Είναι φορές που εκπλήσσεσαι, όταν βλέπεις να χωράει το όλο σε μόνο δυο του πόντους. Ή μέσα στο όλο, δυο πόντοι του να χωράνε μόνο. Σ' αυτή τη ματιά, την πολύ μακρινή ή την πολύ κοντινή, συχνά ξανανακαλύπτω την παρουσία της ομορφιάς.
Πέμπτη 27 Μαρτίου 2008
Η συνέχεια του παραμυθιού
να γράψω τη συνέχεια του παραμυθιού.
Δεν είναι που δεν έχω τί να γράψω.
Είναι που φοβάμαι να αντιμετωπίσω
αυτά που ήδη, πριν να τα γράψω,
μου αποκαλύφθηκαν μελλούμενα.
Το παραμύθι, χαρά έχει στο τέλος.
Όμως, πώς θά 'θελα
από τον πόνο να ξεφύγω.
Όμως, πώς θά 'θελα
τα ειπωμένα ν' αρνηθώ.
Δεν το γνωρίζω πως ενώ "ένα συν ένα" -
"δύο" λογιάζονται και "δύο" τα μετρώ.
Μία παρόρμηση, μια δύναμη και μέθη
φτιάχνει ένα άθροισμα πέρα από αυτό,
που ενστερνίζομαι, που δεν κατανοώ.
05:32 π.μ.
Πέμπτη, κζ' Μαρτίου ,βη'
Εντός του οίκου,
των οικείων νοσταλγός.
Σάββατο 15 Μαρτίου 2008
Το μεσημέρι που ο Πεσσόα συναντήσε τον Καβάφη
Μα δεν είδε αυτά που είδα, καθήμενος.
Τα βλέμματα τα αφοσιωμένα,
τους καθισμένους ανακούρκουδα,
τους γονυπετείς,
τους αγκαλιασμένους από τους ώμους φίλους του.
Κι όλοι μαζί να φαντασιώνονται, με βοήθεια τη μεγάλη οθόνη,
τη νύχτα που ο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη.
Για αυτό, ίσως να μην κατάλαβε, όταν του είπα πως
είχα κι εγώ όφελος που σηκώθηκα, αντί για παρακαλώ.
Χάρηκα όμως με τη χειραψία, μην το κρύψω.
Και ένοιωσα μια ζεστασιά από τους τόσους ανθρώπους
που στάθηκαν να ακούσουν και να δουν
για το Saturnia και τους επιβάτες του.
20:08
Σάββατο, ιε' Μαρτίου ,βη΄
Πριν το γυρισμό.
Σάββατο 8 Μαρτίου 2008
Το Ψαρόδεντρο (μέρος τρίτο)
"Το ψαρόδεντρο, μέρος τρίτο:
Ο γιος του ψαροδέντρου κι ο γιος του Ποντικού")
Συνέχεια από το δεύτερο μέρος, που έδινε συνέχεια στο πρώτο.
Φάνηκε τότενες στη ματιά του ανθρώπου μία λάμψη – για μια στιγμή μονάχα – σα να καθρεφτιζόταν στα αλήθεια μες στα μάτια του, ο ήλιος πού 'χε ξυπνήσει μες στο νου του.
Και χαρούμενος, ο γιος του ψαροδέντρου, τον ρώτησε:
“Έρχονται άλλοι άνθρωποι εδώ, απ' άλλα μέρη, έξω από εμάς;
Υπάρχει δρόμος να πάνε και να 'ρθούν όσοι το θέ'νε;”
“Πολλών, η Μαύρη Σκοτεινιά παρέσυρε καράβια στις στεριές μας, που τσακισμένα τά 'κλαψαν – ναυάγια. Μα ούτε έναν δεν ξέρω που να βρήκε μέσ' άπ' τη Μαύρη Σκοτεινιά το δρόμο να ξεφύγει.”
“Και τι απογίνονται οι ναυαγοί και οι παραπλανημένοι;”
“Άλλους τους βλέπεις ξανά, να δουλεύουνε σα σκλάβοι, κι άλλους ποτέ ξανά δεν συναντάς, ωσάν να μην υπήρξαν.”
“Έλα λοιπόν και δείξε μου, άνθρωπέ μου πού είναι αυτά τα κάτεργα. Κι ύστερα πού θά 'βρω του τόπου τους ανθρώπους. Να μαζευτούμε για να διώξουμε τη Μαύρη Σκοτεινιά που μας κυνηγά.”
Μα ούτε κουβέντα δε δεχότανε ο άνθρωπος του τόπου, για να πάει στα κάτεργα να του δείξει. Και μόνο να του δώσει οδηγίες για το δρόμο δέχτηκε.
Πήρανε το δρόμο πάλι και οι τρεις, ο δευτερότοκος γιος του ψαροδέντρου, η κόρη του βασιλιά των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι, και το εξάψυχο μικρό γατάκι -ο Αργύρης- και πήγαν για τα κάτεργα, που ήσαν στους πρόποδες ενός βουνού.
Εκεί βρήκαν ανθρώπους πολλούς να σκάβουν το βράχο. Που να νομίζεις πως τούτο το βουητό, δεν ήταν πράμα των ανθρώπων, παρά πως το ίδιο το Βουνό – το Τζίτζι – εμαχότανε με τη Γη όπου πατούσε.
Οι άνθρωποι, απλωμένοι στο λατομείο, χτυπούσαν με τις αξίνες τους την πέτρα, μα ετούτη, αντί να πετάει σπίθες φωτεινές, πέταγε σκοτεινές. Θαρρούσες κάθε που έσμιγε το σίδερο με την πέτρα, πως σκοτείνιαζε λίγο παραπάνω αυτή η παχιά σκοτεινιά που απλωνόταν ολούθε τριγύρω.
Δεν πέρασαν δυο στιγμές, και οι τρίχες του εξάψυχου μικρού γατιού -του Αργύρη- σηκώθηκαν όλορθες.
“Εκεί, εκεί είναι ο γιος του ψαροδέντρου!” φώναξε και πήραν να τρέχουν ξωπίσω από το εξάψυχο μικρό γατί, ο αδελφός του και η πριγκιποπούλα. Έτρεχε το γατί προς τον γιο του ψαροδέντρου, που ξεχώριζε έτσι μικροκαμωμένος που ήταν ακόμα ανάμεσα στους άλλους κατεργάρηδες.
Με το που τον αντάμωσαν, όρμηξε να τον αγκαλιάσει ο αδελφός του, μα ο πρωτότοκος τραβήχτηκε ανήσυχος.
“Μη φοβάσαι γιε του ψαροδέντρου, κι ο αδελφός σου είμαι.
Έλα και αγκάλιασέ με κι εσύ, και τώρα που σμίξαμε ποτέ δε θα ξεχωριστούμε.” Είπε ο δευτερότοκος του ψαροδέντρου. Μα ο πρωτότοκος δεν έκαμε βήμα, ούτε μπροστά, ούτε πίσω, παρά έστεκε και κοιτούσε ανίδεος, αγνώστους. Ούτε το εξάψυχο γατί αναγνώρισε -τον Αργύρη-, που τον ήξερε από την πρώτη μέρα της ζωής του, ούτε ακόμη – ακόμη και την κόρη του βασιλιά των διδύμων νήσων Μίτζι – Χότζι, πριγκιποπούλα και πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο, που πάντα ήθελε να την παντρευτεί και να ζήσουν για πάντα πάνω στα σύγνεφα. Πολλά μάλλον δε γνώρισε τον αδελφό του, που πρώτη φορά αντίκριζε.
Άρχισε μάλιστα να τους ομιλεί και να λέγει πως κανενός “ψαροδέντρου” δεν είναι γιος, και ούτε ψαρόδεντρα υπάρχουν. Ούτε στις θάλασσες, ούτε στη στεριά κανείς δεν έχει περιγράψει τέτοιο πράγμα. Μα και να υπήρχε, κανείς δε θα μπορούσε να το δει, μες στη Μαύρη Σκοτεινιά. Παρά πατέρας του είναι ο Ποντικός, και για τούτο είναι τόσο μικροκαμωμένος. Πάνω στο λόγο ξεπήδησε ο Ποντικός να μολογήσει το ίδιο. Και πως από μικρό ποντικάκι, με κόπους και θυσίες, μεγάλωσε το γιο του, που να, κοτζάμ θεριό ίσαμ' εκεί πάνω έχει φτάσει να γίνει. Μα καλύτερα να μη χασομεράνε και να γυρίσουν στο κάτεργο, γιατί κανείς δε γλιτώνει από τη Μαύρη Σκοτεινιά, που είναι παντού και μπορεί να κρύβει μέσα της τα πάντα.
“Μόνο το φως δε μπορεί να κρύψει μέσα της”, είπε ο δευτερότοκος του ψαροδέντρου. Και ο Ποντικός τον κοίταξε στραβά, καθώς ήδη είχε γυρίσει προς το λατομείο.
Ο γιος του Ποντικού (έτσι θα τον λέμε για την ώρα τον πρωτότοκο γιο του ψαροδέντρου, μιας και αυτός νομίζει ότι είναι) όμως, δεν το κούνησε ρούπι από τη θέση του. Ήταν λίγο πως δε μπορούσε να μη θαυμάζει τη πριγκιποπούλα, την πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο, κι ύστερα, ήταν τόσο περίεργη αυτή η ιστορία, και τόσο γνωστό το σουσούμι τούτου του γατιού, που ήθελε ν' ακούσει κι άλλα.
“Χωρίς κουβέντες και χασομέρια, έλα ευθύς παραπέρα να μιλήσουμε. Μακριά απ' αυτό το μπουμπουνητό και θα τα μάθεις όλα”.
Κι έτσι έγινε. Αρχίσανε να συνεννοούνται τούτοι οι δυο, και σε δυο στιγμές, είχε μάθει ξανά και ο γιος του Ποντικού τα όσα εμείς εμάθαμε από την αρχή της ιστορίας.
Αποφάσισε τότε ο γιος του Ποντικού, ακόμα και χωρίς να είναι βέβαιος για την ύπαρξη του ψαροδέντρου, να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του να βοηθήσει τούτους τους ανθρώπους, και τούτο το θαρραλέο ζώο.
Άρπαξε το λοιπόν το καμπανάκι από τα κάτεργα. Αυτό ήταν που οδηγούσε μες απ' τη Μαύρη Σκοτεινιά, τους κατεργάρηδες στο λατομείο.
Άρχισε τότε να το χτυπάει, και όλοι αφήσανε τη δουλειά τους στη μέση και πήρανε να το ακολουθούνε. Κουδούναγε, κουδούναγε, και πήγαινε μπροστά, ίσαμε πού 'φτασε σ' ένα πλάτωμα και σταμάτησε. Σταμάτησαν και οι κατεργαραίοι, με μια απορία ζωγραφισμένη στη μουτσούνα τους. Πήρε τότε να τους μιλάει ο δευτερότοκος γιος του ψαροδέντρου, και να τους εξηγεί πως τούτη η Μαύρη Σκοτεινιά δεν είναι όλο κι όλο που υπάρχει στον κόσμο. Πως ούτε θα πρέπει να αφήσουν το μελάνι της να τους τρώει την καρδιά σαν το σαράκι, μήτε να δουλεύουν τα φαρμακερά κάτεργα της. Κι άλλοι παραδέχτηκαν και σήκωσαν το κεφάλι, κι άλλοι, κρατώντας το χαμηλά, και μουρμουρίζοντας, κοιτάζοντας λοξά παραπονέθηκαν για το “πώς θα τα βάλουμε με τέτοιο τέρας εμείς οι κακομοίρηδες, που όχι μόνο στον ήλιο μοίρα δεν έχουμε, παρά και αυτός ο ήλιος πια δε στέκει;”
Μα από τη μια δε θέλανε να κουνήσουν το δακτυλάκι τους, από την άλλη, σαν είδαν πως ήτανε αρκετοί τούτοι οι “κουφιοκεφαλάκηδες” που αποφάσισαν να αποτάξουν τη Μαύρη Σκοτεινιά, τους πήραν από πίσω, χωρίς να σηκώσουν το κεφάλι, καθώς ανέβαιναν στην κορυφή του βουνού Τζίτζι. Σ' αυτούς ανάμεσα χώθηκε κι ο Ποντικός.
