Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2008

Το Ψαρόδεντρο (μέρος δεύτερο)

(Ή αλλιώς,
"Το ψαρόδεντρο, μέρος δεύτερο:
Απ' το παλάτι τ' ουρανού, στα δίδυμα νησιά")

Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση.

Κι έτσι εκάνανε. Πέρασε η νύχτα, ήρθε το χάραμα, και με τη δροσιά του πρώτου φωτός, το εξάψυχο μικρό γατάκι – ο Αργύρης – σκαρφάλωσε στο ψαρόδεντρο για νά βρει το δεύτερο γιο του.

Εκεί ήταν και τον περίμενε, στο ίδιο μέρος που ήταν κι εψές, και με την ίδια ηρεμία ξεκίνησε να πηγαίνει προς τα κάτω τον κορμό.

“Ξέρεις, ο πύργος πάνω στα σύννεφα είναι από την άλλη μεριά...”

Άρχισε να ψελλίζει το εξάψυχο μικρό γατάκι – ο Αργύρης – μα ο δευτερότοκος του ψαροδέντρου δεν έδειχνε να δίνει και πολλή σημασία. Στα μισά του δέντρου πετάχτηκε προς ένα κλαρί και κάθησε πάνω σ' ένα φύλλο. Γύρισε στο γατί και του έκανε ένα νεύμα σα να έλεγε: “Έλα, κάτσε δίπλα μου”. Το εξάψυχο μικρό γατάκι – ο Αργύρης – δεν καταλάβαινε τίποτα, μα έκανε ό,τι του είπε και με το που κάθησε πάνω στο φύλλο, αυτό κόπηκε από το βάρος τους και άρχισε να στροβιλίζεται και να πέφτει. Έκαμε να πηδήξει από αυτό, μα ο δεύτερος γιος του ψαροδέντρου τον κράτησε πρωτού ορμήξει. Και τότε έγινε αυτό το περίεργο το πράμα:

Πήρε ένας αέρας να φυσάει δυνατός, που σήκωσε το φύλλο του ψαροδέντρου, και τους επιβάτες του μαζί. Το πήρε, το στροβίλισε, και αφού το γύρισε σ' όλο τον τόπο τριγύρω, το έφτασε στο σύννεφο απάνω που ήταν ο πύργος όπου ζει η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο.

Μετά φτάσανε στον πύργο και οι τρίχες του μικρού γατιού είχανε σηκωθεί ολόρθες καθώς ο δεύτερος γιος του ψαροδέντρου έσπρωξε την πόρτα και αυτή άνοιξε αργά, με μια τσιρίδα που σου τρύπαγε τ' αυτιά. Περπάτησε τον σκοτεινό διάδρομο με τους πυρσούς κι ανέβηκε τη σκάλα που οδηγούσε στην πιο καταπληκτική αίθουσα πάνω απ' τη γη!

Εκεί βρήκαν την πριγκιποπούλα των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι, την πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο, να χτενίζεται πάνω στον χρυσό θρόνο της και να αστράφτει από την ομορφιά.


“Καλημέρα καλή μου πριγκιποπούλα.

Είμαι ο δευτερότοκος του ψαροδέντρου, και ήρθα να βρω και να σώσω τον αδελφό μου, που χάθηκε εδώ. Βοήθα με το λοιπόν, και θα σε βοηθήσω κι εγώ απ' τη μεριά μου.”

“Ούτε ο αδελφός σου, ούτε εσύ, ούτε κανένας, όποιου παιδί κι αν είναι, δεν μπορεί να με βοηθήσει. Κι ακόμα περισσότερο ανίκανη είμ' εγώ να βοηθήσω άλλον. Αφού φυλακισμένη βρίσκομαι στο έλεος της Μαύρης Σκοτεινιάς. Και φύγε, το καλό που σου θέλω, αν θες να δεις ξανά το φως του Ήλιου, αν θες να ζήσεις να δεις το αύριο.”

“Πριγκιποπούλα μου καλή, να μη φοβάσαι και ευθύς να μου το πεις το τι, το πώς, το πούθε, το από ποιον και πότε.”

