Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

Μεσημβρινό - Μέρος δεύτερο (Δ' μέρος)

    Πέρασε μέσα βιαστικά και στάθηκε λίγο πιο πέρα από την πόρτα, ώσπου να κλείσει και να χαιρετιστούν καθώς πρέπει. Η Δάφνη έκλεισε και γύρισε προς το μέρος του κουτσαίνοντας, δείχνοντας να πονάει στο πάτημα του αριστερού της ποδιού. Ο Άννας σήκωσε τα φρύδια του, αναρωτώμενος αν η αιτία είναι κάποια περαστική πληγή ή κάποια χρόνια πάθηση.
    “Καλώς τον. Πώς μεγάλωσες!” είπε χαμογελαστή. “Αν περνούσα δίπλα σου στο δρόμο, δεν ξέρω αν θα σε ξεχώριζα! Έλα να σ’ αγκαλιάσω”.
    “Καλώς σε βρήκα. Είσαι καλά; Σε βλέπω να κουτσαίνεις...” είπε ο Άννας, προσέχοντας να μην σφίξει την αγκαλιά του, σε αντίθεση –κατά τα φαινόμενα– με την αδελφή του και δίπλα σε ένα σκυλί που σηκώθηκε στα πίσω πόδια, ακουμπώντας με τα μπροστά του τα πλευρά του.
    “Όχι, δεν είναι τίποτα σοβαρό,
    Θουρία! Κάτσε κάτω!
    χτύπησα εχθές το βράδυ, που είχα βγει για περπάτημα. Τα βράδια με πιάνει ένα πράγμα σαν κάψιμο στα πόδια και για να νιώσω καλύτερα, περπατάω. Ε, «έφαγα μια σούπα» και μελάνιασα τον πισινό μου. Κάτσε, μη στέκεσαι. Θα πιεις έναν καφέ, ένα τσάι;”
    “Τσάι, αν έχεις”.
    “Έχω ήδη έτοιμο, δε θα μου πάρει πάνω από ένα λεπτό”.
    Προσπαθώντας να γνωρίσουμε τα άγνωστα, αγκιστρωνόμαστε συχνά σ’ ό,τι βρίσκουμε πρόσκαιρο: το τι φοράει κάποιος, το πώς στέκεται ή μιλάει, το τι και το πώς τρώει, πίνει ή καπνίζει, το τι μουσική ακούει ή τι βιβλίο διαβάζει, πώς διακοσμεί τον χώρο του. Ξεχνάμε έτσι, βέβαια, το ότι συχνά οι επιλογές μας είναι τυχαίες και ανεπιτήδευτες ή ότι άλλοτε είναι απλά επιλογές ξένες, που υιοθετήσαμε συμβατικά. Σε αντιπαράθεση με αυτό, υποθέτοντας πως και οι άλλοι θα κάνουν ακριβώς το ίδιο απέναντί μας, προσπαθούμε να εκμεταλλευτούμε το γεγονός, επιχειρώντας να κάνουμε μια δημόσια δήλωση με το τι και το πώς της εμφάνισης και της συμπεριφοράς μας. Ένας αυθυπόστατος θεατρινισμός, του οποίου η ύπαρξη μεταλλάσσεται σε τελετουργία.
    Το καθιστικό ήταν ντυμένο με έντονα χρωματισμένα υφάσματα σε αρκετά σκοτεινούς τόνους, ώστε να μην κουράζουν τα μάτια. Τα κίτρινα πιο κοντά στην ώχρα, τα κόκκινα, πιο κοντά στο μπορντώ, τα μπλε, με μια ιδέα γκρίζου μέσα τους. Κάποια είχαν κρόσσια, κάποια ήταν πλεγμένα με βελονάκι στις άκρες τους, άλλα είχαν ένα χρυσαφί περιθώριο διπλωμένο. Στην άκρη ενός χαμηλού στηρίγματος (ενός που έμοιαζε με παιδικό σκαμπώ, αλλά με τριπλάσιο πλάτος – αν θέλουμε να το φανταστούμε), μυροβολούσε ένα αρωματικό καλαμάκι που καιγόταν γερμένο πάνω σε ένα από αυτά τα περίτεχνα ξύλινα στηρίγματα που χρησιμοποιούνται και σαν σταχτοδοχεία, συγκρατώντας τη στάχτη που πέφτει στην μακριά σαν χάρακα και αυλακωμένη βάση του. Αν αφήναμε τη φαντασία μας να μας παρασύρει, το βαφτισμένο στο μύρο καλαμάκι θα έμοιαζε με μια ψηλόλιγνη φυσιογνωμία, με την πυρωμένη άκρη του ως άλλο κεφάλι και την γκρίζα στάχτη ως άλλη κώμη. Ένα παράστημα καταδικασμένο πάνω από τις στάχτες του, μια εικόνα που τείνει καθώς μειώνεται να ομοιάσει με τη στάση της Παναγίας πάνω από τον υιό της στην «Πιετά» τού Τζιοβάννι Μπελλίνι1.
    Η... Θουρία εισέβαλε στο καθιστικό σαν εμπροσθοφυλακή της Δάφνης. Ο τοίχος της κουζίνας δε σου επέτρεπε να το διακρίνεις, αλλά η Δάφνη εμφανίστηκε με την τσαγιέρα και την κούπα στα χέρια αμέσως μετά, σαν να συμμετείχε άθελά της σε έναν αγώνα που κηρύχθηκε από το ζώο, για το ποια (ζώο ή δέσποινα) θα λάμβανε θέση πριν από την άλλη στο καθιστικό. Σε αυτού του είδους τους αγώνες, νομοτελειακά, ανακηρύσσεται νικητής αυτός που έχει την ιδέα και αγωνίζεται. Οι υπόλοιποι παραμένουν δεύτεροι, σχεδόν πάντα ανίδεοι και με έλλειψη ενδιαφέροντος.
    Κάθησαν όπου βρήκαν. Έξω από το σκαμπώ που βρισκόταν μπροστά από ένα ηλεκτρικό πιάνο, τα καθίσματα ήταν ένας καναπές, μια πολυθρόνα και διάφορα “πουφ” και μαξιλάρια γύρω από ένα χαμηλό τραπέζι στο ελαφρά μετατοπισμένο κέντρο του χώρου. Το ηλεκτρικό πιάνο και ένα γραφείο, κατελάμβαναν την απέναντι από την είσοδο πλευρά του καθιστικού, δημιουργώντας ένα νοητό χώρισμα ανάμεσα στο καθιστικό και στην λωρίδα της μουσικής και της γραφής. Πίσω από το γραφείο κρυβόταν η μοναδική καρέκλα τού χώρου. Αυτή η νοητή λωρίδα απωθούσε την εστία τού καθιστικού, μη αφήνοντας τη να ταυτίζεται με το κέντρο του δωματίου. Άλλος ένας λόγος που το μάτι απατούνταν να νομίζει πως το κάθε ένα μέρος ήταν χώρος ξεχωριστός από τον άλλο και πως το –σε αχρηστία– κρεμασμένο φωτιστικό δεν βρισκόταν στο κέντρο της οροφής.
    Η Δάφνη άφησε την κούπα πάνω στο τραπεζάκι με ένα πιατάκι, που έφερε στο χείλος του στριμωγμένα ένα κουταλάκι, μέλι και ζάχαρη. Κατόπιν, ακούμπησε τη μαντεμένια τσαγιέρα που κρατούσε από το χερούλι της με προσοχή, σκύβοντας μαζί της και με ένα χαμόγελο στα μάτια. Ο Άννας δεν μπορούσε να καταλάβει αν η ευχαρίστηση αυτή είχε να κάνει με την συνάντησή τους ή με την όλη ενασχόληση της αδελφής του με τα σκεύη και το τσάι, με αυτή την φροντίδα. Φευγαλέα, όμως, βρήκε στην κίνηση της κάτι από την φροντίδα τού πατέρα του προς το φλιτζάνι και το πιατάκι του πρωινού καφέ. Ήταν τυχαίο άραγε; Ήταν κάτι που μοιράζονταν μεταξύ τους, πατέρας και θυγατέρα, ή κάτι που είχε και η μητέρα του; Το είχε, ίσως, κι ο ίδιος; Κι αν είναι κάτι που ήταν διάχυτο στην οικογένεια, από ποιον ξεκίνησε; Δε μπορούσε αμέσως να ανακαλέσει την εικόνα αυτής της συμπεριφοράς στη μητέρα του, ούτε να την ξεχωρίσει στη δική του, αλλά αυτό δεν αποκλείει τίποτα. Ενδεχομένως να είναι τυχαίο, βέβαια, να είναι πως η ετοιμασία των αφεψημάτων οδηγεί σ’ αυτού του είδους τη φροντίδα, ενός είδους στοργή, που φέρνει ως αποτέλεσμα μαζί με την τάση για αριστεία και μια επιπλέον απόλαυση.
    “Μήπως θέλεις περισσότερη ζάχαρη ή μέλι; Αν χρειάζεσαι κάτι, απλά πες μου... Καπνίζεις; Θέλεις τασάκι;
    Κάτσε σε μια μεριά, Θουρία, μην λερώνεις τον καναπέ!” πρόσταξε το σκυλί, αλλάζοντας ύφος και τραβώντας το μακριά από τον Άννα, που στεκόταν στην άκρη του καναπέ, ώστε να φτάνει άνετα το τραπεζάκι, αλλά χωρίς ν’ αναπαύει την πλάτη του, κρατώντας μια στάση έντονη, που έμοιαζε επιφυλακτική. Το σκυλί βρήκε μια άκρη, αυτή που είχε καταλάβει μόλις είχε γυρίσει από την κουζίνα, και στρογγυλοκάθησε. Φαίνεται πως ήταν η άκρη του.
    “Όχι. Όχι ακόμα, τουλάχιστον. Καπνίζω, αλλά μπορώ να περιμένω... Δε χρειάζομαι κάτι άλλο, σε ευχαριστώ”.
    Δοκίμασε το τσάι του την ίδια ώρα που η Δάφνη εμφάνισε –σαν να κάνει ταχυδακτυλουργικό κόλπο– ένα σταχτοδοχείο εμπρός του. Το τσάι του δεν ήταν σε θερμοκρασία βρασμού, ήταν όπως το ήθελε, κάνοντάς τον ασυναίσθητα να χαλαρώσει λίγο την ένταση που είχε στους κροτάφους του και τον έκανε να φαίνεται (ακόμα και στο χαμόγελό του) σαν να ταλαιπωρείται κι αυτός από κάποιο πόνο.
    Η Δάφνη κάθησε στην πολυθρόνα γέρνοντας ελαφρά προς τα δεξιά, εκπνέοντας –με διαφορά μόλις μιας στιγμής από όταν ακούμπησε στα μαξιλάρια του καθίσματος– ένα δασύ επιφώνημα, σαν από το βάθος του στέρνου της, ανακουφισμένη.
    “Θέλω να σου πω πως χάρηκα που ήρθες και με βρήκες. Ωστόσο, μου φάνηκε αναπάντεχο που με κάλεσε η Γιολάντα και μου είπε ότι ήσουν στην παλιά μου γειτονιά και ψάχνεις να με βρεις. Συνέβη τίποτα;”
    Αυτός ήταν ο τρόπος που διάλεξε η Δάφνη να ρωτήσει κεκαλυμμένα το αν πέθανε ο πατέρας τους, αφήνοντας μια αμφιβολία στο νου του Άννα για το αν όντως εννοούσε αυτό ή αν ήταν ένα γενικότερης φύσης ερώτημα. Η τελευταία της πρόταση, ωστόσο, ακούστηκε πνιγμένη.
    “Όχι, δεν συνέβη τίποτα.
    Καταλαβαίνω πως η επίσκεψή μου, έτσι, ξαφνικά, δε μπορεί παρά να σημαίνει κάτι, αφού έχουμε να βρεθούμε από τότε που ήμουν παιδί. Ωστόσο, δε μπορώ να το κάνω συγκεκριμένο αυτό το «κάτι». Ήθελα εδώ και πολύν καιρό να σε βρω, ιδίως από τότε που αποκαλύψαμε πως η μαμά κρατούσε επαφή μαζί σου, αλλά πάντα δείλιαζα. Ίσως να σκεφτόμουν τον μπαμπά, ίσως επειδή είσαι μια άγνωστη, είμαστε άγνωστοι μεταξύ μας και δεν ήξερα από πού να αρχίσω μια κουβέντα και πού θέλω να την πάω”.
    Ο Άννας κοιτούσε χαμηλά, από ντροπή ίσως, σαν να απολογείται. Δεν κοιτούσε προς το πάτωμα, ούτε την κούπα με το τσάι –που έπαιζε ανάμεσα στα χέρια του όπως αν ήταν νωπός πηλός και ήθελε να την ξαναπλάσει στον τροχό– παρά λίγο πιο χαμηλά από το πρόσωπό της: Το αριστερό χέρι της ακουμπούσε με τον αγκώνα στην πολυθρόνα και κρατούσε, κρεμασμένο από εκεί, τον δείκτη και τον μέσο τού δεξιού χεριού της, το οποίο είχε στολισμένο στο περικάρπιο με ένα πολύχρωμο αραβούργημα με πλέξεις και κόμπους2. Αυτό το αραβούργημα κρατούσε το βλέμμα του, όταν δε σηκωνόταν για να ελέγξει τις αντιδράσεις στα λόγια του.
    “Είτε το πιστεύεις, είτε όχι, γνώρισα τη Γιολάντα μόλις εχθές, μέσω του Βίκτωρα, αλλά δεν ήξερα ότι ήσασταν...” ήταν φίλες, άραγε; ή απλά γειτόνισσες; Δεν ήταν σίγουρος για το πώς να συμπληρώσει τη φράση: “...ότι γνωριζόσασταν”.
    “Ναι, παράξενο. Λοιπόν; Τι άλλαξε από εχθές μέχρι σήμερα; Μη με παρεξηγείς, Δε θέλω να νομίζεις πως δεν είσαι καλοδεχούμενος, αλλά μου φαίνεται προτιμότερο να γνωριστούμε μιλώντας για αυτό, παρά να μιλάμε για το πότε γνώρισες τη Γιολάντα. Εκτός κι αν αυτά τα δυο έχουν σχέση μεταξύ τους.”
    “Δεν ξέρω. Εκκρεμότητες! Ένα σωρό πράματα που είναι ανάκατα και γυρίζουν σα στρόβιλος και πρέπει να μπουν σε μια τάξη, για να μη με ζαλίζουν”.
    Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. Δεν ήταν ξεκάθαρο για το αν η ανάγκη του ήταν να καπνίσει, ή να κερδίσει λίγο χρόνο πριν απαντήσει. Και το κάπνισμα και η καθυστέρηση φάνηκαν να τον ευχαριστούν.
    “Πριν λίγο καιρό, βρήκα μια δουλειά σε ένα τυπογραφείο. Δεν είναι ο τομέας των σπουδών μου, τα μαθηματικά”,
    “Τι έκπληξη!” σφήνωσε ανάμεσα στα λόγια του Άννα η Δάφνη, μειδιάζοντας.
    “αλλά έχω εμπειρία από τα φοιτητικά μου χρόνια με την τυπογραφία και αυτό με έχει βοηθήσει κάποιες φορές που χρειαζόμουν δουλειά. Φαίνεται να είναι κάτι μόνιμο και μου διατηρεί το ενδιαφέρον. Ακόμα κι αν κοιτάζω αφίσες και πλακάτ στο δρόμο και στα λεωφορεία, σκέφτομαι διαχωρισμό και κλισέ. Η επιστροφή μου στο πατρικό, ωστόσο, με αφορμή την αρρώστια της μαμάς, πλέον δεν έχει λόγο να συνεχίζεται. Στο σπίτι έχει απομείνει ο μπαμπάς, ο οποίος φαίνεται να τα καταφέρνει μια χαρά μόνος του και, επιπλέον, να μη θέλει κανενός είδους βοήθεια από κανέναν. Ό,τι και να κάνω στο σπίτι είναι λειψό, ενώ μοιάζει να τον πειράζει και η παρουσία μου εκεί. Σκέφτηκα, όπως είναι λογικό, πως είναι καιρός να βρω κάπου αλλού να μείνω. Ωστόσο, κάπου μέσα μου παλεύω με το γεγονός ότι αυτός ο άνθρωπος, που για δεκαετίες είχε δίπλα του τη μαμά να τον φροντίζει και να τον κακομαθαίνει, όπως κακομάθαινε κι εμάς, θα μείνει μόνος. Λες και έχει κάποιου είδους ανομολόγητη ανάγκη και θα σωριαστεί, από τη μια στιγμή στην άλλη, στο πάτωμα. Το χειρότερο σε όλα αυτά, το πιο εξοργιστικό, είναι πως εγώ είμαι αυτός που τα σκέφτεται όλα αυτά. Ο ίδιος δε φαίνεται να δίνει δεκάρα για το αν θα μείνω, ή αν θα βρεθεί κάποιος να τον μαζέψει από κάτω, αν τυχόν κουτρουβαλήσει τις σκάλες”.
    Ο Άννας τράβηξε και ξεφύσηξε δυνατά τον καπνό, προτείνοντας στο μέσο της εκπνοής το σαγόνι του, κάνοντας τον καπνό να μετατραπεί σε έναν κατακόρυφο πίδακα. Συνειδητοποιούσε κι ο ίδιος, καθώς περιέγραφε την κατάσταση, πως έβαζε τον εαυτό του, υποσυνείδητα, στη θέση τού κηδεμόνα τού πατέρα του. Αναλάμβανε ένα ρόλο που είχε διακρίνει πως έπαιζε η μητέρα του, όταν συνέχιζε να παραβλέπει ή να δικαιολογεί τις ιδιοτροπίες του, να λειτουργεί σαν αντικρουστήρας ανάμεσα σ’ αυτόν και τους άλλους, χωρίς ο Άννας να μπορεί να επισημάνει το λόγο για αυτή της τη συμπεριφορά. Κι αν ήταν επιφυλακτικός απέναντι στο γεγονός της «υιοθέτησης» τού πατέρα του από τη συγχωρεμένη τη μητέρα του, η παντελής έλλειψη κύρους και επιρροής που είχε ο ίδιος απέναντί του τον έκανε εντελώς απρόθυμο να αναλάβει μια τέτοια ευθύνη. Το εξοργιστικό για αυτόν γεγονός, λοιπόν, όσο το διέκρινε, ήταν ότι αυτόματα έμπαινε σε μια διαδικασία που δε μπορούσε να δικαιολογήσει καν σε κάποιον άλλο, αφήνοντας τη λογική να υποκύψει στο κράτος ενός αλλόκοτου, κληρονομημένου καθήκοντος που πολύ θα ήθελε να αποτινάξει.
    “Για να σου απαντήσω όπως μπορώ σ’ αυτό που με ρώτησες, ψάχνω να δώσω απάντηση, να ξεκαθαρίσω το ζήτημα των σχέσεών μου. Και στον τομέα της οικογένειας, εσύ είσαι το πιο άγνωστο κομμάτι.
    Δεν περιμένω να μάθω τα πάντα για ‘σένα μέσα από τη συνάντησή μας, αλλά ελπίζω να δώσω απάντηση σε ερωτήματα που κανείς δε θέλησε ή δε σκέφτηκε καν να μου διευκρινίσει. Λες και δεν ήταν φυσικό να αναρωτιέμαι ή δεν έπρεπε. Λες και οι γενικόλογες απαντήσεις μπορούν να βάλουν σε τάξη τα πράγματα”.
    “Ήθελες να μάθεις, δηλαδή, γιατί έφυγα από το σπίτι;”
    “Όχι. Όχι μόνο αυτό. Ήθελα να μάθω γιατί έφυγες, πού ήσουν, πώς επικοινωνούσες με τη μαμά, τι κάνεις στη ζωή σου, αν ενδιαφέρεσαι για το τι κάνουμε εμείς... Και είναι κι άλλες ερωτήσεις, που δε θα απαντηθούν ποτέ, γιατί ήθελα να τις κάνω στη μαμά. Όπως, γιατί σε κρατούσε κρυφή από εμένα.
    Το ότι κατάλαβα ότι δεν έρχονται οι απαντήσεις με τον καιρό, περιμένοντας, είναι άλλος ένας λόγος που ήρθα. Με τον καιρό, δεν έρχονται οι απαντήσεις, φεύγουν οι άνθρωποι που θα τις έδιναν”. Ξεστομίζοντας το συμπέρασμά του, σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε στα μάτια, βάζοντας έτσι το ερωτηματικό στην κουβέντα και μετατρέποντας την ήρεμη σιωπή του σε παράκληση.
    “Καταλαβαίνω. Κοίταξε, το γιατί έφυγα είναι εύκολο να απαντηθεί. Αφ’ ενός, η κατάσταση στο πατρικό είχε γίνει αφόρητη για εμένα και, αφ’ εταίρου, έστω και προσωρινά, ήξερα πως είχα πού να μείνω. Ήμουν σε μια ηλικία που ανακάλυπτα τον κόσμο που βρίσκεται πέρα από το σπίτι, πέρα από το σχολείο, εκεί που μέχρι τότε θεωρούσα πως κατοικούν ξένα και απόκοσμα όντα, από 'ξωτικές χώρες και κοινότητες. Άρχισα να γνωρίζω μουσικούς, ζωγράφους, ηθοποιούς, ανθρώπους που άκουγα και έβλεπα μέχρι τότε πίσω από το γυαλί της τηλεόρασης, άκουγα μέσα από το ηχείο τού ραδιοφώνου, πάνω στη σκηνή, πίσω από ένα παραπέτασμα που χωρίζει τον «αληθινό» –δήθεν– κόσμο από τον φτιαχτό και φανταστικό κόσμο της καλλιτεχνίας. Και, την ίδια ώρα, άρχισα να ανακαλύπτω αυτή την καλλιτεχνία που περνάει ξώφαλτσα από την τηλεόραση και από το ράδιο, από τις προθήκες ή τις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων, αλλά βρίσκεται πιο συχνά ζωντανά, στις συναυλίες, διαδίδεται γοργά από στόμα σε στόμα και αγαπιέται από αυτά τα «ξένα και απόκοσμα όντα» που την υιοθετούν με τέτοιους ρυθμούς, που κάνουν όλους αυτούς που παρακολουθούν τα τεκταινόμενα σαν αναλυτές και σαν μετεωρολόγοι να ανοίγουν τα στόματά τους αποσβολωμένοι, προσπαθώντας κατά περίσταση να «μπαλώσουν» την μαθηματική εξίσωσή που φαντασιώνονται πως περιγράφει το σύμπαν ολόκληρο και την κίνηση των πλανητών, έτσι ώστε να συμφωνεί με τις εκλάμψεις πηγαίας δημιουργίας που ξεπετάγονται χωρίς να έχουν φροντίσει πρώτα για πιστοποιητικό γεννήσεως και εγγραφή στο μητρώο, χωρίς άδεια κυκλοφορίας από την «ύπατη αρμοστεία» της προστατευόμενης τέχνης”.
    Η Δάφνη άρχισε να περιστρέφει την αφήγηση, γύρω από δυο εστίες. Δεν ήταν δυνατό να περιγράψει την θέση της στο σπίτι, τη σχέση της με την οικογένειά της, ούτε την συμπεριφορά της σε αυτή –δε θα μπορούσε να συστηθεί– χωρίς να χρωματίσει το τοπίο με τα ενδιαφέροντά της. Είτε αυτά ήταν κοινωνικά, είτε καλλιτεχνικά (αν μπορεί κανείς να διυλίσει τα μεν ή τα δε και να τα πάρει ατόφια και αμιγή, ένα προς ένα, χωρίς να στερηθούν με αυτό τον τρόπο αυτών των χαρακτηριστικών που κάνουν απαραίτητη την ύπαρξή τους), φαινόταν να είναι την στιγμή εκείνη, της αφήγησης, το ίδιο ισχυρά όπως και την εποχή εκείνη που αφηγείται. Αυτό που δεν ήταν ξεκάθαρο, ωστόσο, στο μυαλό του Άννα, είναι το σε ποια στιγμή είχε αποτυπωθεί μέσα του αυτή η εικόνα της αδελφής του που παλεύει με τους δαίμονές της και που διακρίνει μέσα στην ροή των πραγμάτων, που αναταράσσει τα πάντα, το πότε μένει κάτι απαράλλαχτο και το πότε ένα στοιχείο γεννάται, όπως γεννούνται πρωτοφανή ορυκτά στα βάθη των ηφαιστείων, όπως γεννούνται νέα στοιχεία στους πυρήνες των αστεριών. Αυτή η εικόνα της αδελφής του ήταν που ξεφύτρωσε στο νου του το προηγούμενο βράδυ, ακούγοντας τη Γιολάντα, και τον έφερε ως εδώ, αλλά πότε είχε φυτευτεί ο σπόρος της εντός του; Τι είδε, τι άκουσε, τι ένιωσε, για να τη στεφανώσει –δίκαια– με τούτες τις δάφνες; Ή μήπως δεν ήταν το τι είδε, τι άκουσε ή τι ένιωσε, αλλά το εκ διαμέτρου αντίθετο; Μήπως ήταν το κενό που άφησε πίσω της η Δάφνη μια ανάγκη για κάποιου είδους ανεκπλήρωτη ισορροπία και για αυτό πάντα αισθητή; Αν ήταν έτσι, ωστόσο, η παρουσία της έρχεται επιτυχώς να ταιριάξει με το σχήμα αυτού του κενού. Στιγμές - στιγμές, άφηνε κατά μέρος τις απορίες, καθώς παρασυρόταν από τις λέξεις, τον τόνο και τις χειρονομίες της στις εικόνες που του προσέφερε.
    Η Δάφνη συνέχιζε με το ίδιο ύφος:
    “Ανοίγοντας αυτή τη χαραμάδα προς αυτόν τον νέο, γοητευτικό και αχανή κόσμο, δημιουργήθηκε γρήγορα ένα ρήγμα στα στεγανά που μέχρι τότε περιέκλειαν το περιβάλλον μου, το σπίτι, το σχολείο, τις παιδικές φιλίες. Ενώ εγώ ένιωθα να ωθούμαι με δύναμη προς αυτό τον νέο κόσμο, σαν να τρύπησε ένα μπαλόνι στο οποίο βρισκόμουν και να ξεφουσκώνει, σπρώχνοντας με μακριά, ήρθε ο πατέρας, σα μια δύναμη συντήρησης, όχι να μου προσφέρει μια ζώνη ασφαλείας για να μη χαθώ στο απέραντο, όχι για να μου δώσει ένα καταφύγιο από όσα ακόμα με συντάρασσαν και δοκίμαζαν την αντίληψη που είχα για τον κόσμο, παρά για να με επαναφέρει στη φούσκα που ως τότε ζούσα και να σφραγίσει κάθε διέξοδο. Ένας πατέρας στο σπίτι και καθηγητής στο σχολείο, ο οποίος διαρκώς ήταν από πάνω μου και πάλευε να πισωγυρίσει τη ροή τού ποταμού. Για εμένα, ο πατέρας δεν ήταν τίποτα άλλο εκείνη την εποχή από τη γροθιά της καταπίεσης και της συντήρησης που κυνηγάει να με συντρίψει. Από ένας καλόγνωμος και ενθαρρυντικός άνθρωπος, είχε μετατραπεί –σαν δαιμονισμένος– στην προσωποποίηση της καταστολής και της αγριοψυχίας. Οι μουσικές, τα βιβλία και τα σχέδιά μου, είχαν πεταχτεί τουλάχιστον από δυο φορές στα σκουπίδια, με αρκετά από αυτά σε κατάσταση να μη μπορούν να αποκατασταθούν. Το ίδιο και το σημειωματάριό μου, ή ημερολόγιό μου, αν προτιμάς. Όλα αυτά, να «τεντώνουν το σχοινί» όλο και περισσότερο, με τη μαμά να κάνει το δικηγόρο του ενός στον άλλο και –μπορώ να στο πω με βεβαιότητα– με τρόμο και απόγνωση απέναντι στην κατάσταση.
    Μπορεί να μη μπορούσα να βρω μια διέξοδο από αυτό το φαύλο κύκλο, ούτε την βαθύτερη αιτία του, αλλά δεν άργησα να βρω τι ήταν αυτό που έκανε τον πατέρα να βράζει περισσότερο από όλα τα άλλα: στο ζενίθ τού θυμού του, μου έλεγε πως δε θα με άφηνε να γίνω «μια τσούλα, πατσαβούρα του ενός και του άλλου» και πως «θα τον ξερίζωνε το διάολο από μέσα μου». Για να τον κάνω να εκραγεί, λοιπόν, έπιασα και έγραψα στο σημειωματάριό μου –ψέματα– πως πηδήχτηκα με έναν άγνωστο, σε μια τουαλέτα. Την επόμενη μέρα, όπως ήταν αναμενόμενο, διάβασε το σημειωματάριό μου και έκανε τέτοιο κρότο με την έκρηξή του που τον άκουσε όλη η γειτονιά. Θυμάμαι ακόμα το πώς με κρατούσε από το μπράτσο και με ταρακουνούσε πέρα δώθε. Δε θυμάμαι τις βρισιές και τις απειλές που εξαπέλυε, αλλά ότι σκεφτόμουν ότι, όταν θα άρχιζε να με χτυπάει, θα του κατάφερνα μια κλωτσιά στα αχαμνά ή μια γροθιά στο λαιμό, επειδή είχε πρόβλημα με τον αυχένα του. Εξεπλάγην, όταν κόπασε η μπόρα χωρίς να χρειαστεί να κάνω τίποτα από όλα αυτά. Δεν άνοιξα καν το στόμα μου να μιλήσω, όταν με άφησε, πήγα στο δωμάτιό μου, ενώ μου φώναζε να γυρίσω πίσω. Δε με ακολούθησε, μάζεψα δυο ρούχα, τα έβαλα στην τσάντα μου και έφυγα. Έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα να κάνω και δε μετάνοιωσα ποτέ.
    Αναρωτιέσαι πού ήμουν. Δεν έχει νόημα να σου εξιστορώ το από πού ξεκίνησα και πού πήγα την κάθε φορά που άλλαξα στέγη. Τις πρώτες εβδομάδες έμεινα με μια φίλη, εδώ στην πόλη. Με βοήθησε να βρω μια δουλειά και με στήριξε την πρώτη εποχή. Έμενα στο στούντιό της, όπου ζούσε με τον σύντροφό της, τότε. Δούλεψα σα μοντέλο σε κάποιες σχολές, για χαρτζιλίκι, κρατούσα ένα παιδάκι τρεις φορές την εβδομάδα, κάποια βράδια εργαζόμουν σα σερβιτόρα σε μια σκηνή ζωντανής μουσικής. Άννα, δε μπορείς να φανταστείς, εκείνη την εποχή – μέχρι να μπορέσω να ορθοποδήσω, πόσα ζόρια πέρασα, αλλά και πόση βοήθεια δέχτηκα. Έχω από τότε κρατήσει ανεξίτηλες φιλίες, ώστε μπορώ να σου το πω με βεβαιότητα: όσα αγαθά κι αν κέρδισα στη ζωή μου, όσες σχέσεις και νά ‘κανα, το μεγαλύτερο κέρδος είναι οι φίλοι μου".

    Έκανε μια παύση, ίσως για να αναλογιστεί, να φτιάξει μια εικόνα των φίλων της. Η Θουρία, το σκυλί, σηκώθηκε από την άκρη της και πλησίασε τη μουσούδα της στα αριστερά της Δάφνης. Αυτή, έπιασε να τη χαϊδεύει στον λαιμό και στο κεφάλι, ανάμεσα στα μάτια. Τα δάκτυλα της φαινόντουσαν μακριά και λιγνά, με φόντο τη γούνα του ζώου, κάπως νευρώδη, μα ικανά για λεπτές κινήσεις και χειρισμούς, να πλάσουν ή να χαϊδέψουν όπως αυτή τη στιγμή.
    "Βέβαια, φαντάζομαι πως η ερώτησή σου, «πού ήμουν», δεν έχει να κάνει τόσο με το πού έμενα, όσο με το γιατί δεν εμφανίστηκα στο σπίτι. Γιατί δεν έδωσα σημεία ζωής, γιατί δεν επικοινώνησα μαζί σου. Δυστυχώς, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι εύκολη, αλλά δεν έχω και άλλη να σου δώσω από το πώς τη μετρώ εκ των υστέρων: Δεν επικοινώνησα, γιατί δεν ενδιαφέρθηκα, γιατί, μέρα με τη μέρα, είτε είχα να παλέψω με μεγαλύτερα θηρία, είτε η ανάμνηση αυτού που ονόμαζα «οικογένεια» έφθινε και μαραινόταν.
    Η μαμά με έψαξε μέσω των φίλων μου και βρεθήκαμε από τις πρώτες μέρες. Θα σου φανεί αστείο, αλλά τις πρώτες εβδομάδες, ανυπομονούσα να βρισκόμαστε, έτσι κρυφά, γιατί ήταν πάντα σε κάποιο φαστ-φουντ ή εστιατόριο και μπουκωνόμουν στο φαΐ. Ήταν εκείνες οι μέρες που θα μπορούσα να φάω χάμπουργκερ και μπριζόλες, αντί για λαχανικά, απομεινάρια της λαϊκής, ανακατωμένα σε μια κατσαρόλα”.
    Έπαψε για μια στιγμή ή δύο, ώσπου να σβήσει ένα ελαφρά κρύο χαμόγελο που ήταν σαν να ρωτούσε αν θα γελάσει αυτός που έχει αντίκρυ της ή όχι με αυτό, αν όντως θα του φανεί αστείο...
    Συνέχισε, κατόπιν, με ζωηρό τόνο.
    “Μπορεί να ήταν κάποιες φορές μέσα στα χρόνια που σε θυμήθηκα –με αυτή την εικόνα που είχα κρατήσει για εσένα, του αγοριού που έμπαινε στα πρόθυρα της εφηβείας, αλλά που έχει μείνει να παίζει ακόμα παιδικά παιχνίδια– αλλά η μόνη μου ανησυχία, μήπως δηλαδή περνούσες τα ίδια από τον πατέρα, κατά κάποιο τρόπο καθησυχαζόταν. Ίσως να μου είχε πει κάτι και η μαμά σχετικά, που να επισφράγισε την ηρεμία μου για το θέμα. Δε θυμάμαι. Στο μυαλό μου, δε μπορούσα να συνδυάσω την εικόνα αυτού του αγοριού με κάποιου είδους επανάσταση και ρήξη με τους γονείς του, μόνο με πείσματα και καμώματα. Ο Άννας που έχω ενώπιόν μου, είναι ένας άντρας με μια πλήρη παλέττα δυνατοτήτων και προοπτικών. Ήταν όντως έτσι, ή ο πατέρας έκανε τα ίδια και σ’ εσένα;”

    Η Δάφνη πέρασε το χέρι της από την κορυφή του κεφαλιού τού ζώου στην πλάτη του και του έδωσε δυο απαλά χτυπήματα, σαν να το καλόπιανε και να το εξαπέστελνε μαζί, βάζοντας ένα τέλος στην προσοχή που του χάριζε, την ίδια στιγμή που έδινε ένα τέλος στα λόγια της.
    “Όχι, τίποτα τέτοιο. Δεν είχα βέβαια και τις ανησυχίες που είχες εσύ. Ή, τουλάχιστον, δεν τις είχα σε τέτοιο βαθμό. Είχαμε μια σχέση σταθερή και βαρετή, ως έναν βαθμό. Δεν θέλησε να επιβάλει ποτέ τις επιλογές του, αλλά από την άλλη, δεν έκανα και κάποια που να αμφισβητήσει την αυθεντία του. Μου φαίνεται πολύ παράξενο, ωστόσο, αυτό που είπες, πως η οικογένεια έφθινε σιγά-σιγά μέσα σου, επειδή είχες άλλα θηρία να παλέψεις.
    Στο τραπέζι, απέναντί μου, είχα πάντα μια καρέκλα αδειανή. Η μαμά και ο μπαμπάς καθόντουσαν εκεί που κάθονταν και όταν ήσουν στο σπίτι, αλλά εγώ, που από όσο με θυμόμουν είχα εσένα απέναντί μου, βρέθηκα να κοιτάζω το κενό. Έναν καιρό, είχε πάρει η μαμά την καρέκλα σου για να τη χρησιμοποιήσει σα σκαμνί για δουλειές τού σπιτιού και είχε ξεχαστεί στο ένα υπνοδωμάτιο για εβδομάδες! Δε μπορώ να σου εξηγήσω τι επιρροή είχε μέσα μου αυτή η εξαφάνισή σου από το σπίτι”.
    Ο Άννας συνειδητοποίησε πως τον διακατείχε μια συγκίνηση αναπάντεχη. Αυτή η αναστάτωση που αναδευόταν εντός του, από τις μικρές αλλαγές της καθημερινότητας που προκλήθηκαν από την φυγή της αδελφής του, ήταν σα να ομολογούνταν για πρώτη φορά. Δεν τις είχε συζητήσει καν στις ψυχαναλυτικές συνεδρίες στις οποίες τον είχαν οδηγήσει οι γονείς του, έφηβος ακόμα, στην προσπάθεια τους να διερευνήσουν τα έντονα νεύρα που εξέφραζε ο Άννας στο περιβάλλον τού σχολείου και τις μεταπτώσεις του.
    Είτε το συνειδητοποιούσε, είτε όχι, η άδεια καρέκλα, όσο ήταν εκεί, σήμαινε τη Δάφνη. Όσο ήταν εκεί η θέση της, κι αν απουσίαζε αυτή, το πιάτο και το ποτήρι της, μπορούσες να κοιτάξεις φευγαλέα προς το μέρος που δεν βρισκόταν, αγνοώντας στιγμιαία το γεγονός της απουσίας της, ή να αποφύγεις να κοιτάζεις, προσπαθώντας –κόντρα στη βεβαιότητα, κόντρα στο βαρύ κλίμα– να επαναφέρεις τη φυσική τάξη των πραγμάτων μέσα στο σπίτι, την ομαλότητα στην οικογένεια, τις κουβέντες τις γεμάτες με ερωτηματικά και θαυμαστικά στις οποίες θα μπορούσες να βγάλεις τη γλώσσα ελαφρά τη καρδία. Πάρε την άδεια καρέκλα από το τραπέζι, και είναι σα να κάλυψες το κενό, τη μαρτυρία της απουσίας. Πώς να πολεμήσεις, πώς να παραστήσεις πως δεν υπάρχει ένα κενό, όταν το εξαφανίζεις; Όπως αν, αδειάζοντας το μισό δωμάτιο, έρχεσαι και μικραίνεις το δωμάτιο για να το ξαναγεμίσεις. Όπως αν κάποιος έπαιρνε από το καθιστικό το ηλεκτρικό πιάνο και το γραφείο και έχτιζε έναν τοίχο εκεί που τώρα υπάρχει αυτό το νοητό χώρισμα: Το δωμάτιο θα γινόταν ασφυκτικό και, μαζί με το φωτιστικό στο ταβάνι, όλος ο χώρος πιο παράταιρος, πιο ανώμαλος και επικίνδυνος, σαν το σκαλοπάτι που έχει το μισό ύψος και όταν φτάνεις σ’ αυτό αλλού πατάς κι αλλού βρίσκεσαι. Ο Άννας είχε ανάγκη το κενό αυτό, γιατί είχε ανάγκη για μια θέση στην οποία θα μπορούσε να τοποθετήσει τη Δάφνη, τον χώρο που θα επανασυναρμολογήσει την οικογένειά του. Μπορούσε κάλλιστα να εξηγήσει με τη λογική του το γιατί ένας άνθρωπος θα ήθελε ή θα χρειαζόταν να σπάσει τις αλυσίδες που τον δέσμευαν για να επιζήσει της βιοπάλης, αυτό που συναισθηματικά αρνούνταν να παραδεχτεί, ήταν ότι η αδελφή του, που καθόταν αυτή τη στιγμή ενώπιόν του, δε θα μπορούσε ποτέ πια να γεμίσει την καρέκλα που άφησε άδεια. Αυτό, φάνταζε πιο απόλυτο, πιο τελεσίδικο –εις βάρος της επαναφοράς της ομαλότητας στην οικογενειακή του ζωή– κι από το θάνατο της μητέρας του.
    Στάθηκε δυο στιγμές ακίνητος και σιωπηλός, κατόπιν έσπρωξε τα δυο του πόδια εμπρός, με αποτέλεσμα να μετατοπιστεί λίγο πιο πίσω, προς την πλάτη τού καναπέ για να την ακουμπήσει με την δική του πλάτη, γέρνοντας ωστόσο τον αυχένα του λίγο προς τα εμπρός, σαν να απέκτησε ενός είδους κύφωση ξαφνικά. Δεν άναψε τσιγάρο, ούτε ήξερε ποιος ήταν ο Αλέξι Μέρντοχ, που ακουγόταν3. Σαν επιστέγασμα, ανακάλεσε στη μνήμη του την θέση τού τραπεζιού της κουζίνας στο πατρικό του, όπως ήταν τοποθετημένο επί του παρόντος: με τη μια πλευρά κολλημένη στον δυτικό τοίχο και την άλλη να εφάπτεται στον πάγκο απέναντι από τον νεροχύτη. Τρεις καρέκλες όλες κι όλες, στριμωγμένες οι δύο στην μεγαλύτερη πλευρά και η μία σε αυτό που θα έβρισκε κανείς να χαρακτηρίσει «κεφαλή». Ένα τραπέζι που μόνο εστία δεν φαντάζει, δυσπρόσοδο, ψυχρό και ανοίκητο, σαν σκαλοπάτια σκαληνά που οδηγούν σε ένα τοίχος.





1Giovanni Bellini: Pietà (1505). Η λέξη «pietà» μεταφράζεται ως «έλεος»

2Macramé

3Αν αναρωτιέστε, όχι, δεν ήταν το “Orange Sky” που ακουγόταν. Δεν τραγουδούσε κανείς: “Αδελφή μου, αυτό έμαθα πια: η σωτηρία μου βρίσκεται στην αγάπη σου”

Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2017

Μεσημβρινό - Μέρος πρώτο (Γ' μέρος)

    Η πρωινή ψύχρα ξάφνιασε τον Άννα. Ενώ ο δρόμος από το σπίτι του στον σταθμό του τραίνου ήταν ένα παιχνιδάκι, με το που αποβιβάστηκε από το τραίνο, σε αυτή την κατάσταση υπερέντασης από την έλλειψη ύπνου και της χαμηλής πίεσης, από την ακινησία, ένιωσε ανήμπορος να ανταπεξέλθει της θερμοκρασίας τού περιβάλλοντός του. Αισθανόταν ένα μικρό τρέμουλο να συνεπαίρνει τα μπράτσα και τη ράχη του. Το περπάτημα σίγουρα θα τον ζέσταινε μια ιδέα, το κάπνισμα όμως, σίγουρα όχι. Παρ’ όλα αυτά, άναψε ένα τσιγάρο και στράφηκε προς τα βόρεια, προς το κέντρο της πόλης.
    Παρατήρησε το πεζοδρόμιο στο οποίο περπατούσε. Τα πεζοδρόμια στις μεγάλες πόλεις έχουν κάτι ιδιαίτερο. Δεν αναφέρομαι στο μέγεθός τους, παρά στο γεγονός ότι αν τα συγκρίνεις με αυτά των μικρότερων αστικών δομών, είναι την ίδια στιγμή πιο πλυμένα και πιο βρώμικα. Λες και οι πλάκες που τα έχουν στρώσει –τέτοιες που δε μπορείς να είσαι σίγουρος αν είναι νεοτοποθετημένες ή υπερεκατονταετείς– έχουν γεράσει μονοστιγμίς, έχοντας ποτιστεί με κάτι από την αιθαλομίχλη και την υγρασία, με την επικουρία των καθημερινών ακαθαρσιών που συνεισφέρουν τα πουλιά, τα αδέσποτα και οι διαβάτες. Αν και οι ζωντανοί παράγοντες αυτού του φαινομένου βρίσκονται και εκτός πόλης, εκεί που η φθορά δεν είναι τόσο εμφανής, ούτε τόσο επίμονη και καθολική. Υπάρχουν δε πόλεις που δεν μαστίζονται από την αιθαλομίχλη αισθητά, ούτε τα φύλλα των φυτών στους χώρους πρασίνου είναι μόνιμα τέσσερις τόνους πιο σκούρα, ωστόσο, οι στρωμένες στους πεζόδρομούς τους πλάκες διατηρούν τις ιδιότητές τους, που εξαπλώνονται ανάμεσα στις γέρικες και τις νεοφερμένες σαν νωπό μελάνι σε στυπόχαρτο. Μια ιδέα πέρασε από το νου του, πως οι σόλες των παπουτσιών μάς προφυλάσσουν από αυτή την γηραντική ασθένεια των πεζοδρομίων και πως αν τολμούσαμε να περπατήσουμε στα πεζοδρόμια των πόλεων ξυπόλητοι, η καταραμένη γήρανση θα μας μεταμόρφωνε κι εμάς μέσα σε λίγη ώρα, σε βασανισμένους γέρους βγαλμένους από χαρακτικά, σαν τον “επαίτη με το ξύλινο πόδι” τού Ρέμπραντ1. Το αστείο πίσω από την εικόνα ενός παιδιού που τρέχει μέσα στην χαρά και την ξυπολυσιά του στο πεζοδρόμιο, σαν παράδειγμα της εξέλιξης του ανθρωπίνου είδους από τον πίθηκο ως τον άνθρωπο, μετατρεπόμενο σε ανήμπορο γέρο ξεθώριασε, για να δώσει τη θέση του στην ανάμνηση ενός παιδιού που κρατάει στα δάκτυλά τού δεξιού του χεριού μια πλαστική μπουλντόζα, γραπώνοντάς τη από τις τρύπες των παραθύρων της και μένει αποσβολωμένο απέναντι σ’ όλους αυτούς που μετατράπηκαν από γνωστούς σε αγνώστους, από φίλοι σε εχθροί εν ριπεί οφθαλμού.
    Αυτή η ξαφνική παρείσφρηση μιας βδελυρής σκέψης, σαν να παρουσιάστηκε από το πουθενά για να συγκλονίσει και να διασκεδάσει την αυτοπεποίθηση και την συνάφεια του στον λόγο ή στην πράξη, είναι πλήγμα ενός παλιού εχθρού. Όταν ήταν στην εφηβεία, βέλη πολύ πιο οδυνηρά από αυτό τον έπλητταν σε βάθος και οι πληγές τους έμεναν ανοιχτές και χέουσες για καιρό. Με τον καιρό, με βοήθεια, μπόρεσε να βρει τρόπους να μετριάζει σημαντικά την οδύνη που προκαλούσαν, μα μέχρι τώρα –ποιος ξέρει, ίσως για πάντα– δε μπόρεσε να βρει τρόπο να προβλέπει, ούτε να ανακόπτει τις επιθέσεις. Είναι έρμαιό τους, σαν το θήραμα που στρέφεται προσήνεμα κι ούτε βλέπει, ούτε οσμίζεται τον κίνδυνο που το ακολουθεί. Ρούφηξε μια τζούρα καπνού, δε φανερώθηκε καμμιά διαρροή στο στήθος του, άρα θα επιζούσε κι ετούτο το πλήγμα, με μόνη απώλεια, κάτι από τη διάθεσή του να πλάθει σκηνές με τη φαντασία του, ή –καλύτερα– όχι αυτό, κάτι από τα φανταχτερά χρώματά τους. Άνοιξε λίγο το βήμα του.

    Έφτασε στη διεύθυνση, όπου βρήκε ένα διώροφο οίκημα, από αυτά που έχουν μια πόρτα στη μια μεριά τους, στην αριστερή εν προκειμένω, και έναν κοινόχρηστο χώρο με σκάλα, όπου βρίσκονται οι είσοδοι προς το κάθε διαμέρισμα. Τα κουδούνια ήταν δύο, μα κανένα με το όνομα της Δάφνης. Κοίταξε ξανά τη διεύθυνση: Οδός Αρκαδίας 144. Δεν είχε κάνει λάθος, εδώ έμενε η αδελφή του, μα δε φαινόταν να μένει πια. Εδώ που είχε φτάσει, θα πήγαινε ένα βήμα παραπέρα. Πάτησε το πρώτο κουδούνι και περίμενε. Στο πάνω μπαλκόνι, εμφανίστηκε μια γυναίκα και ρώτησε ποιος είναι. Έκανε δυο βήματα πίσω, κοίταξε ψηλά και απάντησε με τη φωνή του πιο έντονη και σταθερή.
    “Καλημέρα. Ψάχνω την αδελφή μου, Δάφνη Ηλιού. Έμενε εδώ, μέχρι πριν δυο χρόνια τουλάχιστον, αλλά φαίνεται πως δε ζει εδώ πια. Μήπως γνωρίζετε που μπορώ να τη βρω;”
    “Λυπάμαι, δε μπορώ να σας βοηθήσω,” είπε κάπως ξερά και συνοφρυωμένη, "δεν έχουμε εδώ καμμία τέτοια που λέτε. “Αργότερα, όταν θα έρθει κι ο γιος μου, να ξανά ’ρθετε να σας πει.”
    “Ευχαριστώ πολύ. Μάλλον θα δοκιμάσω” συνέχισε έντονα.
    Στο μεταξύ, κι ενώ ήταν έτοιμος να δοκιμάσει την τύχη του με το δεύτερο κουδούνι, άνοιξε το ένα παράθυρο του ισογείου. Παρά το ότι δεν είδε το όνομά της στο κουδούνι, παρά το ότι η γυναίκα του από πάνω ορόφου δεν την ήξερε ούτε στο όνομα, για μια στιγμή ο Άννας περίμενε ότι θα δει την αδελφή του. Η πραγματικότητα, ωστόσο, πολλές φορές είναι πιο ευφάνταστη από εμάς. Από το παράθυρο ξεπρόβαλε το πρόσωπο της Γιολάντας:
    “Ψάχνετε την Δάφνη;” Έπαψε προς στιγμήν, αναγνωρίζοντας σε ποιον μιλάει. “Άννα, εσύ είσαι; Καλό κι αυτό! Μπες – κάτσε να σου ανοίξω.”
    Μπορεί κάποιος να παρατηρήσει, μέσα στα πλείστα όσα μπορεί να παρατηρεί κανείς για να αποτυπώνει νόμους, να φτιάχνει κανόνες και να δίνει σχήμα, νόημα και λογική στον παραλογισμό, την ασυνέπεια και την ασυναρτησία που χαρακτηρίζουν την αλληλουχία των γεγονότων της ζωής του (αν όχι της ιστορίας), πως η συχνότητα των συναπαντήσεών του με συγκεκριμένους ανθρώπους που δεν αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς του, δεν είναι σταθερή αλλά έχει περιοδικές αυξομειώσεις. Για παράδειγμα, έχει να δει κάποιος τέσσερα χρόνια έναν πρώην συμμαθητή του και τον συναντά στον δρόμο, η πιθανότητα να τον ξανά-απαντήσει μέσα στις επόμενες ημέρες, τυχαία πάντα, χωρίς να κανονιστεί κάτι, είναι περισσότερες από αυτές τού να τον συναντήσει ξανά σε τέσσερα χρόνια. Όπως αν εφάπτονταν οι τροχιές των ανθρώπων και κατ’ αυτή τη σύνοδο –που μοιράζονται τον κοινό τόπο– πέφτουν ξανά και ξανά ο ένας πάνω στον άλλο. Αν κάποιος το ονομάσει αυτό σύμπτωση, μοίρα ή φυσικό επακόλουθο μιας κατάστασης που τους βάζει να τριγυρνούν γύρω από τον ίδιο τόπο, τις ίδιες ώρες, θα έχει να κάνει με την προδιάθεση που έχει να ερμηνεύει τα φαινόμενα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ο συνδυασμός της σπανιότητας και της σύντομης επανάληψης, ωστόσο, κάνει αυτό το φαινόμενο ευδιάκριτο όσο και εντυπωσιακό. Ακόμα κι αν το αναγνωρίζουμε, ωστόσο, δε μας δίνει την ελευθερία να το προεξοφλούμε. Στην προκειμένη περίπτωση, η συνάντηση του Άννα με τη Γιολάντα, μας θυμίζει αυτό το φαινόμενο, την επαναλαμβανόμενη δηλαδή, τυχαία συνάντηση, χωρίς όμως να λαμβάνει χώρα στον ίδιο τόπο. Αν ψάχναμε να βρούμε κάποιο ψήγμα αιτιότητας, θα έπρεπε να δημιουργήσουμε ένα παράδοξο που να διατείνεται πως ακριβώς η σύμπτωση της διεύθυνσης της Γιολάντας με την παλαιότερη της Δάφνης, δημιούργησε τη συνθήκη να συναντηθούν το προηγούμενο βράδυ και ενίσχυσε την επιθυμία του Άννα να ψάξει την αδελφή του ταυτόχρονα με την επιθυμία του απέναντι στη Γιολάντα. Αλλά το να ισχυριστεί κανείς κάτι τέτοιο, θα είχε νόημα αν αυτή η σύνδεση μεταξύ Γιολάντας και Δάφνης μπορούσε να διακριθεί συνειδητά ή ασυνείδητα, τουλάχιστον από τον Άννα τον ίδιο. Αν, δηλαδή, η σχέση της Γιολάντας με τη Δάφνη άφηνε στην πρώτη κάποιο χαρακτηριστικό. Τον τρόπο της σε μια λέξη, μια χειρονομία, μια γκριμάτσα ή ένα βλέμμα. Και πάλι, το συναπάντημά τους στο μπαρ, το βράδυ της προηγούμενης, δεν είναι κάτι που προκαλείται από μια γειτνίαση. Το να επαναδομήσεις την πραγματικότητα με κολλημένα με λογική τούβλα, το ένα προσεκτικά τοποθετημένο δίπλα στο άλλο, είναι πρακτικά αδύνατο. Η πραγματικότητα μοιάζει να είναι συντεθειμένη με μια δαιμόνια χρήση πλίνθων που καταφτάνουν με τυχαία σειρά και παίρνουν τη θέση τους όχι ανάλογα με το πού ενδεχομένως να έκρινε κάποιος πως υπάρχει κενό, παρά με το πού ο κάθε πλίνθος διεκδικεί από τη φύση του μια θέση ακλόνητη και ταυτόχρονα «ταιριαστή». Η πραγματικότητα έχει περισσότερο το χαρακτήρα και την εμφάνιση ενός δρακόσπιτου, ή καλύτερα μιας ξερολιθιάς2, παρά ενός δομικού έργου από αυτά που συναντάμε στις πόλεις. Είναι αποτέλεσμα ενός προτύπου σύνθεσης που, ενώ είναι καταδικασμένο να αγνοεί εξ αρχής τα ακριβή χαρακτηριστικά των δομικών του συστατικών, διατηρεί μια προδιάθεση για το αποτέλεσμά της η οποία δεν αφορά την μοίρα των συστατικών αυτών, αλλά την συνεχή τροφοδότηση, συμπλήρωση και επέκταση τού «αρχιτεκτονήματος». Έτσι κι ο Άννας, θα μπορούσε να εφεύρει μια εξήγηση για το πώς θα ήταν δυνατό να επιβιβαστεί σε ένα αεροπλάνο, το οποίο θα έπεφτε και θα προσέκρουε στην αυλή της Γιολάντας, αλλά το να εξυφάνει ένα απίθανο σχέδιο που θα τον έφερνε στην πόρτα της, ψάχνοντας τη Δάφνη, ξεπερνούσε την φαντασία του αυτή τη στιγμή – χωρίς τη βοήθεια της Γιολάντας, ή της Δάφνης τουλάχιστον.
    Άνοιξε η πόρτα και η Γιολάντα του ένευσε να μπει.
    “Πέρνα μέσα. Δεν περίμενα να σε ξαναδώ τόσο σύντομα!”
    Ο Άννας, με ένα θαυμαστικό (!) να έχει γεμίσει με την τελεία του το νου του, και με την φανταστική «κεραία» τού σχήματός του να ανεμίζει πάνω από το κεφάλι του σαν αυτά τα σωληνωτά πλαστικά σκιάχτρα που χορεύουν με τον αέρα που τους εμπνέει ο μηχανισμός από κάτω τους, την ακολούθησε στο διαμέρισμα.
    “Ναι. Η αλήθεια είναι πως η συνάντησή μας «απείχε παρασάγγας» από τα όσα περίμενα ερχόμενος εδώ. Ήρθα να βρω την αδελφή μου, Δάφνη, η οποία έμενε σ’ αυτή τη διεύθυνση για χρόνια και μέχρι πριν κάποιο καιρό. Τουλάχιστον απ΄ όσο ξέρω.”
    “Ναι, ξέρω. Σε άκουσα μόλις, που μιλούσες στην από-πάνω. Αποφεύγει να μιλάει στον κόσμο, ιδίως όταν λείπει ο γιος της, επειδή δε γνωρίζει καλά τη γλώσσα. Στην καθημερινότητά της, ωστόσο, είναι πολύ ζεστός άνθρωπος.
    Είσαι όντως αδελφός της Δάφνης, λοιπόν; Δεν ήξερα καν ότι έχει αδέλφια. Ούτε ότι ήταν από εδώ κοντά. Δηλαδή την ήξερε και ο Βίκτωρας από την μαθητική του ηλικία; Θα μπορούσε να τύχει να συναντηθούν εδώ κάποια στιγμή, αλλά η σύμπτωση ποτέ δεν...” έκανε την επανασύνταξη χαμηλώνοντας μια ιδέα τον τόνο της, “δεν συνέπεσε ποτέ.”
    “Ναι. Είμαστε αδέλφια. Δεν έχει άλλα, μόνο οι δυο μας είμαστε, αλλά έχουμε χαθεί.” Είπε με ένα ύφος ερμηνευτικό, για να γυρίσει τον τόνο του σε κάποιον άλλο, που έμοιαζε περισσότερο σε απολογία. “Από τον τρόπο που μιλάς γι’ αυτή, καταλαβαίνω πως είναι καλά. Ζει δηλαδή. Δεν την έχασα τελειωτικά.” Με τα όσα αντιμετώπισε, ο ορίζοντας των πιθανοτήτων διαπλατύνθηκε πολύ. Η χειρότερη εκδοχή δε χρειαζόταν την υποστήριξη κανενός οιωνού για να τρυπώσει πρώτη στο νου του.
    “Η Δάφνη; Βέβαια ζει. «Ζει και βασιλεύει.» (Κι εσύ είσαι αδελφός της;) Θα την πάρω τηλέφωνο τώρα, για να συνεννοηθώ μαζί της για το πού θα την βρεις. Υποθέτω, δεν ήθελες να της κάνεις έκπληξη ερχόμενος εδώ... Την ξέρω από τότε που ήρθα να μείνω εδώ. Έμενε ήδη από πάνω τότε. Και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που βρεθήκαμε εκείνη την περίοδο... και άλλη περίοδο να την συναντούσα δηλαδή, πάλι ωραία θα ήταν.” Είπε, κοίταξε αφηρημένα μπροστά της και χαμογέλασε, κλίνοντας ελαφρά το κεφάλι της, σαν να της ψιθύρισε κάτι έξυπνο ο αριστερός της ώμος. “Τέλος πάντων, περίμενε να μιλήσω μαζί της και θα μας δοθεί κάποτε η ευκαιρία να τα κουβεντιάσουμε αυτά.”
    Κοίταξε τριγύρω του. Πάνω στο CD player που έπαιζε ήταν μια θήκη με τίτλο «Λέυλατ Χομπ» και την εικόνα μιας γυναίκας στα πενήντα της με γυαλιά ηλίου σαν της Όντρεϊ Χέπμπορν στο «Πρόγευμα στο Τίφφανις». Η ένταση ήταν χαμηλή, αλλά ο ήχος των βιολιών και των πνευστών θύμιζε έντονα ραδιόφωνο στα βραχέα, αργά το βράδυ. Βιβλία με τίτλους όπως «Νέα Υόρκη σε Παραλήρημα»3, «Η Αθήνα Παραμένει4», «Ουσονικά Σπίτια»5 και άλμπουμ φωτογραφιών, άλλα γεμάτα χρώματα, άλλα σαν αυτό που του τράβηξε το βλέμμα: άσπρόμαυρο, με ένα εξώφυλλο που απεικονίζει μια ξύλινη πόρτα που παραπάνω από το χερούλι της έχει ένα παράθυρο και πίσω από το παράθυρο ξεπροβάλλει το πρόσωπο μιας γυναίκας με τμήμα από το σαγόνι της κρυμμένο από το πλαίσιο, κοιτάζοντας όχι τον φακό, παρά κάτω και δεξιά της, έξω απ’ το φύλλο. Έγραφε «Άλλη Αμερική» στα γαλλικά6. Το οπισθόφυλλο, μοιραία, τού διέφυγε. Ούτε ένα βιβλίο λογοτεχνίας στα σχεδόν άδεια ράφια. Αυτή η απουσία αντικειμένων στα ράφια, καταμεσής τού καθιστικού έμοιαζε για έναν απροσδιόριστο λόγο μουσική, αν μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει τον όρο «μουσική απουσία» για κάτι που δεν είναι ηχητικό. Σαν να ήταν τα αντικείμενα κεφαλές από νότες πάνω στο πεντάγραμμο των ραφιών. «Χτένισε» το δωμάτιο, μα δεν είδε πουθενά σταχτοδοχείο. Το παράθυρο στη φωτογραφία έμοιαζε με κάδρο κολλημένο σε ξύλινο τοίχο. Το πρόσωπο της γυναίκας ήταν σαν να βγαίνει μέσα από μια φωτογραφία για να κοιτάξει. Σαν να βγαίνει μέσα από δυο φωτογραφίες, αυτή που συνέλαβε ο φωτογράφος και αυτή που φαντάστηκε ο θεατής στη θέση τού παραθύρου. «Θα είναι εκεί; Θα με αναγνωρίσει; Θα μου ανοίξει την πόρτα; Θα μπορέσω να μπω;»
    “Πώς έχεις έρθει; Είσαι με αμάξι;”
    “Όχι, με το τραίνο ήρθα. Την βρήκες, της μίλησες;”
    “Ναι, είναι στο σπίτι της. Θα σε περιμένει. Έλα να σε πετάξω”, είπε και πήρε τα κλειδιά της από έναν δίσκο που καθόλου δεν έκανε για σταχτοδοχείο.
    “Μήπως να μη σε ξεβολεύω; Αν δεν είναι μακριά, καλύτερα να περπατήσω”, προσφέρθηκε, για να μη γίνει βάρος ο Άννας.
    “Καλά. Δεν είναι κανένα θέμα και δεν έχει νόημα να δημιουργήσουμε. Μισό λεπτό να κλείσω και φύγαμε”

    Μέσα στο αμάξι, η μουσική ξεκίνησε να ακούγεται με το που πήρε μπροστά η μηχανή. Ο Άννας θυμήθηκε αυτό που του είχε πει ο Βίκτωρας για τη Γιολάντα το προηγούμενο βράδυ, ότι δεν ακούει καθόλου ραδιόφωνο. Ακουγόταν ένα έγχορδο, μάλλον λαούτο και το στερεοφωνικό έγραφε «03 - Sir John Smith, his Almain». Η μελωδία ήταν μάλλον ήρεμη και έρρεε –αν μπορεί κανείς να φανταστεί ότι μια μελωδία ρέει– απρόσκοπτα, ή εν πάση περιπτώσει δίνοντας την αίσθηση μιας αναπήδησης της «μελωδικής σπίθας» ή μιας τέτοιας δέσμης, από φθόγγο σε φθόγγο, από δεσμό σε δεσμό, από νύξη σε νύξη και από αρπισμό σε αρπισμό, η οποία, ακόμα και τις στιγμές που το αυτί αναπαυόταν σε μια συγχορδία, δεν προξενούσε την παραμικρή αμφιβολία για την απρόσκοπτη κίνηση και ζωτικότητά της, ως το τέλος της μελωδίας. Αυτό δημιούργησε μια αντίστιξη με την ολοένα αυξανόμενη κίνηση των αυτοκινήτων στους δρόμους της πόλης και παράλληλα μια απόκοσμη απομόνωση, ιδίως τώρα που το καλοριφέρ άρχιζε να ζεσταίνει την καμπίνα, όμοια με αυτή ανάμεσα στο μπαρ και το περιβάλλον του εχθές το βράδυ. Ήταν σαν να βρισκόταν μέσα σε μια κρυστάλλινη σφαίρα και να κοιτούσε προς τα έξω, σε μια ξεχωριστή πραγματικότητα, πέρα από το παρμπρίζ. Σαν να ήμασταν εμείς, όλος ο κόσμος, που είχε ενώπιόν του αυτή τη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα, η οποία απεικόνιζε κάποιον κόσμο πολύ μακρινό και εξωτικό και σ’ αυτόν τον μακρινό και μυθικό κόσμο, τον οποίον μοιραζόντουσαν όσοι λίγοι ακούγανε στο αυτοκίνητό ετούτο τους ζωηρούς χορούς και φαντασίες σε λαούτο, κοιτούσαν προς τα έξω και μας έβλεπαν με τη σειρά τους, μακρινούς, εξωτικούς και αλλοπρόσαλλους. Αυτή η απόκοσμη απομόνωση έκανε για λίγο τον Άννα να ξεχάσει την αναζήτηση της αδελφής του και να αναπαύσει για λίγο το βλέμμα του πάνω στην Γιολάντα, όπως απορροφόμαστε να παρατηρούμε με μάτια ορθάνοιχτα τους άλλους να ασχολούνται με κάτι συγκεκριμένο και οικείο, να τρυγούν, να χτίζουν, να γράφουν, να πλένουν ή να παίζουν, απολαμβάνοντας το μεγαλείο των ανθρώπων που είναι εκεί και πράττουν καθώς καλά γνωρίζουν, ανεμπόδιστα, χωρίς περιττές σκέψεις κι έγνοιες, απεκδυόμενοι τον εαυτό τους και –ως εκ τούτου– τόσο επιθυμητοί στην γύμνια τους.
    “Δεν ξέρω αν είναι κατάλληλη στιγμή, Άννα, αλλά ήθελα να σε ρωτήσω κάτι...” είπε η Γιολάντα, στην παύλα ενός κόκκινου φαναριού.
    “Βεβαίως, ρώτησέ με ό,τι θες”.
    “Από ό,τι σε άκουσα να λες, έχεις να δεις την αδελφή σου χρόνια. Πώς και ήρθες να τη βρεις σήμερα;”
    “Δεν ξέρω αν υπάρχει μια απλή, μια σαφής απάντηση σ’ αυτό... Η αλήθεια είναι πώς ο χωρισμός μας συνέβη όταν ήμουν μικρός και ήμουν αποκλειστικά θεατής του. Δεν είχα κανένα απολύτως λόγο σ’ αυτόν. Δεν καταλάβαινα γιατί μπορεί να θέλει η αδελφή μου, ή οποιοσδήποτε άλλος για λογαριασμό της, να φύγει από το σπίτι μας. Όχι ότι δεν υπήρξαν καυγάδες που να ήμουν μπροστά ή να μην είχα ακούσει από το δωμάτιό μου, αλλά κι εμένα με μάλωναν. Στα μάτια μου, λοιπόν, το φευγιό της έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Και όταν έπεσε, ήταν ένα τετελεσμένο γεγονός. Στο σπίτι δε μιλούσε κανείς για αυτή, τουλάχιστον μπροστά μου. Για χρόνια νόμιζα πως ούτε η μητέρα μου δεν επικοινωνούσε μαζί της, αλλά αυτό φάνηκε εν τέλει πως δεν ήταν αλήθεια. Είτε ήταν αλήθεια, όμως, είτε όχι, όλη αυτή η εξαφάνιση της αδελφής μου ήταν σαν ένας θάνατος. Όταν η Δάφνη «αναστήθηκε» χρόνια μετά, ξαναήρθε μαζί και το κενό της. Και, ενώ για κάποιον καιρό η αναζήτησή της έπαιρνε τη μια παράταση μετά την άλλη, έβρισκα τη μια δικαιολογία μετά την άλλη, γιατί πού να βρω το θάρρος να την ξαναντικρίσω, εχθές, πριν ακόμα βρεθούμε, έψαχνα τρόπο να κάνω το πρώτο βήμα. Τον βρήκα, έκανα το πρώτο βήμα, το δεύτερο, κι έφτασα ως εδώ”.
    Το αμάξι είχε ήδη σταματήσει με τα αλάρμ ανοιχτά σε έναν δρόμο στο κέντρο της πόλης, όπου τα σπίτια δεν έχουν κήπους και πράσινο κι οι πολυκατοικίες δεν έχουν μεγάλα μπαλκόνια για βεγγέρες. Το μουσικό κομμάτι είχε αλλάξει εδώ και ώρα, αλλά η μουσική ήταν παρόμοια.
    “Κατάλαβα. Ευχαριστώ που με εμπιστεύτηκες αρκετά για να μου πεις όλα αυτά. Η Δάφνη μένει στην απέναντι πολυκατοικία. Θέλει να είναι πιο κοντά στα πράγματα και γι αυτό μετακόμισε στο κέντρο. Όσο για εμένα, θα γυρίσω τώρα. Χάρηκα, ξανά. Τη διεύθυνσή μου την ξέρεις, πάρε τα στοιχεία μου και όποτε θες, κάλεσέ με να τα πούμε”.
    Του έδωσε μια κάρτα της και του έδωσε κι ένα φιλί στο μάγουλο. Του φάνηκε λίγο τολμηρό για τα δικά του μέτρα, αλλά το καλωσόρισε με ένα χαμόγελο που έλεγε περισσότερο «ευχαριστώ για την υποστήριξη» παρά «ωραίο ήταν, αν έχεις κι άλλα... θα δυσκολευτώ, αλλά θυσία να γίνω...». Όχι ότι ήταν βέβαιος για το αν ήταν χαμόγελο καν αυτό που σχημάτισε, αλλά ενός είδους ανασφάλεια μέσα σ’ όλο αυτό τον κυκεώνα δεν του επέτρεψε να λειτουργήσει όπως θα λειτουργούσε ένας εξωστρεφής ενδιαφερόμενος απέναντι στο αντικείμενο τού ενδιαφέροντος. Βγήκε έξω, πέρασε απέναντι και κοίταξε τα κουδούνια της πολυκατοικίας. Χτύπησε το κουδούνι της Δάφνης και δεν περίμενε πολύ, μέχρι που την άκουσε από το θυροτηλέφωνο:
    “Παρακαλώ;”
    “Καλημέρα Δάφνη, ο Άννας είμαι”.
    “Ανεβαίνεις στον τρίτο, Άννα”.
    Ο ανελκυστήρας ήταν αρκετά ευρύχωρος, καλοφωτισμένος, με καθρέφτη απέναντι από την πόρτα, που έκανε το χώρο να φαντάζει ακόμα μεγαλύτερος και μετρίαζε τη μοναξιά σ’ αυτό το κουβούκλιο, τα άλλα τοιχώματα είχαν μεταλλικές επενδύσεις. Μέσα στη νευρικότητά του, παρά τρίχα θα έσκαγε στα γέλια, εκεί, μόνος του, στην ανάμνηση ενός παππού –ετοιμόρροπου πάνω στη μαγκούρα του– που είχαν συναντήσει μαζί με τη μητέρα του στον ανελκυστήρα ενός ιατρικού κέντρου, ο οποίος άρχισε να μιλάει στον εαυτό του, αυτόν που βρισκόταν από την άλλη μεριά τού καθρέφτη: “Κι εσύ με τους γιατρούς έχεις μπλέξει; Δεν ξέρεις τι να κάνεις, πια. Δε με γονάτισε τόσα χρόνια η φωτιά στην κουζίνα, με φάγανε οι καρδιολόγοι κι οι μικροβιολόγοι. Άσ’ τα να πάνε στον αγύριστο!” και κουνούσε πάνω κάτω το κεφάλι του, προσθέτοντας στο τέλος μια κίνηση με την αριστερή, την ελεύθερη παλάμη του, όπως αν θα σάρωνε μ’ αυτή δυο ψίχουλα απ’ το τραπέζι. Του έσφιγγε τον καρπό η μητέρα του, για να κόψει τα πνιχτά χάχανα. Τα έκοψε, μέχρι να ανοίξει η πόρτα και να ακούσει: “Κατεβαίνω εδώ. Θα τα πούμε εμείς. Περαστικά”. Έκτοτε, αυτό θα αποτελούσε το προσωπικό αστείο μεταξύ του Άννα και της μητέρας του.
    Στον τρίτο, κατέβηκε και ο Άννας, αφήνοντας τον εαυτό του από την άλλη μεριά του καθρέφτη και τις επιφυλάξεις του με το πρόσωπο της μητέρας του, να τον κρατούν από τον καρπό μέσα στον ανελκυστήρα. Βγήκε στο διάδρομο και βρήκε την Δάφνη να τον περιμένει στην πόρτα. Η πόρτα ήταν μισοανοιγμένη, και η Δάφνη στεκόταν σαν ένα εμπόδιο. Από πίσω, ένας σκύλος χοροπηδούσε πέρα – δώθε λαχανιασμένος, σα να έπαιζε με το δεξί χέρι της Δάφνης, που ήταν υψωμένο για να ανακόψει τις επιδέξιες προσπάθειες του για προέλαση.
    “Έλα, έλα για να κλείσουμε την πόρτα!”




1Rembrandt van Rijn: Beggar With a Wooden Leg, Χαρακτικό, 1630
2Αιμασιάς
3Delirious New York, 1978, Rem Koolhaas, The Monacelli Press
4Athens, Still Remains: The Photographs of Jean-François Bonhomme, 2010, Jacques Derrida, Fordham University Press
5Frank Lloyd Wright's Usonian Houses, 1994, Carla Lind, Promegranate Artbooks
6Autres Amériques, 2015(?), Sebastião Salgado, Contrejour (Εξ. Guatemala, 1978, little girl carrying candy apples)