Η συνέχεια...
Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2008
Σκέψεις γύρω από λόγια
στη μνήμη του λοιπόν.
Σκεφτόμουν τις ημέρες που περάσαν,
σκέψεις που κύκλους κάνουν με τις εποχές:
"Από το που θα ακούσεις μιαν αλήθεια
ίσαμε το να την νιώσεις,
σα να ξελεφτερώσουνε πουλί για να το πιάσεις,
μπορεί πολύς καιρός και χρόνος να ξεφύγουν."
12:19 π.μ.
ιε' Φλεβάρη ,βη'
Πότε καλά, πότε παγωμένα,
πότε και τα δυο μαζί.
Με ένα κρύωμα
να με ταλανίζει μέρες.
Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2008
Το Ψαρόδεντρο (μέρος δεύτερο)
"Το ψαρόδεντρο, μέρος δεύτερο:
Απ' το παλάτι τ' ουρανού, στα δίδυμα νησιά")
Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση.
Κι έτσι εκάνανε. Πέρασε η νύχτα, ήρθε το χάραμα, και με τη δροσιά του πρώτου φωτός, το εξάψυχο μικρό γατάκι – ο Αργύρης – σκαρφάλωσε στο ψαρόδεντρο για νά βρει το δεύτερο γιο του.
Εκεί ήταν και τον περίμενε, στο ίδιο μέρος που ήταν κι εψές, και με την ίδια ηρεμία ξεκίνησε να πηγαίνει προς τα κάτω τον κορμό.
“Ξέρεις, ο πύργος πάνω στα σύννεφα είναι από την άλλη μεριά...”
Άρχισε να ψελλίζει το εξάψυχο μικρό γατάκι – ο Αργύρης – μα ο δευτερότοκος του ψαροδέντρου δεν έδειχνε να δίνει και πολλή σημασία. Στα μισά του δέντρου πετάχτηκε προς ένα κλαρί και κάθησε πάνω σ' ένα φύλλο. Γύρισε στο γατί και του έκανε ένα νεύμα σα να έλεγε: “Έλα, κάτσε δίπλα μου”. Το εξάψυχο μικρό γατάκι – ο Αργύρης – δεν καταλάβαινε τίποτα, μα έκανε ό,τι του είπε και με το που κάθησε πάνω στο φύλλο, αυτό κόπηκε από το βάρος τους και άρχισε να στροβιλίζεται και να πέφτει. Έκαμε να πηδήξει από αυτό, μα ο δεύτερος γιος του ψαροδέντρου τον κράτησε πρωτού ορμήξει. Και τότε έγινε αυτό το περίεργο το πράμα:
Πήρε ένας αέρας να φυσάει δυνατός, που σήκωσε το φύλλο του ψαροδέντρου, και τους επιβάτες του μαζί. Το πήρε, το στροβίλισε, και αφού το γύρισε σ' όλο τον τόπο τριγύρω, το έφτασε στο σύννεφο απάνω που ήταν ο πύργος όπου ζει η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο.
Μετά φτάσανε στον πύργο και οι τρίχες του μικρού γατιού είχανε σηκωθεί ολόρθες καθώς ο δεύτερος γιος του ψαροδέντρου έσπρωξε την πόρτα και αυτή άνοιξε αργά, με μια τσιρίδα που σου τρύπαγε τ' αυτιά. Περπάτησε τον σκοτεινό διάδρομο με τους πυρσούς κι ανέβηκε τη σκάλα που οδηγούσε στην πιο καταπληκτική αίθουσα πάνω απ' τη γη!
Εκεί βρήκαν την πριγκιποπούλα των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι, την πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο, να χτενίζεται πάνω στον χρυσό θρόνο της και να αστράφτει από την ομορφιά.
“Καλημέρα καλή μου πριγκιποπούλα.
Είμαι ο δευτερότοκος του ψαροδέντρου, και ήρθα να βρω και να σώσω τον αδελφό μου, που χάθηκε εδώ. Βοήθα με το λοιπόν, και θα σε βοηθήσω κι εγώ απ' τη μεριά μου.”
“Ούτε ο αδελφός σου, ούτε εσύ, ούτε κανένας, όποιου παιδί κι αν είναι, δεν μπορεί να με βοηθήσει. Κι ακόμα περισσότερο ανίκανη είμ' εγώ να βοηθήσω άλλον. Αφού φυλακισμένη βρίσκομαι στο έλεος της Μαύρης Σκοτεινιάς. Και φύγε, το καλό που σου θέλω, αν θες να δεις ξανά το φως του Ήλιου, αν θες να ζήσεις να δεις το αύριο.”
“Πριγκιποπούλα μου καλή, να μη φοβάσαι και ευθύς να μου το πεις το τι, το πώς, το πούθε, το από ποιον και πότε.”
Κι αρχίνησε αμέσως η πριγκιποπούλα με τα χρυσά μαλλιά και τα τσακίρικα μάτια, που είχε δάκτυλα ολόλευκα και για φουστάνι το Μάη με τα λούλουδα. Αρχίνησε η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο να αφηγείται το τι, το πώς, το πούθε, το από ποιον και πότε.
Μα, τι παράξενο πράμα! Ούτε μια ιδέα σκεπτικός, συγνεφιασμένος δεν εφάνη ο δευτερότοκος του ψαροδέντρου. Παρά ευθύς αμέσως έπιασε την κόρη από το χέρι, ώστε το χτένι που έμενε τόση ώρα άπραγο μέσα του, έπεσε και διαλύθηκε σ' είκοσι κομματάκια.
Τραβήξανε τρεχάτοι και οι τρεις, ο γιος του ψαροδέντρου, η κόρη του βασιλιά των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι, και το εξάψυχο μικρό γατάκι -ο Αργύρης- χωρίς καλά – καλά να το σκεφτούνε καν, έξω από τον πύργο και στην άκρη του σύγνεφου.
Εκεί, βρήκε ο γιος του ψαροδέντρου (ο δευτερότοκος) το φύλλο με το οποίο φτάσαν ίσαμε 'κει. Μα να σηκώσει και τους τρεις δεν ήταν μπορετό. Το πήρε το λοιπόν, και με την άκρη του τη μυτερή αρχίνησε να κόβει του σύγνεφου την άκρη. Κι όταν απόσωσε, πήρε ο αγέρας το κομματάκι από το σύγνεφο, που αποχωρίστηκε από το υπόλοιπο σύγνεφο και άρχισε να τους ταξιδεύει.
Αρχίνισε και πήγαινε, και πήγαινε το σύγνεφο, καθώς φυσούσε ο άνεμος και το παρέσερνε πάνω από την αυλή του Κυριάκου και το ψαρόδεντρο, πάνω από την πόλη και τα χωριά, τα βουνά και τους λόφους, μέχρι το τέλος της στεριάς και την αρχή της απέραντης γαλανής θάλασσας. Κι αδιάκοπος φυσούσε ο αγέρας αυτό το σώσμα από τα σύγνεφα. Σαν κουταβάκι που παίζει μ' ένα τόπι και το κυνηγά να το προφτάσει, μονάχα για να του δώσει μια και να το στείλει ακόμα παραπέρα.
Κι όταν στα πλατιά χωθήκανε τα πέλαγα, και η στεριά φάνταζε περισσότερο με σύγνεφο του ορίζοντα και ιδέα που αφήναν πίσω τους, πέρα μπροστά στο βάθος, πήρε – χωρίς κανένα λόγο – ο ουρανός να μουχρώνει. Κι αυτό το μούχρωμα, όλο και περσσότερο ν' απλώνεται μπροστά τους. Ώσπου μετά από λίγο, θάμπωσε ο Ήλιος, και κόπασε ο αγέρας. Ίσα μια μικρή αύρα είχε απομείνει να κουνάει απαλά το νεφαλάκι. Και πριν για τα καλά να χαθούνε, ο γιος του ψαροδέντρου, το εξάψυχο μικρό γατάκι – ο Αργύρης – και η πριγκιποπούλα των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι (η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο) μέσα στη Μαύρη Σκοτεινιά, πρόλαβε η εξοχότητά της να αναφωνήσει:
“Να τα!
Να τα δίδυμα νησιά Μίτζι και Χότζι!
Εκεί στο βάθος ξεχωρίζω μια ιδέα από το σχήμα τους”
Και ήτανε τούτο το τελευταίο πράγμα που ξεχώρισε. Γιατί ύστερα από αυτό, τόσο μεγάλη γίνηκε και τόσο Μαύρη η Σκοτεινιά, που θα μπορούσε κάποιος μέσα της να σκοντάψει στη μύτη του, να πέσει και να χτυπήσει άσχημα. Αφού ούτε την ίδια τη μύτη του δε θα μπορούσε να δει.
Ακούστηκε τότε η φωνή του γιου του ψαροδέντρου να λέει:
“Λοιπόν καλά φτάσαμε ίσαμε 'δω. Τώρα είναι ώρα να κατεβούμε.”
Και γρήγορα – γρήγορα, και πριν το καταλάβει καλά – καλά κανείς, πιάνει την πριγκιποπούλα από το φουστάνι της – το Μάη με τα λούλουδα – και βαστώντας το από δυο γερά κοτσάνια στις άκρες του, πήδηξε από το μικρό το σύγνεφο και πήρε μαζί του και τους άλλους δυο.
Άρχισαν τότε να πέφτουν απαλά – απαλά, με το φουστάνι να έχει φουσκώσει σαν ανοιγμένη ομπρέλα. Και αν δεν ήταν τόσο μαύρη η Μαύρη Σκοτεινιά, σίγουρα θα είχε “βγει φωτογραφία”!
Μετά από λίγο, ακούστηκε ένα βογκητό, και η πορεία τους προς τα κάτω διακόπηκε, μιας και είχανε πέσει πάνω στο κεφάλι ενός ανθρώπου. Βρεθήκανε το λοιπόν, ο γιος του ψαροδέντρου, το εξάψυχο μικρό γατάκι – ο Αργύρης – και αυτός ο άτυχος άγνωστος, μπουρδουκλωμένοι μέσα στο Μάη με τα λούλουδα που φόραγε σήμερα η πριγκιποπούλα των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι.
Και αφού ξεμπερδέψανε με τα “αχ” και τα “ωχ” και τα “σιγά το αφτί μου” και “σιγά το πόδι μου” και “προσέξτε λίγο το φουστάνι, είναι ακριβό μοντέλο” και σταθήκανε σαν άνθρωποι (εκτός από το εξάψυχο μικρό γατάκι – τον Αργύρη –, που στάθηκε φυσικά σα μικρό γατάκι), του φανερώθηκε του άτυχου ανθρώπου – που του πέσανε στο κεφάλι του ουρανοκατέβατες συμφορές – η πριγκιποπούλα, και τον ρώτησε για το τι συμβαίνει στους δίδυμους νήσους Μίτζι – Χότζι.
Άρχισε τότενες να λέει ο άτυχος άνθρωπος για την ατυχία του και την ατυχία όλου του τόπου.
Για το πώς, από τότε που χάθηκε η πριγκιποπούλα, κι ύστερα χάθηκε και ο βασιλιάς τους, τους αγκάλιασε η Μαύρη Σκοτεινιά. Και ύστερα πώς ρήμαξε η πείνα, ο καϋμός κι η απελπισία ανθρώπους, ζώα και φυτά και δε βλασταίνει ο καρπός στα χωράφια, και δε γεννούνε, ούτε δουλεύουνε τα ζώα, και δε μιλάνε, ούτε αγγίζουνε ο ένας άνθρωπος τον άλλο. Παρά δουλεύουν μοναχά, δουλειά κοπιαστική και άκαρπη. Και πως ο ίδιος όταν αποσώνει και γυρίζει στο σπίτι του, τίποτα δε θέλει άλλο από το να κοιμηθεί, και να ξυπνήσει το άλλο πρωί, με τον Ήλιο από ψηλά να τον χαιρετάει, όπως τον ήξερε από τότε που ήξερε τον εαυτό του, και τώρα αρχίζει να θαμπώνει η ανάμνησή του. Και να νομίζει πως ποτέ δεν ήταν ο Ήλιος τίποτα άλλο, παρά ένα παραμύθι, που λένε στα μικρά παιδιά για να τα ημερεύουν και να μη φοβούνται.
“Είναι ο Ήλιος και φωτίζει ακόμα άνθρωπέ μου” του είπε ο γιος του ψαροδέντρου. Και την ίδια ώρα μια λάμψη πρασινωπή φαινότανε αμυδρά να βγαίνει μέσα από τα βάθη της ματιάς του.
“Από εκεί που λάμπει ήρθαμε κι εμείς πριν από λίγο.
Και με το καλό, θα λάμψει ζεστός και όμορφος ξανά και σε τούτη τη γη.”
...τέλος δεύτερου μέρους.
Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008
e-mail περί διαμαρτυρίας 3/2/08
ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ
Δεν αγοράζουμε εφημερίδες την επόμενη Κυριακή 3/2, σαν στοιχειώδη
ένδειξη διαμαρτυρίας για την καταστρατήγηση των νόμων της πολιτείας
παθητική στάση της Ελληνικής κοινωνίας που δεν προβάλει καμία αντίσταση.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΤΕ ΤΟ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΤΟ
Και μου γεννήθηκαν κάποιες απορίες σε σχέση με αυτό, που ήθελα να μοιραστώ.
Απάντησα στον αποστολέα λοιπόν ως εξής (ακολουθεί το απαντητικό e-mail μου):
Πολύ ωραίοι οι λόγοι που περιγράφεις ως αιτίες για την συγκεκριμένη μορφή διαμαρτυρίας (όνομα αποστολέα),
Ποιος/α είναι ο/η (όνομα αποστολέα);
Αυτή η κίνηση, είναι πρόταση του/της ιδίου/ας, ή συμπαράσταση στην πρόταση κάποιου άλλου;
Διεκδικεί κάποιος την πατρότητα της πρότασης και, εν τέλει, κίνησης;
(Δεν μπορούσα να παραβλέψω τον πρώτο πληθυντικό στην διατύπωση της διαμαρτυρίας.
Υποδηλώνει την σύσταση κάποιας ομάδας;
κάποια ιδιότητα των συμμετεχόντων στην διαμαρτυρία;
Τίποτα από όλα αυτά, παρά την συναίνεση στις (αντι)θέσεις της διαμαρτυρίας;)
Αν ισχύει το δεύτερο (πρόταση κάποιου άλλου), ποιος είναι αυτός;
Γιατί την Κυριακή (μόνο);
Γιατί όχι (και) κάποια άλλη μορφή διαμαρτυρίας;
(Όνομα αποστολέα), είσαι κάποιος άγνωστος/η που στέλνει ένα e-mail και προτείνει ενός είδους διαμαρτυρία.
Και αυτό, ώστε η διαμαρτυρία στην οποία θα συμμετάσχω, να μην είναι εξίσου παθητική με την "στάση της ελληνικής κοινωνίας που δεν προβάλλει καμία αντίσταση",
Αν και η αναγνωσιμότητά του είναι (φαντάζομαι) μηδαμινή, αν επιθυμείς η απάντησή σου πάνω στα ερωτήματά μου να απευθυνθεί σε πάνω από ένα άτομο (τον υποφαινόμενο) μπορείς να την κάνεις ως σχόλιο εκεί. (exirio.blogspot.com).
ευχαριστώ για το χρόνο και το ενδιαφέρον σου
να μου στείλεις το e-mail που μου έστειλες,
ακόμα κι αν δε μου απαντήσεις.
Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008
Το Ψαρόδεντρο (μέρος πρώτο)
"Το ψαρόδεντρο, μέρος πρώτο:
Ο γιος του ψαροδέντρου και η Μάυρη Σκοτεινιά")
Ο Κυριάκος εκείνο το Σάββατο είχε πάει στην ψαραγορά, όπου είχε βρει πρώτης τάξεως κολιούς.
Οι κολιοί, αν μαγειρευτούν ωραία, είναι υπέροχο φαΐ!
Έφαγε λοιπόν, και χόρτασε, και χόρτασε ύστερα και ο γάτος του ο μικρός, ο Αργύρης.
Ο Αργύρης, ο γάτος του, πήρε ύστερα 'κανα-δυο ψαροκόκαλα από αυτά που είχε αφήσει ο Κυριάκος και τα σκέπασε με χώμα στην αυλή του, όπως παραχώνει τις ακαθαρσίες του.
Την άλλη μέρα το πρωί, Κυριακάτικα, στον κήπο του Κυριάκου είχε γενεί ένα θάμα.
Το θάμα το λοιπόν, ήτανε το εξής:
Εκεί ακριβώς που είχε παραχώσει ο γάτος ο Αργύρης τα ψαροκόκαλα, είχε φυτρώσει ένα δέντρο.
Μα δεν ήταν μαθές δέντρο κανονικό ετούτο, παρά πιο πολύ έφερνε σε ψάρι.
Σα να λέμε, ήταν ένα πράμα σαν πλατύφυλλο κυπαρίσσι, μα που τα ασημιά σαν της λεύκας φύλλα του το τύλιγαν γύρω – τριγύρω σα λέπια ψαριού, και η ουρά μονάχα του έλλειπε.
Είχε και δυο κόμπους, ψηλά, ωσάν ομάθια, που το ένα κοιτούσε την Ανατολή και το άλλο τη Δύση.
Εκείνο που κοιτούσε δυτικά, τα πρωινά έμενε κλειστό, και το άλλο, έκλεινε το απόγευμα. Σαν τα λουλούδια που ανοίγουν με τον ήλιο. Μονάχα που το βράδυ μπορεί, αν κοιτούσες προσεχτικά και για ώρα, να ξεχώριζες μια λάμψη πρασινωπή να απαυγάζεται από τα “μάθια” του ψαροδέντρου, τα οποία -μέρα με τη μέρα- έμοιαζαν να μεγαλώνουν.
Στην αυγή της πρωτομαγιάς, το ανατολικό μάτι έσκασε, και φάνηκε από μέσα του ένα μικρό παιδάκι, με ένα περήφανο βλέμμα που δεν το βάνει ο νους σου!
Και με το που άνοιξε τα μάτια του, άρχισε να σκαρφαλώνει προς την κορφή του ψαροδέντρου.
Το είδε το γατάκι το μικρό, ο Αργύρης, και πήρε στο κατόπι το μικρό παιδί.
Μόλις το έφτασε του λέει: “Για πού το έβαλες και σκαρφαλώνεις – ακόμα δεν ξεφύτρωσες – μικρό παιδάκι;”
“Εγώ είμαι ο γιος του ψαροδέντρου” είπε το μικρό παιδάκι, “και πηγαίνω στην κορυφή του δέντρου, κι από 'κεί στον ουρανό, στον πύργο πάνω στα σύννεφα, που ζει η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο. Θα τη βρω, θα την παντρευτώ, και θα ζούμε για πάντα πάνω στα σύννεφα!”
Και με το που αποσώνει τούτα τα λόγια, βγαίνουν από τις φυλλωσιές και φτάνουν στην κορυφή του ψαροδέντρου, όπου τους βλέπει ο Ήλιος. Τους βλέπει και ο Αητός, και ορμάει γρήγορα – γρήγορα και τους αρπάζει στα κράνυχά του.
Του λέει τότε το μικρό παιδάκι με ύφος βλοσυρό: “Πέταξε μέχρι τον πύργο στα σύννεφα, που ζει η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο, και εκεί άφησέ μας!” Μα πού ν' ακούσει ο Αητός; Τους πήγαινε στη φωλιά του να τους φάει...
Άρχισε τότενες το γατάκι το μικρό – ο Αργύρης – να νιαουρίζει και να κλαίει.
“Μιάου, μιάου, πάει, θα μας φάει, θα μας ταΐσει στα πουλιά του, αλοίμονο!” και γύρισε το μικρό παιδάκι στον Αητό και του είπε: “Αν δε μας πας να μας αφήσεις στον πύργο στα σύννεφα, που ζει η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο, θα κάτσω στο λαιμό σου σαν ψαροκόκαλο και θα σε πνίξω, γιατί εγώ είμαι ο γιος του ψαροδέντρου! Μη με παρακούς το λοιπόν, και πήγαινέ μας αμέσως, γιατί πάω στον πύργο πάνω στα σύννεφα, όπου ζει η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο. Θα την παντρευτώ, και θα ζούμε για πάντα πάνω στα σύννεφα!”
Ο Αητός, όντ' άκουσε ότι το μικρό παιδάκι – που ήταν μια χαρά μεζές για πρωινό – ήταν ο γιος του ψαροδέντρου, σκέφτηκε πως μπορεί όντως να του καθόταν στο λαιμό και να τον έπνιγε και φοβήθηκε. Προτίμησε το λοιπόν να τους κάνει το χατήρι, γιατί “Καλό είναι να κρατάς και καμία “πισινή” σα δεν ξέρεις”, όπως του είπε μια φωνή βαθιά και επιβλητική, που οι άλλοι δεν κατάλαβαν.
Τους άφησε το λοιπόν ο Αητός έξω από τον πύργο πάνω στα σύγνεφα, όπου ζει η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο και έφυγε, καθώς χτυπούσανε το “ρόπτρο”, το χερούλι σα να λέμε από την τεράστια πόρτα.
Χτυπούσαν, χτυπούσαν, μα απάντηση δεν παίρνανε, και το μικρό παιδάκι δε μπορούσε να σταθεί σε μια θέση: “Και πού είναι και κανείς δεν απαντά;” και “Μήπως έχουν βγει για ψώνια;” και “Να δεις που θα έχουν πάει καμιά επίσκεψη και τσάμπα ήρθαμε τόσο νωρίς!” και “Λες να τρώνε; Αλλά και να τρώνε, δε θα το ακούγανε που χτυπάμε;” Και πήγαινε κι ερχότανε, και ξαναχτύπαγε και ξαναχτύπαγε... Ενώ ο Αργύρης, ο γάτος ο μικρός, στεκόταν καμπουριασμένος πιο 'κεί με τα μπροστινά του πόδια τεντωμένα.
“Μήπως να μπούμε έτσι κι αλλιώς; Από τούτη την τρύπα αυτή στη γωνία χωράμε σίγουρα.”
είπε το μικρό παιδάκι, μα ο Αργύρης δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται, γιατί δεν του άρεσε καθόλου αυτός ο πύργος, και δεν το έβρισκε καθόλου πρέπον να ζει εκεί μια πριγκιποπούλα που θα είναι η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο. Του ταίριαζε περισσότερο να ζει εκεί μια λάμια, ή ένας δράκος, ή ένα τέρας τέλος πάντων που θα ήταν από τζάκι μεγάλων και φοβερών τεράτων, για τα οποία λέμε ιστορίες τα βράδια και όταν πάμε να κοιμηθούμε σκεπαζόμαστε πιο προσεκτικά, να μην αφήσουμε ούτε μια ακρούλα ξεσκέπαστη (μήπως κρυώσουμε, μη φανταστείτε τίποτα άλλο)...
Αλλά μέχρι να σας τα διηγηθώ όλα τούτα που σκεφτόταν ο Αργύρης, το μικρό παιδάκι είχε τρυπώσει κιόλας μέσα στον πύργο από την μικρή τρύπα στη γωνία της ξύλινης πελώριας πόρτας, και ο Αργύρης τον πήρε στο κατόπι.
Ο πύργος μέσα ήταν σκοτεινός, κι εδώ κι εκεί είχε μεγάλους πυρσούς με φωτιές που σιγοτρεμοπαίζανε και ρίχνανε στους μεγάλους πέτρινους τοίχους σκιές. Παραπέρα ήταν μια σκάλα, και μετά από αυτή μπήκαν, το μικρό παιδάκι και ο γάτος ο Αργύρης, σε μια αίθουσα που – πώς να το πω βρε παιδιά – ήταν η πιο καταπληκτική αίθουσα που είχαν μπει σ' ολάκερη τη ζωή τους!
Είχε χαλιά από την Περσία, είχε έπιπλα του Βασιλιά Ήλιου (από εκεί πήρε ιδέες και ένας βασιλιάς της Γαλλίας τα παλιά – παλιά χρόνια και είναι ακόμα ξακουστά τα έπιπλά του), είχε κρύσταλλα από τη Βοημία, είχε χρυσάφι από την Χαλκιδική και τη Σαμαρκάνδη, ασήμι από το Ποτοσί και την Αργυρούπολη, διαμάντια από την Ινδία και το Κιλιμάντζαρο, και στο κέντρο ακριβώς, πάνω σε ένα θρόνο χρυσό, καθόταν και χτενιζότανε μια κόρη όμορφη πολύ, που είχε χρυσά μαλλιά και μάτια τσακίρικα, που είχε δάκτυλα ολόλευκα και για φουστάνι τον ουρανό με τ' άστρα. Αυτή ήταν η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο.
“Γεια σου χαρά σου πριγκιποπούλα, και πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο!
Εγώ είμαι ο γιος του ψαροδέντρου, και ήρθα να σε παντρευτώ, και να ζήσουμε για πάντα πάνω στα σύννεφα.” Είπε το μικρό παιδάκι.
“Και σάμπως νομίζεις πως και νά 'θελα, θα μπορούσα να παντρευτώ;” ρώτησε η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο. Και του είπε μετά:
“Εδώ που με βλέπεις, δεν είμαι με τη θέλησή μου, παρά με κρατά φυλακισμένη η Μαύρη Σκοτεινιά. Και άμα τυχόν την ξεγελάσω και φύγω – πράγμα που κανένας φυλακισμένος της δεν κατάφερε ποτέ να κάνει – θα σκορπιστεί ολούθε πάνω στη γη για να με βρει, κι εκεί θα μείνει για πάντα.
Με πήρε από τον πατέρα μου, τον βασιλιά των δίδυμων Νήσων Μίτζι-Χότζι, αφού πρώτα τον μέθυσε με υποσχέσεις για αιώνια βασιλεία και παντοδυναμία. Μα ήταν όλα ψέματα, γιατί με το που με πήρε η Μαύρη Σκοτεινιά, μαράζωσε κι ο πατέρας μου και τον πήρε κι αυτόν.
Μα μας κρατάει χωριστά τον ένα από τον άλλο. Σ' άλλη μεριά, μα στον ίδιο πύργο πάνω στα σύννεφα που διαφεντεύει. Λύγισαν οι Μιτζιότες, λύγισαν και οι Χοτζιότες κάτω από τη Μαύρη Σκοτεινιά που τους αγκάλιασε. Και μη θαρρείς πως αν τύχει και σε βρει εδώ, θα σου χαρίσει τη ζωή.”
“Να μη φοβάσαι άλλο πια, και μην ανησυχείς. Γιατί εγώ, ο γιος του ψαροδέντρου, θα σε σώσω μια και καλή από τη Μαύρη Σκοτεινιά που σε κρατάει εδώ φυλακισμένη.” Είπε το μικρό παιδάκι, σηκώνοντας καμαρωτό το κορμί του και με δυνατή φωνή.
“Θα την κάνω τη Μαύρη Σκοτεινιά χίλια κομμάτια, που να μη μπορεί να πάρει πια κανέναν. Θα σώσω και τον βασιλιά των δίδυμων νήσων Μίτζι-Χότζι. Κι αφού θα διώξουμε τη Μαύρη Σκοτεινιά για πάντα, θα σε παντρευτώ, και θα ζούμε για πάντα πάνω στα σύννεφα!”
Και στη στερνή λέξη που είπε το μικρό παιδάκι εμφανίστηκε η Μαύρη Σκοτεινιά.
Θα μπορούσαμε βέβαια να ισχυριστούμε πως “εξαφανίστηκε” η Μαύρη Σκοτεινιά, μιας και όταν βρίσκεται η Μαύρη Σκοτεινιά κάπου, ό,τι άλλο βρισκόταν εκεί μέχρι πριν από λίγο, παύει να φαίνεται και εξαφανίζεται μέσα της. Αυτό που δεν πρέπει να ξεχάσω όμως να πω, μαζί με την “εμφάνιση” της Μαύρης Σκοτεινιάς, είναι πως αμέσως μετά την τελευταία λέξη που είπε το μικρό παιδάκι, που ήταν η λέξη “σύννεφα”, χάθηκε μέσα στη Μαύρη Σκοτεινιά κι εξαφανίστηκε.
Κι ύστερα πήρε να τρέχει το γατάκι το μικρό – ο Αργύρης – και να τρέχει, να φύγει μακριά, γιατί ό,τι και νά 'ταν αυτή η Μαύρη Σκοτεινιά, σίγουρα ήταν από τζάκι μεγάλων τεράτων, από αυτά που αναφέραμε πιο πριν. Έτρεξε και έτρεξε, ίσαμε που βγήκε κακήν – κακώς από τον πύργο πάνω στα σύγνεφα, και όταν έφτασε στην στην άκρη – άκρη, δεν σταμάτησε και έπεσε.
Αν δεν το ξέρετε, οι γάτες είναι εφτάψυχες, αυτό το μικρό γατάκι το λοιπόν, έχασε από νωρίς την πρώτη του ψυχή, πέφτοντας από τον ουρανό, από τον πύργο πάνω στα νέφαλα, όπου ζει η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο. Επομένως ο Αργύρης, έγινε από την ώρα εκείνη μια γάτα εξάψυχη, και ως τέτοια θα την έχουμε στο νου μας από 'δώ και μπρος.
Με το που έπεσε με τα πόδια ο Αργύρης – θα πρέπει να σας ενημερώσω πως οι γάτοι, ακόμα και οι εξάψυχοι, ακόμα και τα μικρά γατάκια, πέφτουν με τα πόδια πάντοτε – πήρε να τρέχει προς το σπίτι του. Έτρεχε και έτρεχε, σάμπως να κυνηγούσε καμιά μύγα αόρατη. Κι όπου περνούσε έτσι φουριόζος καταπώς ήτανε, αναστάτωνε ζώα, φυτά κι ανθρώπους. Είχε περάσει η ώρα και οι κοπελιές είχανε πιάσει πια το Μάη. Οι νοικοκυράδες είχαν πετάξει τα ψίχουλα και τ' αποφάγια έξω από τις στολισμένες με λουλούδια πόρτες των σπιτιών, πράγμα που δε θα το παρέβλεπε το γατάκι, αν δεν ήταν τόσο τρομαγμένο από τη Μαύρη Σκοτεινιά.
Όταν έφτασε στην αυλή το γατάκι και αντίκρισε το ψαρόδεντρο, αντίκρισε άλλο ένα θάμα:
Εκεί που ήταν πριν το άλλο “ομάτι” του ψαροδέντρου, ήτανε τώρα και καθότανε ένα μικρό παιδάκι, φτυστό ετούτο πού 'χε καταπιεί η Μαύρη Σκοτεινιά. Αυτό όμως δε φαινότανε να προσπαθεί να σκαρφαλώσει πουθενά. Ούτε κοίταζε περήφανα κανέναν. Παρά κοιτούσε προς τη δύση του ηλίου ήρεμο κι ακίνητο. Το γατάκι, βλέποντας αυτό το παράξενο πράμα, στάθηκε ακίνητο κι αυτό, μη ξέροντας – να είναι άραγε ετούτο το μικρό παιδάκι που το κατάπιε η Μαύρη Σκοτεινιά, για κάποιο μαγικό που δεν το ξέρει και καλύτερα να μην το μάθει ποτέ του;
Αφού στάθηκε λίγη ώρα σα νά 'ταν βαλσαμωμένο κι εθώριε, άπλωσε το μπροστά αριστερό του πόδι και άρχισε να πηγαίνει προς το ψαρόδεντρο. Όταν έφτασε να έχει σκαρφαλώσει δίπλα στο μικρό παιδάκι, τόσο κοντά που ίσα – ίσα που δεν ακουμπούσανε τα μουστάκια από τη μουσούδα του στο πρόσωπο του μικρού παιδιού, του είπε:
“Δεν ξέβρω τι μάγι της πρωτομαγιάς είναι τούτο εδώ, μα εσύ μοιάζεις με το άλλο το μικρό παιδάκι τόσο πολύ! Και πάλι – μάγι της πρωτομαγιάς – τόσο πολύ δε μοιάζεις με το άλλο μικρό παιδάκι! Είσαι το αδελφάκι του το δίδυμο, για είσαι εσύ και σε κατάπιε η Μαύρη Σκοτεινιά, μα πρόλαβες να ξεφύγεις από το στόμα της την τελευταία στιγμή;”
“Εγώ είμαι ο δεύτερος γιος του ψαροδέντρου, και μόλις εγεννήθηκα.
Το ξεύρω πως έχω έναν αδελφό, ίδιο μ' εμένα, μα που κοιτάζει αλλού.
Πες μου το λοιπόν τι σόι γάτος είσ' εσύ, και που τα ξέρεις τούτα όλα που τα μολογάς.
Το τι, το πώς, το πούθε, το από ποιον και πότε.”
Και άρχισε τότε να εξιστορεί το μικρό γατάκι με το νι και με το σίγμα,
το τι, το πώς, το πούθε, το από ποιον και πότε.
Τού 'πε για το μικρό παιδάκι, τού 'πε για τον Αητό, τον πύργο πάνω στα σύννεφα, όπου ζει η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο, τού 'πε για την πριγκιποπούλα, τού 'πε για τον πατέρα της το βασιλιά στα δίδυμα νησιά Μίτζι – Χότζι, τού 'πε για τη Μαύρη Σκοτεινιά, τού 'πε για την ψυχή που έχασε και τώρα είναι εξάψυχο, όλα του τά 'πε και τίποτε δεν παρέλειψε. Παρά μονάχα πως είχε αρχίσει να πεινάει, νηστικό όλη τη μέρα.
“Καλά,” του είπε το μικρό παιδάκι, “πήγαινε και κοιμήσου, πήγαινε και φάε και πιε.
Λίγο το λίγο σουρουπώνει κι έρχεται σκοτεινιά. Αύριο που θά 'ρθει ξανά ο ήλιος και το φως, θα πάμε να βρούμε τον αδελφό μου, το γιο του ψαροδέντρου.”
...τέλος πρώτου μέρους.
Η πρόθεση να παρουσιαστεί ολόκληρη η ιστορία του Ψαρόδεντρου εντός του Γενάρη, από μόνη της δεν ήταν αρκετή για να καρποφορήσει. Αρκούμαι στην πραγματικότητα και κοινοποιώ το πρώτο μέρος. Μέχρι το πέρας της αφήγησης, ενδέχεται να υπάρξουν μικροαλλαγές/διορθώσεις κ α ι σε αυτό το μέρος. Η συνέχειά της ιστορίας έπεται.