Κι αρχίνησε αμέσως η πριγκιποπούλα με τα χρυσά μαλλιά και τα τσακίρικα μάτια, που είχε δάκτυλα ολόλευκα και για φουστάνι το Μάη με τα λούλουδα. Αρχίνησε η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο να αφηγείται το τι, το πώς, το πούθε, το από ποιον και πότε.

Μα, τι παράξενο πράμα! Ούτε μια ιδέα σκεπτικός, συγνεφιασμένος δεν εφάνη ο δευτερότοκος του ψαροδέντρου. Παρά ευθύς αμέσως έπιασε την κόρη από το χέρι, ώστε το χτένι που έμενε τόση ώρα άπραγο μέσα του, έπεσε και διαλύθηκε σ' είκοσι κομματάκια.

Τραβήξανε τρεχάτοι και οι τρεις, ο γιος του ψαροδέντρου, η κόρη του βασιλιά των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι, και το εξάψυχο μικρό γατάκι -ο Αργύρης- χωρίς καλά – καλά να το σκεφτούνε καν, έξω από τον πύργο και στην άκρη του σύγνεφου.

Εκεί, βρήκε ο γιος του ψαροδέντρου (ο δευτερότοκος) το φύλλο με το οποίο φτάσαν ίσαμε 'κει. Μα να σηκώσει και τους τρεις δεν ήταν μπορετό. Το πήρε το λοιπόν, και με την άκρη του τη μυτερή αρχίνησε να κόβει του σύγνεφου την άκρη. Κι όταν απόσωσε, πήρε ο αγέρας το κομματάκι από το σύγνεφο, που αποχωρίστηκε από το υπόλοιπο σύγνεφο και άρχισε να τους ταξιδεύει.


Αρχίνισε και πήγαινε, και πήγαινε το σύγνεφο, καθώς φυσούσε ο άνεμος και το παρέσερνε πάνω από την αυλή του Κυριάκου και το ψαρόδεντρο, πάνω από την πόλη και τα χωριά, τα βουνά και τους λόφους, μέχρι το τέλος της στεριάς και την αρχή της απέραντης γαλανής θάλασσας. Κι αδιάκοπος φυσούσε ο αγέρας αυτό το σώσμα από τα σύγνεφα. Σαν κουταβάκι που παίζει μ' ένα τόπι και το κυνηγά να το προφτάσει, μονάχα για να του δώσει μια και να το στείλει ακόμα παραπέρα.

Κι όταν στα πλατιά χωθήκανε τα πέλαγα, και η στεριά φάνταζε περισσότερο με σύγνεφο του ορίζοντα και ιδέα που αφήναν πίσω τους, πέρα μπροστά στο βάθος, πήρε – χωρίς κανένα λόγο – ο ουρανός να μουχρώνει. Κι αυτό το μούχρωμα, όλο και περσσότερο ν' απλώνεται μπροστά τους. Ώσπου μετά από λίγο, θάμπωσε ο Ήλιος, και κόπασε ο αγέρας. Ίσα μια μικρή αύρα είχε απομείνει να κουνάει απαλά το νεφαλάκι. Και πριν για τα καλά να χαθούνε, ο γιος του ψαροδέντρου, το εξάψυχο μικρό γατάκι – ο Αργύρης – και η πριγκιποπούλα των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι (η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο) μέσα στη Μαύρη Σκοτεινιά, πρόλαβε η εξοχότητά της να αναφωνήσει:

“Να τα!

Να τα δίδυμα νησιά Μίτζι και Χότζι!

Εκεί στο βάθος ξεχωρίζω μια ιδέα από το σχήμα τους”


Και ήτανε τούτο το τελευταίο πράγμα που ξεχώρισε. Γιατί ύστερα από αυτό, τόσο μεγάλη γίνηκε και τόσο Μαύρη η Σκοτεινιά, που θα μπορούσε κάποιος μέσα της να σκοντάψει στη μύτη του, να πέσει και να χτυπήσει άσχημα. Αφού ούτε την ίδια τη μύτη του δε θα μπορούσε να δει.

Ακούστηκε τότε η φωνή του γιου του ψαροδέντρου να λέει:

“Λοιπόν καλά φτάσαμε ίσαμε 'δω. Τώρα είναι ώρα να κατεβούμε.”

