδ' Αυγούστου ,βζ'

Ζέστη, αέρας και φωτιά.
(Σε άλλη περίπτωση,
θα είχε και μουσική)

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2007

Η τριλογία

Η πρώτη του ταινία που είδα ήταν βιντεοκασσέττα, και ήταν το "Κάρμεν".

Όταν τη συζητούσα με τον Στέλιο, μου συνέστησε να ψάξω να βρω μια ταινία του που είχε δει πριν χρόνια και του άρεσε πολύ, τό "Μάγος Έρωτας".



Και από τον Αντώνη (ή από τη Φαίη; ) βρήκα μόνο με αγγλικούς υπότιτλους το "Ματωμένο γάμο".


Το "El Amor Brujo" ακόμα δεν το έχω δει.
Ελπίζω να το βρω σύντομα, πέρα από σκηνές που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο.

Η σύνδεση έγινε αργότερα, στα προσεχώς της συλλογής "criterion", όπου αναφέρει τις τρεις αυτές ταινίες σαν μέρη της φλαμέγκο τριλογίας του Κάρλος Σάουρα.

Δεν γνωρίζω γιατί δεν ονομάζουν πενταλογία το σύνολο των έργων αυτών, μαζί με το "Φλαμέγκο"

(Παρένθεση, εκτός θέματος: To "verde que te quiero verde" είναι από τους στοίχους του ποιήματος του Λόρκα "Romance Somnámbulo" διασκευασμένο, αλλά κρατώντας το νόημά του.
Κάπου είχα διαβάσει ότι η κοπέλα στην οποία αναφέρεται στην αρχή είναι νεκρή, εξ' ου και τα μάτια από κρύο ασήμι... εγώ το αφήνω στους αναλυτές το πράγμα)

και το πρόσφατο "Iberia".


Ίσως γιατί είναι το τέταρτο και "...το πέμπτο μέρος της γνωστής τριλογίας..." όπως θα έλεγε ο Ντάγκλας Άνταμς.
Ίσως γιατί τα δυο τελευταία αυτά, αν και διέπονται από μια συνέχεια, δεν είναι στη σκιά μιας και μόνης ιστορίας και πλοκής. Παρά είναι περισσότερο σαν να αποτυπώνουν τη μουσική αυτή, στις διαφορετικές της εκφάνσεις.

"Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό,
αλλά εμένα μου αρέσει πολύ"

Χρόνια πολλά Μαργαρίτα,
ώρα καλή νά 'χεις στην πρύμνη σου
και αέρα στα πανιά σου!
01:04 π.μ.
Τετάρτη, η' Αυγούστου ,βζ'

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2007

Τα μέσα δεν κάνουν τον οποιονδήποτε, αν δε βγαίνει από μέσα του

Όλο και πιο συχνά σκέφτομαι πως όταν έχω περιορισμούς στα μέσα για να κάνω κάτι, ασχολούμαι περισσότερο με το κάτι και λιγότερο με τα μέσα.
Σα να λέμε, ψάχνω να βρω το δρόμο να φτάσω στο στόχο μου.

Όταν τα μέσα δεν αποτελούν ζήτημα, μπορεί να σπαταλήσω τον άπειρο χρόνο για να εξαντλήσω (δήθεν) τις δυνατότητές τους.
Και όλο αυτό, εις βάρος του στόχου, της δημιουργικότητας της ευχαρίστησης.

Αυτή η απόκλιση από το παιχνίδι δηλαδή με τα μέσα, που τα κάνει αυτοσκοπό.
Κι έτσι, δουλεύεις υπερωρία για να πληρώσεις το 4x4 και δεν πας κανέναν περίπατο σε κανένα βουνό.
(Λέμε, αν δεν καιγόντουσαν όλα.)
Ψάχνεις τη γραμματοσειρά που θα σε εκφράζει, και δε γράφεις μια κουβέντα να βγει από μέσα σου.
Ψάχνεις τον ιδανικό άνθρωπο, και δε διακρίνεις το ιδανικό στους ανθρώπους.
Κατεβάζεις τους τελευταίους drivers για να λειτουργεί το τελευταίο πρόγραμμα αναπαραγωγής DVD, και δε βλέπεις τις ταινίες που αγόρασες γιατί θεωρούσες αξιόλογες.

Και χάνεις το ταξίδι, τις εικόνες, τις μυρουδιές, τις αισθήσεις και τα συναισθήματα, χάνεις τον προορισμό, γιατί περιμένεις τον καλύτερο άνεμο, το πιο γρήγορο καράβι, τα καινούργια ταξιδιωτικά ρούχα του βασιλιά.

04:29 π.μ.
Παρασκευή, κζ' Ιουλίου ,βζ'

Ζέστη και διακοπές (ρεύματος)
Καλημέρα!