Είναι φορές που εκπλήσσεσαι, όταν βλέπεις να χωράει το όλο σε μόνο δυο του πόντους. Ή μέσα στο όλο, δυο πόντοι του να χωράνε μόνο. Σ' αυτή τη ματιά, την πολύ μακρινή ή την πολύ κοντινή, συχνά ξανανακαλύπτω την παρουσία της ομορφιάς.
Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2006
Τ' αντικαθρέφτισμα
Είναι πολλά χρόνια τώρα -δεκαετίες- πού 'χω ξεμακρύνει από τον τόπο και ξαναπέρασα ξέροντας πως δε θα βρω τίποτα από όσα σαν όνειρο υπήρχαν μέσα στο μυαλό μου από τόσο δα πιτσιρδέλι.
Θυμόμουν μόνο την ανηφόρα, πηγαίνοντας για το σπίτι, με την πλατιά στροφή στην δεξιά άκρη μιας παραλίας.
Θυμόμουν τον θερινό κινηματογράφο που ήταν απέναντι από το μπαλκόνι μας και βγαίναμε να δούμε ελληνικές ταινίες με τη Βουγιουκλάκη. Αυτές καταλάβαινα, τις ελληνικές. Στη στροφή, στην ανηφόρα ήταν μια ξύλινη βιτρίνα με φωτογραφίες από την ταινία της ημέρας. Τρέχαμε τα πιτσιρίκια πάνω-κάτω στο δρόμο και γεμίζαμε θαυμαστικά τον αέρα: "Θα παίξει αυτό απόψε!" (Από τότε, από τότε που δε θυμάμαι - θυμάμαι τον κινηματογράφο.)
Θυμόμουν "τον φίλο μου τον ξυλουργό"! Απέναντι από το σπίτι μας κι αυτός. Σε ένα μαγαζί με υπόστεγο. Θα πρέπει όταν με έβλεπε να έλεγε "καλώς τον φίλο μου", γιατί έτσι τον έλεγα εγώ. Τον εξίσωνα και τον έκανα φίλο, μιας και δεν ήταν ο "κύριος τάδε", ούτε εγώ ήμουν "ο πιτσιρίκος", μα "ο φίλος". Με κάνει αυτό να σκέφτομαι και να συνειδητοποιώ πως η φιλία χρειάζεται ισότητα.
Τα πράγματα αποδείχτηκαν άλλα από αυτά που νόμιζα.
Η ανηφόρα δεν είναι στη δεξιά, μα στην αριστερή (κοιτώντας από τη θάλασσα) άκρη της παραλίας.
Ο δρόμος δε στρίβει αριστερά, αλλά δεξιά.
Το σπίτι μας, δεν ήταν ανεβαίνοντας αριστερά, μα δεξιά, αλλιώς δε θα ταίριαζε η μεριά του μπαλκονιού που κοίταζε στο δρόμο (και στον κήπο, αλλά πού κήπος τώρα) με την οθόνη του θερινού κινηματογράφου που επίσης ήταν αριστερά αντί δεξιά.
Το υπόστεγο που ήταν "ο φίλος μου ο ξυλουργός", απ' ό,τι μου είπαν, δεν ήταν παρά μια ξύλινη παράγκα.
Τώρα, η οδός Αριστοτέλους είναι γεμάτη με σπίτια χωρίς κήπους, ασφαλτοστρωμένη.
Ο θερινός κινηματογράφος είναι μια ανάμνηση που κάνει την περιπτερού της μιας κάποιας ηλικίας πια, να κουνάει το κεφάλι της χαμογελώντας.
Ο φίλος μου ο ξυλουργός, μοιάζει σαν όνειρο διαλυμένο, λησμονημένο.
Αυτό που μου έκαμε περισσότερο εντύπωση απ' όλα, είναι το ότι οι αναμνήσεις μου ήταν όλες με αντίστροφες κατευθύνσεις.
Σαν ειδομένες μέσα από καθρέφτη.
Τα δεξιά - αριστερά και τούμπαλιν.
Μέχρι εχτές την Τρίτη, θα επέμενα με βεβαιότητα πως, κοιτώντας τη θάλασσα, το Πόρτο Καρράς είναι δεξιά από το Νέο Μαρμαρά.
Δεν είναι.
Τετάρτη, κ' Σεπτεμβρίου ,βστ'
11:43 μ.μ.
Πρέπει να έβρεξε και στη
Θεσσαλονίκη σήμερις...
Ακόμα out of service
και away from home.
Αν φτιάξω τον
ηλεκτρονικό εγκέφαλο
θα έχει και edit με εικονίτσες.
Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2006
Out of service
Ξαφνικά.
Απρόσμενα.
Σαν θανατηφόρο δυστύχημα.
Αν περάσατε για να διαβάσετε νέα,
δοκιμάστε τα παλιά που σας ξέφυγαν.
Ελπίζω να επιστρέψω σύντομα.
Είμαι πια εξαρτημένος από το μηχάνημα του 'ξαποδού.
ζ Σεπτεμβρίου ,βστ'
3:15 μ.μ.
Και ξανά προς τη ζέστη τραβά.
Καλό αυτό, γιατί βγήκα σε άδεια...
Παρασκευή 18 Αυγούστου 2006
Πριν το χάραμα μονάχος
Αυτό το πρωί σχόλασα αργά. Πολλές δουλειές να γίνουν, λίγοι στη βάρδια. Περασμένες πέντε βάλαμε τελεία και φύγαμε.
Οι σταθμοί του ηλεκτρικού καλοφωτισμένοι, οι άνθρωποι βιάζονται να επιβιβαστούν και ύστερα ξανακυριεύονται από τη νωχελικότητα των πριν το χάραμα τελευταίων ωρών. Σα να μην ήταν δική τους, μα του τραίνου η βούληση, που τους έκαμε να βιαστούνε.
Η πόλη έρημη λόγω εποχής, λόγω ώρας, λόγω απουσίας αγαπητών.
Τούτες τις ώρες, δεν έχεις δικούς να τα πεις, είτε κοιμούνται, είτε λείπουν, το ίδιο.
Διαλέγεις τις λέξεις να μοιραστείς μαζί τους τη ζωή σου αναδρομικά. Χρωματίζεις τις εικόνες.
Αβίαστα ξυπνούσαν τ’ άτια «στην πλάτη της θαλάσσης». Τώρα μου κάνει καντάδα ο Silvio Rodriguez δίπλα στην Κατερίνα Παπαδοπούλου...
Ούτε ένας δικός όμως.
Ούτε γνωστός καν.
Να σκάσει χαμόγελο τ’ αχείλι, να γίνει άνθρωπος ο γκρίζος κύριος.
Εκτοξεύεται ο νους σε πρόσωπα αγαπημένα.
Ρόδισε η ανατολή και επεκτείνεται στον ουρανό το φως της νεαρής ημέρας.
Κι ακούω να λέει: «Μόλο που το ξέρεις πως έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ, ως που να μάθεις τον κόσμο να γελάει».
Ταρακουνιέται το σπίτι
πιο έντονα,
άδειο.
Παρασκευή 11 Αυγούστου 2006
Η πάντα καινούργια ματιά
Δεν είμαι βέβαιος για το πότε άρχισε να φθίνει το ενδιαφέρον μου απέναντι στα στοιχεία του περιβάλλοντός μου. Μα ήρθε κάποια στιγμή που συνειδητοποίησα πως αφοσίωνα λιγότερο χρόνο, έδινα λιγότερη προσοχή στα καινούργια στοιχεία τριγύρω μου.
Και όλα ήταν καινούργια. Όλα ήταν εντυπωσιακά. Όχι γιατί τα αντιμετώπιζα για πρώτη φορά απαραίτητα. Πιο πολύ γιατί κάθε φορά που παρατηρούσα ένα γεγονός, κάποιο αντικείμενο, ο τρόπος του ήταν διαφορετικός, το αποτέλεσμα ξεχωριστό.
Μπορεί παραδείγματος χάριν να έπαιρνα σβώλους χώματος και να τους πετούσα από ψηλά στο σκληρό χώμα, στους βράχους ή στην άσφαλτο. Κάθε φορά οι σβώλοι θα σπάγανε, θα θρυμματίζονταν σε μικρά κομματάκια και θα γέμιζαν τον τόπο.
Αυτό θα έβλεπα τώρα, ίσως.
Μα αν ήταν μόνο αυτό, δε θα μου κρατούσε το ενδιαφέρον και θα τα παρατούσα στην δεύτερη ή τρίτη φορά. Δε θα γέμιζα με χώματα την άσφαλτο και το τσιμέντο. Έβλεπα όμως πως κάθε θρύψαλο του χώματος είχε δικό του σχήμα. Άλλο εκτοξευόταν στην άλλη άκρη του τόπου κι άλλο έφερνε πέντ’ έξι τούμπες μέχρι να ηρεμήσει πιο ‘κεί. Στο σημείο της πρόσκρουσης, το χώμα που θα κόλλαγε εκεί θα έφτιαχνε έναν τόσο δα λοφίσκο, κάθε φορά διαφορετικό. Τριγύρω στο κάθε θραύσμα, χρώμα έντονα διαφορετικό από την υγρασία ή μη που κρατούσε μέσα του. Λεπτές κλωστές από ρίζες διάσπαρτες και, που και που, κάποιο ζωύφιο που ξεπηδούσε κι εξαφανιζόταν με μιας.
Κι όλα τούτα, κι ακόμα περισσότερα, κάθε φορά διαφορετικά, κάθε φορά άλλα.
Τα γεγονότα επίσης, έβρισκαν πολύ πιο συχνά τον τρόπο να ερεθίζουν τη φαντασία μου, και από τις εικόνες τους – άλλες εικόνες να ξεπηδάνε και να χτίζουν κόσμους κι ιστορίες.
Η καύτρα από το τσιγάρο του πατέρα μου μεταμορφωνόταν σε κάστρο με πύργο κρυστάλλινο, που απαυγάζει κι ακτινοβολεί η εστία του στην εισπνοή. Η νεοδημιουργημένη στάχτη από τον καμένο τον καπνό και το τσιγαρόχαρτο, σα μπεντένια του κάστρου, γύρους πολλούς να το τυλίγουν. Γεμάτα φύλακες – βιγλάτορες και θεατές του απέραντου. Και μέσα στο κάστρο, φυσικά, ήταν σα να την έβλεπα την όμορφη κοπέλα που δέσποζε. Τί όμορφη!
Τι στέρησε την αφοσίωση και το ενδιαφέρον μου για τον κόσμο δεν κατάλαβα.
Ίσως αυτή η ανάγκη του λογικού ανθρώπου να κατανοήσει, να γνωρίσει, να γενικεύσει και να φτιάξει κανόνες, να ξεθώριασε τις ιδιαιτερότητες του κάθε ενός πράγματος και να έφτιαξε συνομοταξίες μονάχα από ίδια κι απαράλλαχτα όντα.
Μπορεί να πίστεψα κι εγώ τη δικαιολογία πως δεν έχω χρόνο να «χαζεύω», να αφοσιώνω σε ό,τι δεν είναι «επικερδές» κι «ωφέλιμο». Νά ‘χασα έτσι το κέρδος και το όφελος και να ατρόφησε ο νους και να χάζεψα. Γιατί δεν είναι μόνο κάστρα φωτεινά με πύργους και δεσποσύνες που ξεφανερώνονται σ’ όσους κοιτάζουν, αφοσιώνονται και παρατηρούν, που πολύτιμα και αγαπητά πάντα είναι, μα τρόποι να κάνουμε καλύτερο τον κόσμο, τη ζωή μας. Τρόποι να πετάμε πιο ψηλά και πιο γρήγορα. Τρόποι να κοιτάμε πιο μακριά και να βλέπουμε περισσότερα, μα, πιο πολύ: Τρόποι να κοιτάζουμε πιο βαθιά, να χαιρόμαστε πιο πλατιά και ν’ αγαπάμε ολοκληρωτικά.
Και να, τώρα που συνείδηση μου έγινε το πόσο πολύτιμο είναι να κοιτάζω και να βλέπω, να δίνω σημασία και αξία στα πάντα, όπως έκανα παιδί, παλεύω να ξαναμάθω αυτή την «πάντα καινούργια ματιά» που ξέμαθα με τους χρόνους. Και η τεμπελιά και η φυγοπονία στέκονται αντίπαλοι. Μα ελπίζω μέρα με τη μέρα, ματιά με τη ματιά να την ξαναποκτήσω.
θ’ Αυγούστου ,βστ’
6.49 μ.μ.
Ζεστή μέρα ταξιδιού
κι ο αέρας σύμμαχός μας.
Τετάρτη 26 Ιουλίου 2006
Αντί για ναι
που έχουμε τον δικό μας, ιδιαίτερο χώρο στον οποίο ζούμε και λειτουργούμε,
γράφουμε, ζωγραφίζουμε, παίζουμε μουσική,
διαβάζουμε και βλέπουμε ταινίες,
συλλογούμαστε και αφαιρούμαστε,
έχουμε άλλον ένα τρόπο να διακρίνουμε το σύνηθες στη ζωή μας, το τακτικό.
Λειτουργεί και υπάρχει ο χώρος μας σαν ένα οικοσύστημα από μόνος του.
Κάθε τι που προστίθεται ή αφαιρείται
χρωματίζει και αλλάζει το σύνολο,
αλληλεπιδρά με τα πάντα,
καθώς επίσης και με εμάς τους ίδιους.
Στον χώρο το δικό μας, ο χρόνος είναι το πιο σίγουρο κόσκινο,
η λύδια λίθος που θα κρίνει το τι ταιριάζει και το τι είναι παράταιρο
στον ιδιαίτερο κόσμο μας.
Ό,τι φεύγει, περνάει στη λήθη,
ό,τι παραμένει, γίνεται αναγκαίο.
Γίνεται στοιχείο αυτής της ιδιαίτερης αυλής
στην οποία καλλιεργούμε τους ανθούς μας.
Τους ποτίζουμε με τις εικόνες που μαζεύουμε από τις περιπλανήσεις μας.
Τους τρέφουμε με τις εμπειρίες και τις επιθυμίες μας.
Τους λούζουμε με το φως από τα γέλια και τα κλάματά μας.
Τους διαιωνίζουμε μοιράζοντας τους.
Αν κάθε πράγμα που προστίθεται η αφαιρείται όμως, και το πιο μικρό,
χρωματίζει και αλλάζει το σύνολο,
όταν προστίθεται ή αφαιρείται – έρχεται ή φεύγει ένας άνθρωπος,
τότε συθέμελα ξαναχτίζεται κι απ’ την αρχή ορίζεται όλος ο χώρος.
Αυτός ο δικός μας, ο ιδιαίτερος, ο συνηθισμένος,
ούτε συνηθισμένος, ούτε ιδιαίτερος,
πολύ πιο λίγο δικός μας μοιάζει.
Όπως όμως στο ποτήρι
που ο ζωγράφος ξεπλένει το χρώμα
από τις τρίχες του πινέλου,
το νερό θολώνει και δε μπορείς να δεις μέσα του,
μα λίγο – λίγο το χρώμα της τέμπερας κατακάθεται,
και καθαρίζει το νερό, γίνεται διαυγές,
έτσι κάθε αλλαγή,
μικρή ή μεγάλη,
βρίσκει τη θέση της στον κόσμο μας,
στο χώρο μας.
Κι εμείς σ’ αυτό το νέο κόσμο τον εαυτό μας.
Τον εαυτό μας τον νέο, τον αλλαγμένο,
στον νέο, αλλαγμένο κόσμο.
Κάθε τι που ήρθε κι έφυγε στον και από τον χώρο μας,
άφησε το σημάδι του, όχι μόνο στον χώρο,
μα και στο ίδιο μας το είναι.
Κάθε άνθρωπος σε υπερθετικό βαθμό.
_
Κατά καιρούς, άνθρωποι με ρώτησαν:
«χαίρεσαι που είμαι εδώ;»
ή
«σου λείπω;».
Και το «ναι» το σκέφτηκα για να το πω.
Γιατί μέσα στο «ναι» δεν περικλειόταν όλα αυτά
που αυτός ο άνθρωπος έκανε στο χώρο και το είναι μου.
Όταν εκεί ήταν,
και στο χώμα της αυλής μου τις ρίζες του, σα δέντρο
βαθιά έχωνε.
Και την κάθε σπιθαμή με τις χοντρές σα μπράτσα
και τις λεπτές σαν ίνες ρίζες πλημμύριζε.
Τίποτα απ’ το είναι μου να μην είναι
που να μη φτάνει.
Όταν έλειπε,
και σαν ένα δέντρο που το ξεριζώνει ο άνεμος από τη γης,
μια τρύπα βαθιά και φρέσκια αφήνει.
Και παίρνει μαζί του,
ανάμεσα στις ρίζες του,
κομμάτια γης.
Αφήνει πίσω του
έναν σωρό κομματάκια από ρίζες.
Για πάντα να μένουν
εντός, βαθιά, στέρεα,
στο χώμα, στο είναι.
Δε θέλω να απαντάω με ένα «ναι» σε τέτοιες ερωτήσεις.
Θέλω να κοιτάζει εκείνος που με ρωτάει
με τα μάτια τα δικά μου
τον χώρο μου,
ποτέ ξανά «ναι» να μην του πω.
4.07 μ.μ.
Τετάρτη, κστ’ Ιουλίου ,βστ’
Ζέστη στο δωμάτιο,
τα πατζούρια κλειστά.
Σάββατο 22 Ιουλίου 2006
Musafir
Είσαι στο τραίνο και στο πλάι σου άνθρωποι απ' την άλλη άκρη της γης ή της Ευρώπης, ή των Βαλκανίων, και κάποιες λέξεις, σα νά ΄χουν αναπτύξει άγκιστρα στη ράχη τους, γαντζώνονται στο νου μας και ξυπνάνε έννοιες και εικόνες.
Θες ότι η μητρική μας γλώσσα έχει απλώσει ρίζες ίσαμε την άκρη του κόσμου και τα φύλλα της, οι λέξεις της, αρωματίσανε πολλών άλλων τόπων τις γλώσσες;
Θες ότι η ναυτιλία των Ελλήνων και το εμπόριο εισήγαγαν στο λεξιλόγιό μας λέξεις όπως "καδένες", "φάτσα", "πόρτα", "σίγουρα", "κέφι", "αλέγρος", "μάρκα" και άλλες πολλές;
Θες ότι στην καθημερινότητά μας είναι αναπόσπαστο μέρος τα ακούσματα από χώρες όλου του κόσμου και ο κόσμος έχει μικρύνει;
Ίσως πάλι να είναι το ότι κι αν οι λέξεις αλλάζουν, ο τονισμός έχει πολλά κοινά. Ιδίως σε γλώσσες χωρών που βρίσκονται σε ένα γεωγραφικό χώρο που διευκολύνει την συχνή επικοινωνία και την διαπολιτισμική ανταλλαγή.
Ευχαριστιέμαι να ψάχνω στις λέξεις, στα νοήματα και στον τρόπο τους να αγκιστρωθώ, όχι για να ανασύρω τις εξηγήσεις τους, μα αυτό τον στόχο τους να επιτύχω: την επικοινωνία.
Ωστόσο, το μέσον της επικοινωνίας το οποίο πιο πολύ απ' όλα έχουμε επιτηδεύσει (κι ας μην είναι το πιο δυνατό) είναι ο λόγος. Ο γραπτός περισσότερο και σε συνέχεια ο προφορικός.
Κι αν τον λόγο τον δομούν οι πλίνθοι, οι κέραμοι και τα συνδετικά χαρακτηριστικά τους, έχει πάντα ενδιαφέρον να περιηγείσαι στων διαφορετικών γλωσσών τα κτίσματα. Να ανακαλύπτεις τους ποικίλους τρόπους, ρυθμούς και τεχνοτροπίες, που οι άνθρωποι μηχανεύτηκαν για να φτιάξουν μια εστία για εκείνο το φως που αντικρίζουν κοιτώντας και βλέποντας τον κόσμο εντός και πέρα απ' αυτούς.
01:53 π.μ.
Σάββατο, κβ' Ιουλίου ,βστ'
Οι άνεμοι συνεχίζουν να φυσάνε
μανιασμένα.
Παρασκευή 21 Ιουλίου 2006
Τα νέα του Γιώργου
Ετοίμαζα ένα ποστ για τις γλώσσες και το πρωί που έφτασα στο σπίτι, έλαβα αυτό το e-mail από τον Γιώργο στο Παλέρμο.
Όλες αυτές τις μέρες, μου ερχόταν στο νου αυτό που μας είχε πει για τον πολυετή πόλεμο του Λιβάνου:
"Οι γενιές που τον ζήσανε δε μπορούν να τον παραβλέψουν. Είναι κατεστραμμένες. Η ελπίδα είναι στην επόμενη γενιά"
Περιέγραφε καταστάσεις και σκηνές που ο νους μου ακόμα δε μπορεί να συλλάβει.
Επειδή το κείμενο ήταν γραμμένο στα αγγλικά, το μεταφράζω:
ελέγξτε αυτό το site: http://www.fromisraeltolebanon.org
και
Παρακαλώ πηγαίνετε στο http://julywar.epetition.net
και υπογράψτε την αίτηση "Σώστε τους Λιβανέζους Πολίτες" και προωθήστε αυτή την πρόσκληση στους φίλους σας.
Οι Λιβανέζοι πολίτες βρέθηκαν υπό συνεχή επίθεση από την πολιτεία του Ισραήλ για πολλές ημέρες. Η Πολιτεία του Ισραήλ, αψηφώντας τους διεθνείς νόμους και τη Συνθήκη της Γένοβας, εξαπολύει μια θαλάσσια και εναέρια πολιορκία με στόχο το σύνολο του πληθυσμού της χώρας. Αθώοι πολίτες του Λιβάνου τιμωρούνται συνολικά από την πολιτεία του Ισραήλ σε επιτηδευμένες πράξεις τρομοκρατίας όπως περιγράφονται στο Άρθρο 33 της Συνθήκης της Γενεύης.
Για όσους γνωρίζουν καλύτερα την αγγλική, ιδού το κείμενο:
check this site:http://www.fromisraeltolebanon.org
and
Please go to http://julywar.epetition.net and sign the Save the Lebanese
Civilians Petition and forward this invitation to your friends.
Lebanese civilians have been under the constant attack of the state of
Israel for several days. The State of Israel, in disregard to international
law and the Geneva Convention, is launching a maritime and air siege
targeting the entire population of the country. Innocent civilians are being
collectively punished in Lebanon by the state of Israel in deliberate acts
of terrorism as described in Article 33 of the Geneva Convention.
http://julywar.epetition.net
palermo july 2006
Ακολουθώντας την παρότρυνση για προώθηση της πρόσκλησης, χωρίς διάθεση σχολιασμού ή κριτικής άποψης, σας κοινοποίησα το παραπάνω.
Το μόνο που θα ήθελα να επισημάνω είναι πως το site http://www.fromisraeltolebanon.org έχει κάποιες εικόνες που θα ήθελα να μην αντικρίσω. Ακόμα περισσότερο, να μην υπάρξουν.
Είναι φρικαλέες και ας μην εκτεθεί κάνεις στη θέα τους εν άγνοιά του.
4:44 π.μ.
Παρασκευή, κα΄ Ιουλίου ,βστ'
Φυσάει μανιασμένα από χθες αυτές τις ώρες.