Και γρήγορα – γρήγορα, και πριν το καταλάβει καλά – καλά κανείς, πιάνει την πριγκιποπούλα από το φουστάνι της – το Μάη με τα λούλουδα – και βαστώντας το από δυο γερά κοτσάνια στις άκρες του, πήδηξε από το μικρό το σύγνεφο και πήρε μαζί του και τους άλλους δυο.

Άρχισαν τότε να πέφτουν απαλά – απαλά, με το φουστάνι να έχει φουσκώσει σαν ανοιγμένη ομπρέλα. Και αν δεν ήταν τόσο μαύρη η Μαύρη Σκοτεινιά, σίγουρα θα είχε “βγει φωτογραφία”!

Μετά από λίγο, ακούστηκε ένα βογκητό, και η πορεία τους προς τα κάτω διακόπηκε, μιας και είχανε πέσει πάνω στο κεφάλι ενός ανθρώπου. Βρεθήκανε το λοιπόν, ο γιος του ψαροδέντρου, το εξάψυχο μικρό γατάκι – ο Αργύρης – και αυτός ο άτυχος άγνωστος, μπουρδουκλωμένοι μέσα στο Μάη με τα λούλουδα που φόραγε σήμερα η πριγκιποπούλα των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι.

Και αφού ξεμπερδέψανε με τα “αχ” και τα “ωχ” και τα “σιγά το αφτί μου” και “σιγά το πόδι μου” και “προσέξτε λίγο το φουστάνι, είναι ακριβό μοντέλο” και σταθήκανε σαν άνθρωποι (εκτός από το εξάψυχο μικρό γατάκι – τον Αργύρη –, που στάθηκε φυσικά σα μικρό γατάκι), του φανερώθηκε του άτυχου ανθρώπου – που του πέσανε στο κεφάλι του ουρανοκατέβατες συμφορές – η πριγκιποπούλα, και τον ρώτησε για το τι συμβαίνει στους δίδυμους νήσους Μίτζι – Χότζι.


Άρχισε τότενες να λέει ο άτυχος άνθρωπος για την ατυχία του και την ατυχία όλου του τόπου.

Για το πώς, από τότε που χάθηκε η πριγκιποπούλα, κι ύστερα χάθηκε και ο βασιλιάς τους, τους αγκάλιασε η Μαύρη Σκοτεινιά. Και ύστερα πώς ρήμαξε η πείνα, ο καϋμός κι η απελπισία ανθρώπους, ζώα και φυτά και δε βλασταίνει ο καρπός στα χωράφια, και δε γεννούνε, ούτε δουλεύουνε τα ζώα, και δε μιλάνε, ούτε αγγίζουνε ο ένας άνθρωπος τον άλλο. Παρά δουλεύουν μοναχά, δουλειά κοπιαστική και άκαρπη. Και πως ο ίδιος όταν αποσώνει και γυρίζει στο σπίτι του, τίποτα δε θέλει άλλο από το να κοιμηθεί, και να ξυπνήσει το άλλο πρωί, με τον Ήλιο από ψηλά να τον χαιρετάει, όπως τον ήξερε από τότε που ήξερε τον εαυτό του, και τώρα αρχίζει να θαμπώνει η ανάμνησή του. Και να νομίζει πως ποτέ δεν ήταν ο Ήλιος τίποτα άλλο, παρά ένα παραμύθι, που λένε στα μικρά παιδιά για να τα ημερεύουν και να μη φοβούνται.

“Είναι ο Ήλιος και φωτίζει ακόμα άνθρωπέ μου” του είπε ο γιος του ψαροδέντρου. Και την ίδια ώρα μια λάμψη πρασινωπή φαινότανε αμυδρά να βγαίνει μέσα από τα βάθη της ματιάς του.

“Από εκεί που λάμπει ήρθαμε κι εμείς πριν από λίγο.

Και με το καλό, θα λάμψει ζεστός και όμορφος ξανά και σε τούτη τη γη.”



...τέλος δεύτερου μέρους.


Η συνέχεια...

Δεν υπάρχουν σχόλια: