Πέμπτη 18 Ιουλίου 2024

Τετάρτη 15 Μαΐου 2024

Απόδοση, αντί ανταπόδοσης

(English description following)

Η ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΜΟΥ ΜΕΝΕΙ

Είμαι ένας δημιουργός μηχανών.
Ένας παραγωγός εργαλείων.
Συνθέτω αντικείμενα,
που σχεδιάζω, που με καθορίζουν.
Μηχανές που αναταράσσουν τον αέρα.

Εργάζομαι επί της ύλης,
της σιγής, του χρόνου.

Για να δημιουργήσω ένα αντικείμενο
που μέσα στους αιώνες
θα χρησιμοποιείται για να παράξει
ένα εφήμερο άυλο:
τον ήχο.

Είναι στο σώμα μου που συγκαταλέγονται όργανα μέτρησης
των οργάνων που δημιουργώ.

Στα μάτια μου, στα αυτιά μου,
σε κάθε μυ πονεμένο.
Στα χέρια μου, στην πνοή μου.

Κάνοντας το φιλμ, ανακαλύπτω την αυτόνομη ζωή των χεριών μου.
Γνώριζα την πρόθεσή τους, ανακαλύπτω την λειτουργία τους:

Η δημιουργία των αντικειμένων που με ξεπερνά.
Που συγκαταλέγεται σε έναν χρόνο που δεν είναι ανθρώπινος.

Κι όταν το αντικείμενο τελειώνει, στην νομαδική ζωή,
δε μένει παρά μια φευγαλέα εντύπωση ενός ήχου
και αυτή, η μόνιμη, που χαράχτηκε στα χέρια μου.

Εν τέλει, η χειρονομία είναι αυτή που μου απομένει.


Το ποίημα αυτό αποτελεί το κείμενο του βίντεο στο οποίο οδηγεί ο σύνδεσμος. (Του Sébastien Seixas)
Προτίμησα την εγγύτητα από το ρυθμό.
Αγαπητέ Σεμπ, ζητώ συγνώμη για τη (κατά-)χρήση και μετάφραση, αλλά δικαιολογώ τον εαυτό μου λόγω του ότι το έργο ήταν τόσο καλό που στην ουσία πήγαινε γυρεύοντας...

This poem is the text of the video towards which the link is leading. (After Sébastien Seixas)
I preferred being close, rather than being rhythmical.
Dear Seb, I am sorry for using it and translating, but I find an excuse for myself to the fact that it was so nice that it was practically asking for it...

The Gesture is what stays with me from Sébastien Seixas on Vimeo.

ιε' Μαΐου ,βκδ'
Μακρύ απόγευμα του Μάη.

Πέμπτη 9 Μαΐου 2024

Εξωτικά και Οικεία / Exotic and Familiar

(English following)

Πέρασα την παιδική και πρώιμη εφηβική μου ηλικία ως μέλος μιας μέσης οικογένειας. "Μέση" υπό την έννοια της κοινότυπης μάλλον, παρά ως προς την κοινωνική ή οικονομική της επιφάνεια.
Το περιβάλλον στο οποίο έζησα, δε θα μπορούσε να είναι το περιβάλλον κανενός παραμυθιού, όπως αυτών που μου αρέσει να διαβάζω ή να σκαρφίζομαι. Αυτό, γιατί δεν περιείχε κανένα εξαιρετικό στοιχείο. Δεν είχε κανένα μαγικό χαρακτηριστικό, που θα έκανε το παραμύθι να ξετυλιχτεί από μέσα του. Ιδίως με εμένα τον ίδιο ως ήρωα. Δεν ήμουν ιδιαίτερα όμορφος ή έξυπνος. Δεν τραγουδούσα ή χόρευα, ούτε ήμουν καλός σε κάποια τέχνη. Του ράφτη, του τσαγκάρη, του ζωγράφου, του μουσικού. Υπήρξε μια κιθάρα στο σπίτι, στην οποία ο αδελφός μου μάθαινε τραγούδια. Και η δασκάλα του, εξαδέλφη που -επειδή ήταν δασκάλα, και δίδασκε κάτι μουσικό- είχε μίαν ιδιαίτερη σημασία και απέπνεε αυθεντία. Βρισκόταν σε απευθείας σύνδεση με κάτι πέρα από την πραγματικότητα. Κάτι που βρίσκει κανείς στα καταστήματα δίσκων, στο ραδιόφωνο και -φαντάσου- στην τηλεόραση! Αν μόνο φανταζόταν κάποιος πως η κιθάρα στα χέρια της δεν ήταν κιθάρα, αλλά η βακτηρία ενός μάγιστρου ή ο τρίποδας της Πυθίας, σε "απευθείας σύνδεση" με τις μούσες και τον θεό του φωτός...

Είχα, πράγματι, δει θέατρο. Θυμάμαι, πολύ μικρός, στο δημοτικό, να έχει φιλοξενηθεί μια θεατρική παράσταση στο σχολείο. Ήταν το σχολείο εκεί που τώρα είναι το 3ο Λύκειο Αιγάλεω. Ακόμα θυμάμαι τα δύο επίπεδα στην αυλή και το πως η περιοχή ονομαζόταν από κάποιους "τα ρώσικα", λόγω των Ποντίων προσφύγων από την τότε "Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών". Τι μου έμεινε από την παράσταση αυτή; Σε κάποια στιγμή, ένας ηθοποιός σταμάτησε και παραπονέθηκε πως τέτοια φασαρία δεν είχε ξανασυναντήσει σε άλλο σχολείο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως είχε κρατήσει τη στάση του, με τα χέρια του όπως ήταν στο ρόλο του, στα τριάντα εκατοστά από το πρόσωπό του και το ένα πόδι του μπροστά από το άλλο. Κράτησε τη στάση του, αλλά το μόνο που έσπασε τον ρόλο ήταν το κεφάλι του, που γύρισε να απευθυνθεί στα ατίθασα παιδιά. Τα κατάφερε να απαλύνει λίγο την αναμπουμπούλα και ξαναγύρισε στον ρόλο του. Το ξαναφτιάχνω με το νου μου, σα να ξεπρόβαλλε το κεφάλι του από το πανί του κινηματογράφου και κατόπιν να γύρισε. Ποια ήταν η ταινία τού Γούντι Άλεν; Το Πορφυρό Ρόδο του Καΐρου. Δεν ήταν όμως αυτή η περίσταση που συνειδητοποίησα πόσο απόκοσμος είναι ο αυτός ο κόσμος της τέχνης. Πόσο με ξεπερνούσε.

Στην πρώιμη εφηβεία μου (και πιο πριν, υπό άλλες συνθήκες), πήγαινα τα καλοκαίρια με τον πατέρα μου στο χωριό του. Στην κεντρική πλατεία του, όπου βρισκόντουσαν δυο(!) μπακάλικα, το μανάβικο, το πρακτορείο τύπου, το κρεοπωλείο και το κατάστημα του Ο.Τ.Ε., τα καφενεία, ο κόμβος στον οποίο συναντιόντουσαν τέσσερις διαφορετικές στράτες (και μπορείς να μετρήσεις και πέντε) ήταν "ελεύθερος" από νησίδες, ή από οτιδήποτε παραπάνω από τα πεζοδρόμια των κτηρίων. Ένα καλοκαιρινό βράδυ, λοιπόν, τότε και εκεί μαγεύτηκα. Πέρασε από το χωριό μια οικογένεια ακροβατών. Ο πατέρας και δυο αδέλφια. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Ήρθανε στην "πλατεία", τοποθετήσανε τα όργανά τους, τους κρίκους, τα στεφάνια, τα παραφερνάλιά τους, και υπό την περιγραφή του πατέρα, επιδόθηκαν σε ακροβατικά απίστευτα.

Ήτανε, άραγε, απίστευτα; Δεν είχα ήδη δει στην τηλεόραση το κινέζικο τσίρκο; Τους καταπληκτικούς ακροβάτες που έφτιαχναν πυραμίδες ψηλές σαν τα ψηλά τα σπίτια; Τους ελέφαντες και τα άλογα; Τις πανέμορφες γυναίκες, στολισμένες σαν παγώνια φτιαγμένα από ασήμι και φτερά; Ναι. Τα είχα δει όλα αυτά. Αλλά όχι αληθινά! Όχι μπροστά στα μάτια μου! Δε μπορούσα να απλώσω το χέρι και να τους πιάσω όλους αυτούς, ούτε αυτός που περιέγραφε τα θαυμάσια ήταν πίσω μου, σα να ήμουν κομμάτι τού κύκλου. Να, τώρα! Όλα έγιναν κομμάτι της πραγματικότητάς μου. Τα θαυμάσια αυτά παιδιά, γοητευτικά σαν τα αηδόνια των παραμυθιών που μου αρέσει να διαβάζω ή να σκαρφίζομαι, ήρθαν "στην αυλή μου" να "κελαηδήσουν".

Πάντοτε με διακατείχε μια τρισκατάρατη συστολή. Έτσι και τότε, δε σηκώθηκα από την καρέκλα δίπλα στον πατέρα μου. Ακόμα κι αν δεν ήθελα τίποτα άλλο από το να κοιτάζω τα δυο παιδιά, θα γύριζα να κοιτάξω το πώς συμπεριφέρονται οι τριγύρω. Όχι πολύ, αλλά ντρεπόμουν να χαθώ στη μαγεία. Η παράσταση δεν κράτησε πολύ. Τελείωσε και οι μαγικοί ακροβάτες αποδύθηκαν ξανά το ρόλο τους, σαν παραδείσια πουλιά που αποδύθηκαν το φτέρωμά τους και γίνανε άνθρωποι, μάζεψαν τα πράγματά τους και εξαφανίστηκαν. Άφησαν πίσω τους, όμως, την ιδέα του εξωτικού. Αυτής της ζωής που βρίσκονταν στους αντίποδες της δικής μου.

Αυτό ήταν το σημείο της ζωής μου, από το οποίο και μετά αναλογίστηκα όλους αυτούς τους ρόλους και τα επαγγέλματα που θα τους ταίριαζε ο όρος "εξωτικά". Ο πωλητής του "μαλλιού της γριάς" θα ήταν κάτι τέτοιο. Ο μουσικός, ο ηθοποιός, ο "προβολατζής", κάθε επάγγελμα που άπτεται της ψυχαγωγίας ή είναι περιοδεύον! Αυτό που μου φαντάζει αξιοπερίεργο, είναι το πώς μέσα στα χρόνια βρέθηκα στην αντίπερα όχθη, ή στους "αντίποδες", όπως τους χαρακτήρισα. Πώς, δηλαδή, βρέθηκα να περιοδεύω ως μουσικός, να συνεργάζομαι με περιοδεύουσες θεατρικές παραστάσεις, να εργάζομαι ως τεχνικός σε κινηματογράφους, να λαμβάνω μέρος σε αυτό το απόκοσμο περιβάλλον και να συχνοτίζομαι με αυτά τα εξωτικά όντα. Πώς ανακάλυψα στην πράξη πως οι άνθρωποι μοιράζονται το κοινότυπο και το εξωτικό "εν οίκω" και "εν δήμω" και πώς -βαθιά στον πυρήνα τους- είναι ίδιοι με τον εαυτό που γνώριζα νέο παιδί και έναν χαρακτήρα βγαλμένο από ένα βιβλίο, τον κινηματογράφο ή το δελτίο των ειδήσεων.

θ΄ Μαΐου ,βκδ΄
Ηλιόλουστη μέρα.

(English version)

I went through my child and first-adolescent years as a part of a mediocre family. "Mediocre", signifying "ordinary", rather than characterizing its social or financial status.
The environment in which I lived couldn't be one of a fairy tale, like the ones I enjoy reading or making up. Because it didn't include any outstanding element. It was lacking any magical characteristics around which the fairy tale would play out. Especially with me being the hero. I wasn't particularly beautiful or intelligent. I didn't sing or dance, nor was I good on a craft. That of the tailor, the painter, the musician. There was a guitar at home, on which my brother was learning songs. And his teacher, a cousin that -due to the fact that she was a teacher, teaching something musical- was of a unique significance and had an air of authority. She was directly attached to something surreal. Something that one finds in disc stores, on the radio and -imagine that- the television! If only one could imagine that the guitar within her hands were not a guitar per se, but the staff of a magister, or the tripod of Pythia, in "direct correspondence" with the muses and Apollo...


I have, indeed, been to theater. I remember, very young, on the elementary school, that a play has been hosted at the premises. The building was where now resides the 3rd Lycée of Egaleo. I still remember the two levels of the schoolyard and how the area was called by some "the Russians'", "ta rossika", due to the refugee Pondic Greeks that arrived there from the (then) U.S.S.R. some years before. What I still remember from that show? On some moment, an actor stopped and complained that he never before was met with such a fracas in a school. I distinctively remember that he had held his posture. His hands were still acting in-role, about thirty centimeters from his face and one leg in front of the other. Held his position, and the only body part that went off-role was his head, that turned to address the untamed kids. He succeeded to ease the uproar a bit and dive back to his role. I reconstruct the scene in my mind like his head went out of the cinema screen and then it went back. What's that movie of Woody Alen? The Purple Rose of Cairo. Yet, that was not the circumstances where I realized how out-worldly that art world was. How it was beyond me.


In my early adolescence (and before, but under different circumstances), I was going to my father's home-village during the summers. In its main square, were there were two(!) convenience stores, the press outlet, the grocery store, the butchers, the phone company's department with the public phone and the caffées, the junction of four (or five, depending on counting) roads was free of anything else but the sidewalks of the buildings. So, on a warm summer night, is when I was enchanted. A family of acrobats passed by the village. The father and two siblings. A boy and a girl. They came to the "square", put out their equipment, the rings, the hoops, their stuff -and under the descriptive narration of the father, they did incredible acrobatics.


Were those really "incredible"? Hadn't I already seen the Chinese Circus on TV? The amazing acrobats building pyramids as high as tall houses? The elephants and the horses, the beautiful women, dressed like peacocks made of silver and feathers? Yes. I have seen all that. But not really! Not in front of my eyes! I couldn't reach my hand and grasp them, neither the presenter was behind me, like I was part of the circle. Look now! All that became part of my reality. Those wonderful children, enchanting like the nightingales of the fairy tales I enjoy reading or making up, came to my "court" to "sing".


I was always shy, damn it. Same then, I didn't get up from the chair from my father. Even if I wanted nothing but watch those kids, I would look around to see how people would comport themselves. Not long, but I was ashamed to be lost in magic. The show didn't last long. It finished and the magic acrobats undressed their roles, like birds-of-paradise that took their feathers off and became humans, gathered their equipment and vanished. Though, they left behind the idea of exotic. Of that life that was in the antipode to mine.


Exactly that was the point of my life after which I reflected on all those roles and trades that would correspond to the term "exotic". The seller of the cotton candy would have been something like that. The musician, the actor, the projectionist, any job that relates to entertainment or is travelling! What seems to me odd is how through the years I found myself on the other side, in the "antipode", as I called it. Meaning, how I found myself traveling as a musician, working with touring plays, work as a cinema technician, taking part on that out-worldly environment and share the life of those exotic beings. How I discovered in practice that people share the ordinary and the exotic privately and in public and how -deep in their core- they are the same with that "self" I knew as a child and a character taken out of a book, the cinema or the newscast.

May 9. 2024
Bright day

Σάββατο 9 Μαρτίου 2024

Αναπόληση της τεκμηρίωσης, ως τεκμηρίωση. (Μετατεκμηρίωση;)

 Απόψε, μου δόθηκε η ευκαιρία να δω το ντοκυμανταίρ "οι Ελευσίνιοι", του Φιλίππου Κουσταφτή. Μια ταινία που παράχθηκε στα πλαίσια της Ελευσίνας ως "πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης". Και, επί της ευκαιρίας αυτής, είχα κι εγώ -ανάμεσα σε όλους- την ευκαιρία να ανακαλέσουμε την Ελευσίνα αυτή που συναντήσαμε μέσα από το έργο τού Κουτσαφτή δυόμισι δεκαετίες πριν.

Ενδεχομένως να λειτούργησε εν μέρει αυτή η καταγραφή και ως εξιλέωση τού δημιουργού, που έκλεισε την "Αγέλαστο Πέτρα" με μια πλειάδα από "συγνώμη" προς όλους αυτούς που δεν είχε χρόνο να συμπεριλάβει στο σημαντικό του έργο.

Η σχέση των δύο έργων φαντάζει προϋπόθεση, σαν ένας συνδετικός κρίκος μεταξύ του "πριν" και του "κατόπιν". Μία σχέση δε, που διαποτίζει, υποστηρίζει, όλα τα έργα του. Η παράδοση τού έργου της γέφυρας στον Κεραμεικό, η σχολική εκδρομή στο παλάτι του Μίνωα, η ιστορία της ανασκαφής τού θώρακα και ούτω καθ' εξής. "Η Αγέλαστος Πέτρα" ξεκινά με την αναφορά στον μύθο της Περσεφόνης και σε κάποιο επίπεδο, όλη εκείνη η ταινία, ομοίως και όλη ετούτη, είναι μια επαναλαμβανόμενη κάθοδος και ανάβαση της Περσεφόνης. Είναι απλά και μόνο μια ανόητη ιδέα μου; Είναι απλά και μόνο ιδέα του δημιουργού; Είναι κάποιο κοινό μυστικό που κανείς δε θέλει να ομολογήσει;

Ολόκληρη η ταινία έχει να κάνει με τη ζωή, ή με άλλα λόγια, ολόκληρη η ταινία έχει να κάνει με το θάνατο. Με αυτή τη ζωή που εμφανίζεται εμπρός μας με το που ανοίγουμε τα βλέφαρα και εκείνη που (αρπαγμένη από τον Πλούτωνα) δε μας έχει αφήσει παρά μόνο τα ίχνη της, για να πάρει μορφή όταν τα κλείνουμε.

Ο δημιουργός, ως άλλος ιχνηλάτης, έρχεται και καταγράφει τα ίχνη εν τη γενέσει, νωπά, την ζωή - ζώσα. Άλλοτε, μας δείχνει τα ίχνη της, όπως διατηρήθηκαν στον αιώνα. Ενίοτε -τι ποίηση, αλήθεια- μας δείχνει τα ίχνη που άφησε η ζωή πάνω στα "ίχνη". Όπως αυτό το μάρμαρο της λουτροφόρου, το χιλιοφαγωμένο από το υνί του αρότρου, το οποίο αναστήθηκε αιώνες μετά την ταφή του. Συχνά, στρέφει την προσοχή μας προς άλλους ιχνηλάτες σαν κι αυτόν και μας μιλάει χρησιμοποιώντας τις δικές τους λέξεις και εκφράσεις. Όποιες θεωρήσεις δεν αποτυπώνονται στην ποιητική αφήγηση, αναφορά και εξιστόρησή του, αντανακλώνται στα λόγια των "συνεργατών", των "συνενόχων".

Η ήπια αφήγηση και η αδιαμφισβήτητη τεκμηρίωση δε σου αφήνει περιθώρια να αντισταθείς. Όλα τα μέρη που αντανακλούν το ενδιαφέρον και την πρόθεση του δημιουργού, είναι συναρπαστικά.


Tonight, I was given the chance to watch the documentary "The Eleusinians", by Philippos Koutsaftis. A movie that was produced in the frame of "2023 Eleusis, European Capital of Culture". And, given that chance, I -between all the others- had the chance to recall the Eleusis that we encountered from within Koutsaftis' work two and a half decades ago.

It could be that that record worked as atonement of the creator, that finished "Mourning Rock" asking for forgiveness from all them that he couldn't include on that significant work.

The connection of the two works seems like a precondition, like a link between "before" and "after". A connection that soaks, supports all his works. The release to the public of the junction of Keramikos, the school trip to the Minoan Palace, the story of the excavation of the thorax and so on. The "Mourning Rock" begins by referring to the myth of Persephone and on some level, all that movie and this one as well, is a continuous descent and ascent of Persephone. Is that just a foolish idea of mine? Is it just an idea of the creator? Is it a common secret that no one wants to admit?

The whole movie has to do with live, or, in other words, the whole movie has to do with death. With the life that we see before us when we open our eyes and the one that (abducted by god Pluto) has left nothing but its traces, so it (that life) will form itself once we close them.

The creator, as another tracer, comes to document the traces at their onsets, fresh, the living life. Elsewhere, he points us to the life's traces, as remained through the centuries. From time to time -a really great poetry- he points us to the traces that life left on "traces". For instance, that water carrier stone beaten (or bitten) a thousand times from the share of the plough and was resurrected centuries after its interment. Often, he draws our attention to other tracers like him and talks to us using their own words and expressions.

Whatever views are not shown in the poetic narration, reference and recount, reflect on the words of his "collaborators" the "accomplices".

The mild narration and undoubtful documentation leaves no ways to resist. All parts that reflect the interests and intention of the creator are fascinating.

θ΄ Μαρτίου ,βκδ΄
Ζεστή βραδιά με λίγο αέρα.

Κυριακή 9 Απριλίου 2023

Η παύση των γλωσσών... σε γλώσσες δύο / The cease of tongues... bilingual

Εδώ και κάποιον καιρό, μένω μακριά από την Ελλάδα, και το άκουσμα της ελληνικής μού φαίνεται ξένο. Η μουσική μου συλλογή, ωστόσο, κάθε άλλο παρά στερείται ελληνόφωνων τραγουδιών.

Με αφορμή τον προσεχή ερχομό της ημέρας της Ανάστασης, ή -πιο καλά- της Μεγάλης Παρασκευής, έβαλα να ακούσω ξανά τους ύμνους της Μεγάλης Παρασκευής από το δίσκο τού 1962, με την Φεϊρούζ.

Αυτό που με έκανε να προβληματιστώ, είναι πώς, η χρήση της ελληνικής σε κάποιους από τους ύμνους αυτούς, έστω και λόγω του ότι (ή παρότι) κάποιοι πηγάζουν από μελοποιημένους ελληνικούς στοίχους, με συγκίνησε.

Χωρίς να μπορώ να διευκρινίσω ακριβώς -να απαριθμήσω- όλους τους λόγους για τους οποίους έννοιωσα συγκίνηση, ή κάθε έναν ξεχωριστά, κάποιοι φάνηκαν να ξεκαθαρίζουν εξ αρχής. Από τη στιγμή που η συγκίνηση καταλάγιασε και περιεργάστηκα τα εφαλτήρια της.

Η χρήση της ελληνικής στους ύμνους αυτούς είναι ένα δάνειο.
Είτε εσκεμένα είτε όχι, μεταφέρουν την αίσθηση αυτή που οι συγκεκριμένες μελωδίες με το άκουσμα των συγκεκριμένων στοίχων, γεννά στους ακροατές. Όταν εγώ ο ίδιος ακούω

Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ, και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν.
Η ζωή πως θνήσκεις; πώς και τάφω οικείς; του θανάτου το βασίλειον λύεις δε
και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.
οι λέξεις και οι φράσεις αυτές, συμπαρασύρουν και αναδύουν τις εντυπώσεις που πρωτογεννήθηκαν εντός μου όταν τις πρωτοάκουσα. Ταυτόχρονά, την διαφορετική αίσθησή τους, όλες αυτές τις φορές που τις ξανασυνάντησα. Ως ακροατής σε μια εκκλησία, σε μια μουσική εκτέλεση, σαν ένας σπουδαστής της μουσικής σε κάποιο ώδειο, σε μια χορωδία.
Γίνομαι λίγο από το παιδί που τραβολογούσαν στην λειτουργία και από την ανία του αφαιρούνταν στα τεχνουργήματα που πλημμύριζαν τον ναό. Λίγο από τον νεαρό που -μέσα από τη μουσική, τη λογοτεχνία και το θέατρο- ξανασυστήνοταν στα πιο δημοφιλή μουσικά αριστουργήματα τού βυζαντινού μέλους. Λίγο από το ανήσυχο πνεύμα που -κοιτάζοντας προς το έρεβος τού θανάτου, που έλαβε μορφη μέσα από το να καταβρόχθιζει αγαπημένους του- αναζητούσε ένα "κερκέλι" για να πιαστεί και να σχηματίσει μια εικόνα και ένα νόημα για το ασύλληπτο. Λίγο από τον τωρινό εαυτό, που επιχειρεί να αφήσει όλους τους εσωτερικούς διαλόγους και να απολαύσει την μελωδία.
Παρομοίως, κάποιος που δεν αντιλαμβάνεται το νόημα των ελληνικών στοίχων, όπως εγώ δεν αντιλαμβάνομαι το νόημα των αραβικών, θα πατήσει στους γνώριμους ήχους και στο ύφος της μελωδίας, για να κάνει τη δική του, ασυναίσθητη συχνά, σύνδεση και αποκρυπτογράφηση. Μια ερμηνεία ιδιαίτερη.
Η αυθεντική γλώσσα των συγκεκριμένων ύμνων, δεν χρησιμοποιείται μόνο ως αντιπαράθεση με την επιτυχή (τουλάχιστον μελωδικά) μετάφραση, ή ως εμπρακτη απόδειξη της ενότητας των δύο στοιχουργικών κειμένων, της ταυτοσημίας τους.

Γνωρίζω με πάσα βεβαιότητα, και πέρα από κάθε αμφιβολία, πως όταν η Φεϊρούζ ηχογραφούσε δεν κατείχε την ελληνική. Αν ποτέ εβρισκόμασταν ενώπιος - ενωπίω, θα χρειαζόταν να καταφύγουμε σε μια τρίτη γλώσσα για να επικοινωνήσουμε, την αγγλική ή -πιθανότερα- τη γαλλική.
Παρά όλα αυτά, στο άκουσμα τής οικείας γλώσσας, του γνώριμου κειμένου και της γνώριμης μελωδίας, το μέρος αυτό του νου που αψηφά την αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, που υποδύεται, που αστειεύεται, που ονειρεύεται, που παρηγορεί, ερωτεύεται και ελπίζει, το μέρος αυτό του νου που συνθέτει εκ του μηδενός και των πάντων την εικόνα ενός αναγνώστη, στον οποίο απευθύνεται μέσα από αυτές τις λέξεις, αυτό το μέρος του νου, ανακουφίζεται από την υποχρέωση να διερμηνεύει. Ζει -προς στιγμή- μια αλήθεια στην οποία "ο πύργος της Βαβέλ" δεν εθεμελιώθηκε ποτέ και όλοι οι άνθρωποι μιλούν την ίδια γλώσσα. Ή ουδεμία.
Ακούγοντας την μητρική μου γλώσσα να προφέρεται από κάποιον για τον οποίο είναι ξένη, μοιάζει με θαύμα.

Κυριακή, θ΄ Απριλίου ,βκγ΄
Άλλοτε ανάσταση, άλλοτε αρχή της εβδομάδας των παθών, άλλοτε ούτε το ένα ούτε το άλλο.

For some time now, I reside far from Greece, and the sound of the Greek language seems foreign. My music collection, though, all but lacks Greek songs.

Given the chance of the coming of the Easter, or better, the Good Friday, I revisited the Good Friday Eastern Sacred Songs, as recorded at 1962, with Fairouz.

What got me wondering, is that the use of the Greek language on some of the hymns in question, even because (or in spite) some of them originate from Greek lyrics, moved me.

Without being able to put my finger on -to enumerate- all of the reasons for which I felt moved, or each and every one of them, some started to reveal right from the be start. Since the moment that the emotions settled down and I reflected on their starting points.

The use of the Greek language on those hymns is a loan.
Deliberately or not, they carry that feeling that the specific melodies, together with the sound of the specific lyrics, awakes inside the audience. When me-myself, I hear

The entombed life You were laid, Christ, and armies of angels were astound,
they praise Your self-abasement.
Life how can You perish? How can You reside in a grave? You abolish the realm of death
and resurrect Hades’ dead.
the very words and phrases, sweep away and resurface the impressions that were first born in me when I first heard them. And, at the same time, their different feeling, between all the times I encountered them. Being part of a flock, in a church, in a recital, as a music student in a conservatoire, in a chorus.
I become somewhat of the child that was drugged to the service and feeling bored, was letting its mind wonder in the midst of the artifacts of the cathedral that overwhelmed it. Somewhat of the youngster that -through the music, the literature and theatre- has been re-introduced to the musical masterpieces of the Byzantine music. Somewhat of the unresting spirit that -staring the tenebrosity of death, that manifestated itself by devouring my loved ones- was looking for a "wall ring" to step and imagine (create an image) and give a meaning to the inconceivable. Somewhat of the present self, who undertakes to discard all inner dialogues and enjoy, degust the melody.
Likewise, one that doesn't conceive the meaning of the Greek text, same as I don't conceive the Arabic one, begin from the familiar sounds and the melody's character, to make their own, often automatic, connection and decyphering. A unique interpreation.
The original language of the hymns in question, is not only used to compare with the succesful (melodically, at least) translation, or as a proof of the unity, of the equivalency between one text and the other.

I, know with all certainty and beyond any doubt, that when Fairouz was recording didn't speak Greek. If we were to encounter one another face-to-face, we would be obliged to communicate using a third tongue. English, or -probably- French.
Eventhough, on the hearing of the familiar language, of the known text and melody, the part of the mind that disregards the undoubtful reallity, that pretends, that jokes around, that dreams, that consoles, fall in love and hopes, that part of the mind that composes out of nothing and out of everything the image of a reader, to whom it addresses through these words, exactly that part of the mind, finds relief from not being obliged to interpret. Lives -momentarily- within a truth in which the "Tower of Babel" was never founded and all humans speak the same language. Or not even one.
Listening my mother tongue to be uttered from someone to whom it is foreign, seems like a miracle.

Sunday, the ninth of April, 2023
Somewhere resurrection, somewhere the start of the week of passion, somewhere, neither the one, nor the other.

Υ.Γ.
Όταν φανταζόμουν αυτόν τον αναγνώστη, δε μπορούσα να προσδιορίσω τι γλώσσα μιλούσε. Προσπάθησα, είτε έτσι, είτε αλλιώς, να φανώ φιλικός προς αυτόν.

P.S.
When I was imagining that reader, I couldn't determine their language. I put an effort, either way, to be friendly to them.

Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

Απολωλώτα λήμματα

Ένα πρωί, βρήκα πως ένα αδέσποτο σκυλί είχε λουφάξει κάτω από το αμάξι.

Σαν καλός γιος, που θα έμπαινε στο αμάξι σε λίγο για να φύγουμε, ακόμα κι αν δε με διόρισε κανείς επίσημα τέτοιον, έπιασα να τρομάξω το ζωντανό, για να φύγει. Αυτό όμως - τίποτα! Σα’ να καταλάβαινε πως το “βεληνεκές” μου δεν το έφτανε, ή πως παρίστανα τον καμπόσο και τον νευριασμένο, αλλά περισσότερο ήμουν ανήσυχος για το πώς να το ‘ξαποστείλω.


Πήγα πιο εκεί στο πεζοδρόμιο, μισό πλακοστρωμένο - μισό χώμα, βρήκα ένα ξύλο αρκετά μακρύ και βάλθηκα να το τσιγκλάω.

Μετά από λίγο, τινάχτηκε το ζώο από κάτω από το αμάξι και απομακρύνθηκε περπατώντας ήρεμα, χωρίς καν να κοιτάξει προς το μέρος μου.


Το γεγονός που με έκανε να αναστατωθώ τόσο ώστε να το θυμάμαι, δεκαετίες μετά, ήταν ότι έφερε πάνω του, καρφωμένο σε μια πληγή, ένα κομμάτι από σκουπόξυλο. Και καθώς περπατούσε -σαν να μην ήταν καν εκεί- αυτό κινούνταν, όπως μια λόγχη που ο ταυρομάχος κατάφερε στη ράχη ενός ταύρου.


Στην αρχή σκέφτηκα πως εγώ το πλήγωσα το ζώο. Κι έτσι λιπόσαρκο και ήσυχο που ήταν, τρόμαξα που ήμουν ο παλιάνθρωπος αυτής της ιστορίας.

Ύστερα, όταν κατάλαβα πως εγώ δεν είχα πιάσει στα χέρια μου σκουπόξυλο, ούτε με τέτοια δύναμη μπορεί να χτύπησα το ζωντανό, φαντάστηκα πως το σκουπόξυλο ήταν ήδη κάτω από το αμάξι και καθώς τινάχτηκε, πληγώθηκε. Μα, πού ήταν και πώς στεκόταν ένα κομμάτι από σκουπόξυλο, κάτω από το αμάξι, που θα έκανε μια τέτοια ζημιά; Δεν το έβαζε ο νους μου, κι ούτε τώρα το βάζει.

Τέλος, φαντάστηκα πως το ήδη πληγωμένο ζώο προσέφυγε κάτω από το αμάξι για να βρει καταφύγιο από όποιον ή ό,τι το πλήγωσε. ‘Η ίσως ακόμη και από την ίδια την πληγή και τον πόνο του. Και πως εγώ κατόπιν, σαν το άσπλαχνο παλιόπαιδο κάθε παραμυθιού δεν το άφησα στην ησυχία του…


Δεν είναι οι τύψεις που δε με αφήνουν να ξεχάσω αυτό το περιστατικό, είναι αυτό το ήρεμο φευγιό τού αδέσποτου. Τα αδέσποτα τα ήξερα ανέκαθεν, θες από αδυναμία; θες από υπεροχή; να είναι τα πιο άκακα ζώα απέναντι στων ανθρώπων την απανθρωπιά και την χαιρεκακία.

Είναι το δέος απέναντι σε αυτή την καρτερικότητα ή αυτό το πείσμα, αυτή τη δύναμη που σήκωσε το ζωντανό στα πόδια του, χωρίς να δώσει σημασία από πού έρχεται το μένος κι ετούτη τη φορά και το ενέπνευσε να αναζητήσει τον ουσιαστικό προορισμό του: το καταφύγιο και τη γιατρειά.

Είναι η ιδέα πως, εξ’ ίσου μπορεί να μην είναι ούτε καρτερικότητα, ούτε πείσμα, ούτε κοινή λογική, ούτε ένστικτο, παρά κάτι που μου διαφεύγει. Κάτι που αδυνατώ να διακρίνω τόσο σαν έννοια όσο και σαν λέξη. Κι η αδυναμία μου αυτή - παλεύω με το νου μου - είναι είτε από ανικανότητα, είτε από φόβο να ονοματίσω αυτή την σκιώδη δύναμη, που και σαν ιδέα μυστική ακόμη προκαλεί δέος.


Την εικόνα ετούτη, τη λόγχη να παραμένει στην πληγή και τον πληγωμένο που δεν μπορεί να τη βγάλει να προχωρεί παραπέρα, την αναγνώρισα ξανά. Κράτησα αυτή, την πρώτη, σαν πρότυπο.


19:49, κα' Μαρτίου ,βκα'

Ισημερία.

Σηκώνεται άνεμος και ηφαιστειακή λάβα.

(Υπάρχει και άλλη;)

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

Μεσημβρινό - Μέρος τρίτο (Ε' μέρος)

    Η Δάφνη, έμεινε να τον παρατηρεί, ελαφρά τεντωμένη. Θυμίζοντας κατά κάποιον τρόπο τα ζώα που, αντιδρώντας σε κάποιο ερέθισμα, σηκώνουν ελαφρά το κεφάλι και στρέφουν την προσοχή τους προς αυτό. Η στάση και ο τρόπος που υιοθέτησε τελικά ο Άννας της έδωσε την εντύπωση ενός παιδιού, και της δημιούργησε εκ νέου μια σύγχυση, σχετικά με το τι αποζητά από αυτήν. Ήρθε πράγματι για να μπορέσει να δώσει απαντήσεις σε χρόνια αναπάντητα ερωτήματα, ή για να βρει ένα στήριγμα που θα τον βοηθήσει να αποτινάξει τον ζυγό των εμπειριών και της ευθύνης των επιλογών του; Ψάχνει να βρει απαντήσεις, ή να εκμαιεύσει απαντήσεις προκαταβολικά δοσμένες, να θεμελιώσει τυχόν αποφάσεις ήδη παρμένες; Δεδομένων των συνθηκών και της ελάχιστης εμπειρίας που είχαν ο ένας από τον άλλο τα αδέλφια, η Δάφνη ήξερε πως δε θα μπορούσε να βγάλει ένα δίκαιο συμπέρασμα, ακόμα κι αν από τύχη ή διορατικότητα ήταν το σωστό.
    Προσπάθησε να διατηρήσει ένα ήρεμο ύφος, κρατώντας την ένταση της ομιλίας της χαμηλή και τον ρυθμό της αργό. Με τον τρόπο αυτό, όπου ο Άννας θα κατέβαλε μια ελάχιστη –τουλάχιστον– προσπάθεια για να την ακούσει και να την παρακολουθήσει, ήλπιζε, αφ’ ενός να μην νιώσει ότι του επιτίθεται, αφ’ ετέρου, να τον αποτρέψει από το να τη διακόψει, παραδομένος σ’ αυτή την προσπάθεια να την αντιληφθεί.
    “Για να είμαι ειλικρινής, Άννα, δεν μπορώ –και δεν έχει νόημα να προσπαθήσω– να γυρίσω πίσω και να διορθώσω ό,τι δεν πήγε καλά στη σχέση μας. Θα βοηθούσε, ωστόσο, αν ήσουν πιο προσεκτικός και άκουγες ότι δεν είπα πως «η οικογένεια έφθινε μέσα μου», αλλά ότι «η ανάμνηση που ονόμαζα οικογένεια έφθινε». Θα μπορούσα να σου αραδιάσω έναν σωρό από επιδράσεις της οικογένειάς μας, έστω και ερήμην της, που επηρέασαν αποφασιστικά την πορεία της ζωής μου, την διάθεσή μου απέναντι στη ζωή και την αντίληψή μου για το ζήτημα «Οικογένεια». Θα μπορούσα, επίσης, να σου απαριθμήσω το πώς, το πόσο και το πού εκδηλώθηκε η οικογένειά μας σ’ αυτό το σπίτι σήμερα, πριν ακόμα ακούσω τα νέα σου και ιδωθούμε. Δε θα υπάρξει κανένα όφελος, ωστόσο, σε μια διαμάχη μεταξύ μας, όπου ο κάθε ένας θα είναι για τον άλλο ένας αποδιοπομπαίος τράγος, προκειμένου να μη χρειαστεί να κοιτάξει την πηγή του προβλήματος στα μάτια. Αν είναι αυτό που έψαχνες ερχόμενος εδώ, δεν προτίθεμαι να κάνω κάτι τέτοιο, λυπάμαι”.
    Ο Άννας όρθωσε το κεφάλι του και μάζεψε τα πόδια του, όσο να ακουμπούν το πάτωμα με τα πέλματα. Ψέλλισε κάτι σαν “Δεν είμαι έτσι όπως νομίζεις”, κουνώντας το κεφάλι του δεξιά και αριστερά, κοιτάζοντας χαμηλά και κατόπιν γύρισε πάλι, κοιτάζοντας τριγύρω, ψάχνοντας κάποιο σημείο να «αποθέσει» το βλέμμα του για να μην έρθει σε αμηχανία, όπως το βραχιόλι στο δεξί χέρι της Δάφνης. Η Δάφνη, από την άλλη, σηκώθηκε και πήγε, κουτσαίνοντας ελαφριά, προς τον τοίχο του χωλ στη μεριά της κουζίνας. Εκεί ήταν η συλλογή των CD της, βρήκε αυτό που έψαχνε αμέσως, σαν να ήξερε από πριν τι ήταν και που βρισκόταν αυτό που ήθελε να ακούσει, γύρισε να το βάλει στο CD player κρατώντας τη θήκη με τρία δάκτυλα και το δίσκο στην περιφέρειά του με τρία από το αριστερό χέρι της. Η ετικέτα έγραφε: «Το Μυστήριο των Βουλγαρικών Φωνών». Γυρίζοντας στην πολυθρόνα της, έκανε μια κίνηση με τα δυο χέρια της, σαν να αναμάλλιαζε τον φουντωτό βασιλικό στο τραπέζι. Το αρωματικό κλαράκι είχε πια αφήσει μόνο γκρίζες στάχτες και μια ιδέα του να στέκεται κοκκινωπή, γερμένη σαν κομμένος κορμός ευκαλύπτου που εξέχει ανάμεσα σε απόκρημνους βράχους, αταίριαστη σαν φάντασμα. Από τα φύλλα του ταχταρισμένου βασιλικού, όμως, ξεπετάχτηκε η ευωδία σαν σμάρι φτερωτά έντομα που ταράχτηκαν και καταφεύγουν τρεκλίζοντας προς όλες τις κατευθύνσεις. Η Δάφνη ξανακάθισε στην πολυθρόνα, βάζοντας την πλάτη της περισσότερο στο ένα μπράτσο και κρεμώντας τα πόδια της από το άλλο. Μπορούσε να κοιτάζει τον Άννα σε αυτή την πλάγια στάση, αλλά κράτησε το κεφάλι της χαμηλά, ίσως αναγνωρίζοντας ότι τον έφερε σε δύσκολη θέση και προσπαθώντας να μετριάσει τις εντυπώσεις. Η μουσική που άρχισε να ακούγεται έμοιαζε με γυναικεία, πολυφωνική, εκκλησιαστική χορωδία και είχε κάτι μεγαλειώδες, αλλά μαζί και παιγνιώδες, με έντονες διακυμάνσεις και ελικοειδείς κινήσεις.
    “Κοίταξε Άννα, θα σου πω τι οίδα κι ένιωσα η ίδια με τα χρόνια, μέσα από θεραπείες, θλίψεις και κόντρα-αγωγές –που άλλοτε αποφέρουν καρπούς κι άλλοτε σώζουν την υπόληψή τους από τις στατιστικές– συζητήσεις, θεωρήσεις κι αναθεωρήσεις: δεν έχει καμμία αξία η ερώτηση «τι θα γινόταν αν...», ο μόνος τρόπος να κρατήσουμε επαφή με την πραγματικότητα και να μπορέσουμε να λειτουργήσουμε και να εξελιχθούμε σ’ αυτή, είναι να διακρίνουμε το τι έγινε, τι μας έφερε αυτό και πώς θα κινηθούμε βάσει αυτού για να φτάσουμε στον τόπο που έχουμε ορίσει σαν προορισμό. Όσο οδυνηρό κι αν είναι αυτό, δε μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν, δε μπορούμε να το επανεφεύρουμε, όπως και να το ονομάσουμε. Αυτό που μπορούμε να αλλάξουμε –κοπιαστικά– είναι το πώς μας επηρεάζει, αλλά αυτό απαιτεί να πάρουμε το βλέμμα μας από το παρελθόν και να κοιτάξουμε εμπρός. Ο ξυλογλύπτης σκαλίζει σύμφωνα με τα νερά τού ξύλου, ο λαξευτής της πέτρας, διακρίνει από τον ήχο τού κάθε του χτύπου τον δρόμο που θα πάρει για να της δώσει νέα μορφή. Κι εμείς, καλούμαστε να διακρίνουμε το πώς θα μεταμορφωθούμε σ’ αυτό που οραματιζόμαστε και έχουμε ανάγκη, να το συζητήσουμε με τους δικούς μας ανθρώπους, με τις δικές μας συνθήκες. Πώς είναι δυνατόν να θέλουμε, με κλειστά τα μάτια και τ’ αυτιά, να φτάσουμε από μόνοι μας σε έναν προορισμό τον οποίο δεν έχουμε καν επισκεφτεί ξανά;
    Μη με παρεξηγείς, δε σου κάνω μάθημα, απλά προσπαθώ να σου δώσω να καταλάβεις τα δικά μου κίνητρα και τη δική μου οπτική ματιά απέναντι στη συζήτησή μας”.
    Η Δάφνη, αναλαμβάνοντας το έργο να πλησιάσει, να εξηγήσει στον Άννα το τι νιώθει και σκέφτεται, να απαλύνει τις γωνίες της διαφωνίας επί της αρχής που φαίνεται να έχουν, ήρθε στη θέση να φανεί στοργική απέναντί του, να ενδυναμώσει τον δεσμό τους με αυτό τον τρόπο και να καταλήξει την κουβέντα της πιο θερμή προς τον αδελφό της από όταν την άρχισε. Φαίνεται ίσως παράδοξο, αλλά η αλήθεια είναι πως η στοργή προς τους άλλους, ακόμα και αυτή της μητέρας προς το παιδί της, είναι κάτι που χτίζεται λίγο - λίγο, στιγμή με τη στιγμή, ένα χάδι, χαμόγελο ή μια αγκαλιά τη φορά. Δεν είναι πως δεν υπάρχουν άλλες αιτίες που παίζουν καταλυτικό ρόλο, είναι πώς μόνες τους δε θεμελιώνουν τίποτα. Η στοργή γεννάται, αυξάνει και πληθαίνει από τις εκφράσεις της, τόσο τις έκδηλες, όσο και τις μυστικές.
    Τα λόγια της, ακόμα κι αν ενίοτε φάνταζαν στον Άννα επικριτικά, ή να στερούνται άμεσης συνάρτησης με τη συζήτησή τους, διατηρούσαν κάτι από τη γοητεία που ένιωσε νωρίτερα στην εκφορά τους, στην έκφραση και στη χειρονομία τους, προσφέροντάς του ενός είδους ανάπαυση από την ένταση που τον ταλάνιζε. Αφηνόταν να παρασυρθεί από αυτή την βύθισή του κάτω από τα προσωπεία των λέξεων, στη μετάληψη ενός υποκείμενου φωνητικού ρυθμού, μιας ώθησης που, κατά έναν αόριστο τρόπο, ακολουθούσε μια δομή, ένα εκτενές μέτρο και υποσχόταν, με το να χαράσσει έναν πλατύ κύκλο, ότι θα εσώκλειε κάθε νόημα και κάθε αίσθηση που ο λόγος θα περιέγραφε εν τέλει. Αφηνόταν, σαν κολυμβητής εξαπλωμένος στην επιφάνεια της θάλασσας, πότε να ακούει τον λόγο ατόφιο και αμιγή και πότε –βυθισμένος– λειασμένο σαν βότσαλο, αναμεμειγμένο με τον παλμό της καρδιάς του και τον ήχο της αναπνοής του και την μουσική που διακρινόταν ακόμα πιο αμυδρά. Με το που έπαψε η Δάφνη, συνέφερε τον εαυτό του να απαντήσει.
    “Καταλαβαίνω τι μου λες Δάφνη, αλλά κατάλαβε κι εσύ πως, όσο δίκιο και να είχες με αυτά που μου λες απέναντι σε κάποιον τρίτο, ο ίδιος μπορώ να δεχτώ τα όσα λες τόσο, όσο μου επιτρέπει η παρούσα θέση και κατάστασή μου. Με λίγα λόγια, δε μπορώ, προκειμένου να συμφωνήσω με γενικολογίες και αφορισμούς, να διαγράψω τις παρελθούσες εμπειρίες που είναι ζωντανές και συνεχίζουν να κοχλάζουν εντός μου. Πολύ παραπάνω, όταν τέτοιες εμπειρίες και καταστάσεις καθο...”
    Τα λόγια του διακόπηκαν από το κουδούνι του θυροτηλεφώνου, το οποίο ακούστηκε δυνατά σαν ένας οξύς βόμβος, υπό τον ήχο του οποίου κάθε λέξη ήταν καταδικασμένη να θρυμματιστεί σε ψήγματα. Μαζί με τη λέξη του, ο Άννας βρέθηκε να νιώθει τον ειρμό της σκέψης του να συντρίβεται κι αυτός από τον ήχο. Ο ήχος του κουδουνιού λειτούργησε όπως αν όλα όσα ζούσε και σκεφτόταν ως εκείνη τη στιγμή ήταν μέρος μια παράστασης η οποία είχε διακοπεί. Αυτοστιγμεί θα καλούταν, λοιπόν, να απεκδυθεί τον χαρακτήρα που είχε αυθόρμητα υιοθετήσει και να απαντήσει σε κάποια κάμερα για το πώς ένοιωσε με το αστείο που είχε στηθεί στην πλάτη του. Η πρώτη του αντίδραση ήταν να προσπαθήσει να διασώσει, τουλάχιστον, την μισοτελειωμένη του φράση. Επανήλθε φωνάζοντας δυνατά και γοργά, σαν να ακουγόταν ακόμα το κουδούνι, σαν κάποιος να ερχόταν να κλέψει την κουβέντα μέσα από τα χείλη του:
    “...τέτοιες εμπειρίες και καταστάσεις καθορίζουν τη συμπεριφορά και τον χαρακτήρα μου”, για να συνεχίσει ήρεμα, “Περιμένεις κάποιον;
    Δεν σε ρώτησα τόση ώρα, έχεις συγκάτοικο; Μήπως θέλεις να φύγω;
    Ήλπιζα να μπορέσουμε να συζητήσουμε για λίγο ακόμα, ιδιαιτέρως...”
    Η Θουρία, με τον ήχο τού θυροτηλεφώνου πετάχτηκε σαν ελατήριο, τρέχοντας προς την πόρτα και πηδώντας, με τα εμπρός πόδια της να την σπρώχνουν, κάνοντας έναν ήχο σαν αυτόν που κάνουν οι πόρτες από τον αέρα, όταν ανοίγει ή κλείνει μια πόρτα στο σπίτι και η διαφορά πίεσης τις τραβάει προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Σαν να αντιλαλεί η μια πόρτα τον ήχο της άλλης, αλλιώς, σαν να είχαν συνείδηση και να χαιρετούσε η μια για ν’ αντιχαιρετούν ομού και ακαριαία οι άλλες, ή –τέλος– σαν να ξεπροβοδίζει ή να προϋπαντεί όλο το κτήριο αυτόν που περνά το κατώφλι του.
    Η Δάφνη, αντέδρασε ορθώνοντας το σώμα της και πηγαίνοντας προς το CD player βιαστικά, χωρίς να μπορεί ή να επιδιώκει να εξομαλύνει το χωλό της βάδισμα, ενώ παράλληλα εξηγούσε:
    “Πήγε κιόλας τρεις και μισή; Δεν «πήρα είδηση» το πώς πέρασε η ώρα.
    Δεν προλάβαμε να το συζητήσουμε, αλλά μεταξύ των άλλων μου ασχολιών, έχω κάποιους μαθητές στο δημοτικό ωδείο, στους οποίους διδάσκω πιάνο. Κανονικά, κάνω δυο μαθήματα το Σάββατο το πρωί, αλλά επειδή εχθές το βράδυ χτύπησα και δεν ήξερα σε τι κατάσταση θα ξυπνούσα,
    –Ανεβαίνεις στον τρίτο, Ιάσονα!
    ...πήρα τηλέφωνο τους μαθητές μου και τους ζήτησα να κάνουμε το μάθημα εδώ. Το Σάββατο, όμως, είναι και η μέρα των θεωρητικών. Έτσι, έπρεπε να είναι αργά το μεσημέρι - νωρίς το απόγευμα, για να μας βολέψει όλους. Από συγκυρία ήταν, που με βρήκες στο σπίτι σήμερα το πρωί, αλλά η ίδια συγκυρία μας διακόπτει”.
    Ο Άννας, με την απογοήτευση να τον έχει μουδιασμένο, είδε την Δάφνη να πηγαίνει προς την πόρτα, την οποία το σκυλί συνέχιζε να ωθεί επίμονα και σκέφτηκε ότι παρακολουθούσε την ακολουθία των κινήσεων της αδελφής του, όπως έλαβε χώρα και νωρίτερα, όταν έφτασε ο ίδιος και χτύπησε το κουδούνι.
    Αναρωτήθηκε, «Ήταν όντως η ίδια;» Θα ήταν επιπόλαιο ή εγωκεντρικό να φανταστεί ότι, από τότε μέχρι τώρα, η επίσκεψή του και η συζήτησή τους άλλαξε αυτή την ασήμαντη αντίδραση; Όχι ότι επέφερε μια παντοτινή αλλαγή, αλλά ότι δημιούργησε το αντίθετο αποτέλεσμα στην αδελφή του από ότι σε αυτόν. Αν, δηλαδή, σ’ αυτή την ώρα που βρισκόταν εδώ ο Άννας ανέπτυξε ένα είδος οικειότητας με τον χώρο και την Δάφνη, μπορεί η Δάφνη να αποξενώθηκε στιγμιαία από την καθημερινότητά της; να παρασύρθηκε έξω από αυτήν και να βρέθηκε με το χτύπημα του θυροτηλεφώνου ξανά στο σπίτι της, όπως ξαναβρισκόμαστε μετά από ένα ταξίδι μεγάλης διαρκείας, όπου το μέγεθος, το χρώμα, η υφή και η μυρωδιά των πραγμάτων μοιάζουν να είναι παραμορφωμένα από την απουσία μας; από αυτή την «προδοσία»; Δεν είχε απάντηση, αλλά κρύβοντάς την απ’ την ταπεινή πτυχή τού χαρακτήρα του, είχε μια ελπίδα πως η παρουσία του έπαιξε έναν τέτοιο ρόλο. Ότι επανέφερε –έστω και λίγο– στον κόσμο του την αδελφή του, επομένως την απομάκρυνε από όλα αυτά με τα οποία ήταν ανεξοικείωτος ή τα οποία αγνοούσε.
    “Ιάσονα, να σου γνωρίσω τον αδελφό μου, Άννα. Άννα, ο Ιάσονας. Σπουδάζει πιάνο”.
“Χαίρετε”.
    Ο Ιάσονας άπλωσε το δεξί του χέρι για να κάνει χειραψία, αλλά δεν κοίταζε κατάματα τον Άννα. Ίσως να βαριόταν, ίσως να νύσταζε, μετά το μεσημεριανό του, ίσως να ντρεπόταν σε ένα ξένο σπίτι, ανάμεσα σε ξένους. Το ίδιο απρόθυμα ανταπέδωσε την χειρονομία και ο Άννας, έχοντας στο νου του το πώς θα κλείσει τη συζήτησή του με τη Δάφνη.
    “Γεια σας, Ιάσονα”.
    “Ιάσονα, κάτσε στο πιάνο, παίξε μου από τα «Λουλούδια του Μάη» τού Έστεν τον «Ισπανικό Χορό»1, το κομμάτι νούμερο δέκα, και σε δυο λεπτά θα έρθω να σε εξετάσω σε ό,τι είχαμε για σήμερα. Μόνο, σε παρακαλώ, μη βγάλεις τη σουρντίνα”.
    Ο Ιάσονας προχώρησε βαριεστημένα προς το πιάνο και έμοιαζε να κουτσαίνει κι αυτός στο αριστερό πόδι, αλλά ανεπαίσθητα. Η Δάφνη κοίταξε τον Άννα με ένα χαμόγελο, το κεφάλι της ήταν ελαφριά γερμένο αριστερά και τα μάτια της ζωηρά.
    “Άννα, δε μπορέσαμε αυτή τη φορά να πούμε όλα όσα θέλαμε. Ίσως όμως να είναι και καλύτερα έτσι, θα έχουμε πιο πολλά να πούμε ο ένας στον άλλο όταν ξαναβρεθούμε. Μπορεί μέχρι να ξαναβρεθούμε, να έχουμε ήδη λιγότερες εκκρεμότητες. Γράψε μου το τηλέφωνό σου και θα σε καλέσω να τα ξαναπούμε με την πρώτη ευκαιρία, όταν δε θα έχω εγώ μαθήματα, ούτε εσύ τυπογραφικές εκκρεμότητες να σε πιέζουν. Και να φάμε”, ξεφύσηξε ένα γέλιο της στιγμής, “με την συζήτηση, πέρασε σχεδόν το μεσημέρι και σε άφησα νηστικό. Δεν ήμουν καλή οικοδέσποινα”.
    “Ναι, βεβαίως θα στο αφήσω, κάνε μου μια «αναπάντητη» σε λίγο, για να έχω κι εγώ τον αριθμό σου. Και μη σ’ απασχολούν οι τυπικότητες. Εμένα δε με απασχόλησαν”.
    “Έλα να σ’ αγκαλιάσω”.
    Η Θουρία κόλλησε πάλι πάνω τους και ο Ιάσονας γύρισε να δει τι γίνεται, έχασε το σημείο που βρισκόταν και, προς στιγμήν, σταμάτησε. Η Δάφνη ξεπροβόδισε τον Άννα, ο οποίος είχε «κολλήσει» το χαμόγελο της, αφήνοντάς το να ξεθωριάσει την γκριμάτσα της δυσαρέσκειας. Πίσω από την πόρτα, ίσα που ακουγόταν το πιάνο σ’ ένα κομμάτι σε τρεις χρόνους, με μικρές φράσεις σαν ερωταπαντήσεις, σαν τραγούδι παιδικό, από αυτά που τους βάζουν να τραγουδούν οι δάσκαλοι στο περπάτημα, ώστε να μένουν απασχολημένα και να μην αποσπούνται από τους στοίχους της ομάδας. Σώπασε, όμως, πριν καν φτάσει στην πόρτα τού ανελκυστήρα. Την άνοιξε και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με την εικόνα του, χαμογελαστός ακόμα, του πέρασε από το νου και έβγαλε για να καπνίσει ένα τσιγάρο. Περιμένοντας να βγει για να το ανάψει, πλαγιάζοντας λίγο το χαμόγελό του, παρατηρώντας πως θα πρέπει να περάσει από κάποιο κατάστημα να αγοράσει τσιγάρα, αναρωτήθηκε τι τον έπιασε με την Δάφνη και παρασύρθηκε έτσι από συναισθηματισμούς. Ο τρόπος του και τα όσα είπε, ήταν αναπάντεχα από μέρους του και η τροπή που πήρε η συζήτηση ήταν διαφορετική από κάθε πιθανή που είχε περάσει από τον νου του. Σκέφτηκε πως, αν και θα ήταν καλύτερα να μην παρασυρόταν σε τέτοιο βαθμό, όσα ειπώθηκαν ήταν ειλικρινή και πήγαζαν από μια ανάγκη να εκφραστούν. Ο ίδιος είχε αυτή την ανάγκη, ανομολόγητη ακόμα και στον εαυτό του. Αν λοιπόν εκφράστηκαν, επί τέλους, καλώς έχει. Ωστόσο, όταν έκλεινε πίσω του η εξώπορτα της πολυκατοικίας και άναβε το τσιγάρο του, είχε ακόμα στα χείλη το περιπαιχτικό χαμόγελό του, σαν να εξόρκιζε την ντροπή μιας αταξίας, σαν παιδί που πρόλαβε και ξέφυγε πριν προλάβει να του καταλογίσει κανείς τη ζημιά που έκανε.
    Έφτασε σε μια στάση και εξέτασε στον πίνακα τις γραμμές που περνούσαν από εκεί. Υπήρχε μια που περνούσε από τον σιδηροδρομικό σταθμό, αλλά θα έπρεπε να περιμένει μέχρι τις τέσσερις και τέταρτο για το επόμενο δρομολόγιο. Αποφάσισε να περιμένει, αντί να πάρει κάποια άλλη γραμμή και να ψάξει για ανταπόκριση. Δίπλα του στεκόταν ένα εφηβικό ζευγάρι και μια κυρία με ένα κοριτσάκι μικρότερο των εφτά ετών. Η κυρία έμοιαζε να είναι μεγάλη σε ηλικία για να είναι μητέρα του, φέρνοντας περισσότερο σε γιαγιά ή παραμάνα. Το κοριτσάκι είχε εμπλακεί σε μια συζήτηση με την έφηβη κοπέλα, όπου η κάθε μία προσπαθούσε με τον τρόπο της να γοητεύσει την άλλη και στην οποία προσπαθούσαν να εισβάλουν, πότε ο νεαρός και πότε η κυρία. Ήταν από αυτές τις συζητήσεις με παιδιά οι οποίες, χάριν εντυπωσιασμού, χρησιμοποιούν το πρόσχημα ότι το παιδί είναι άτομο ικανό να κάνει διάλογο ως ενήλικος. Ωστόσο, αντί να προσκαλέσουν το παιδί να μιλήσει ειλικρινά ως ενήλικος, και τον ενήλικο να του απευθύνει το λόγο όπως θα άρμοζε σε έναν τέτοιο –πράγμα που κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν εντελώς βαρετό για όλους– απλά φτιάχνουν ένα διαφορετικό περιβάλλον, φιλοπαίγμον μεν, αλλά αποστειρωμένο και οριοθετημένο, καθοδηγούμενο από τον πιο ηλικιωμένο, ώστε να μπορεί αποκρούει κάθε προσπάθεια τού παιδιού για προσθήκη φαντασίας και υπέρβασης και να διατηρεί το επίπεδο στα αντίστοιχα των διαλόγων μεταξύ ατόμων με ανεπαρκείς γλωσσικές ικανότητες και ενδιαφέροντα. Βέβαια, όλοι επωφελούνται από αυτό. Το παιδί μπαίνει στο κέντρο της προσοχής των μεγαλυτέρων, την επιδοκιμασία των οποίων επιθυμεί, ενώ οι μεγαλύτεροι διαλέγουν εκφάνσεις μιας διασκεδαστικής, δαιμόνιας ευστροφίας στις απόπειρες του παιδιού να ξεφύγει της πνευματικής ασφυξίας.
    Η προσοχή του Άννα είχε ήδη στραφεί προς τον ουρανό, όταν έφτασε το λεωφορείο που θα έπαιρνε τους τέσσερις τους και θα τον άφηνε μόνο στη στάση. Οι σκιές άρχιζαν να μακραίνουν τόσο, όσο να κάνουν τους δρόμους λιγότερο φωτεινούς και τον ουρανό να δημιουργεί αντίθεση ανάμεσα στις κορυφές των κτηρίων. Τα σύννεφα, με τις πτυχές τους, προσέθεταν ποικιλία τονισμών και καλωσόριζαν την ξεκούραση τού βλέμματος ανάμεσά τους. Ήταν μια μελωδική φράση από την γυναικεία χορωδία που άκουσε στο σπίτι της Δάφνης, που του είχε κολλήσει και την σιγομουρμούριζε κοιτάζοντας ψηλά, κυλώντας τον χρόνο ως που να φτάσει το λεωφορείο που πήρε, ως που να φτάσει στον σιδηροδρομικό σταθμό.





1Theodor Oesten, “Maiblümchen”, Op. 61, Spanischer Tanz