Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2017

Μεσημβρινό - Μέρος πρώτο (Γ' μέρος)

    Η πρωινή ψύχρα ξάφνιασε τον Άννα. Ενώ ο δρόμος από το σπίτι του στον σταθμό του τραίνου ήταν ένα παιχνιδάκι, με το που αποβιβάστηκε από το τραίνο, σε αυτή την κατάσταση υπερέντασης από την έλλειψη ύπνου και της χαμηλής πίεσης, από την ακινησία, ένιωσε ανήμπορος να ανταπεξέλθει της θερμοκρασίας τού περιβάλλοντός του. Αισθανόταν ένα μικρό τρέμουλο να συνεπαίρνει τα μπράτσα και τη ράχη του. Το περπάτημα σίγουρα θα τον ζέσταινε μια ιδέα, το κάπνισμα όμως, σίγουρα όχι. Παρ’ όλα αυτά, άναψε ένα τσιγάρο και στράφηκε προς τα βόρεια, προς το κέντρο της πόλης.
    Παρατήρησε το πεζοδρόμιο στο οποίο περπατούσε. Τα πεζοδρόμια στις μεγάλες πόλεις έχουν κάτι ιδιαίτερο. Δεν αναφέρομαι στο μέγεθός τους, παρά στο γεγονός ότι αν τα συγκρίνεις με αυτά των μικρότερων αστικών δομών, είναι την ίδια στιγμή πιο πλυμένα και πιο βρώμικα. Λες και οι πλάκες που τα έχουν στρώσει –τέτοιες που δε μπορείς να είσαι σίγουρος αν είναι νεοτοποθετημένες ή υπερεκατονταετείς– έχουν γεράσει μονοστιγμίς, έχοντας ποτιστεί με κάτι από την αιθαλομίχλη και την υγρασία, με την επικουρία των καθημερινών ακαθαρσιών που συνεισφέρουν τα πουλιά, τα αδέσποτα και οι διαβάτες. Αν και οι ζωντανοί παράγοντες αυτού του φαινομένου βρίσκονται και εκτός πόλης, εκεί που η φθορά δεν είναι τόσο εμφανής, ούτε τόσο επίμονη και καθολική. Υπάρχουν δε πόλεις που δεν μαστίζονται από την αιθαλομίχλη αισθητά, ούτε τα φύλλα των φυτών στους χώρους πρασίνου είναι μόνιμα τέσσερις τόνους πιο σκούρα, ωστόσο, οι στρωμένες στους πεζόδρομούς τους πλάκες διατηρούν τις ιδιότητές τους, που εξαπλώνονται ανάμεσα στις γέρικες και τις νεοφερμένες σαν νωπό μελάνι σε στυπόχαρτο. Μια ιδέα πέρασε από το νου του, πως οι σόλες των παπουτσιών μάς προφυλάσσουν από αυτή την γηραντική ασθένεια των πεζοδρομίων και πως αν τολμούσαμε να περπατήσουμε στα πεζοδρόμια των πόλεων ξυπόλητοι, η καταραμένη γήρανση θα μας μεταμόρφωνε κι εμάς μέσα σε λίγη ώρα, σε βασανισμένους γέρους βγαλμένους από χαρακτικά, σαν τον “επαίτη με το ξύλινο πόδι” τού Ρέμπραντ1. Το αστείο πίσω από την εικόνα ενός παιδιού που τρέχει μέσα στην χαρά και την ξυπολυσιά του στο πεζοδρόμιο, σαν παράδειγμα της εξέλιξης του ανθρωπίνου είδους από τον πίθηκο ως τον άνθρωπο, μετατρεπόμενο σε ανήμπορο γέρο ξεθώριασε, για να δώσει τη θέση του στην ανάμνηση ενός παιδιού που κρατάει στα δάκτυλά τού δεξιού του χεριού μια πλαστική μπουλντόζα, γραπώνοντάς τη από τις τρύπες των παραθύρων της και μένει αποσβολωμένο απέναντι σ’ όλους αυτούς που μετατράπηκαν από γνωστούς σε αγνώστους, από φίλοι σε εχθροί εν ριπεί οφθαλμού.
    Αυτή η ξαφνική παρείσφρηση μιας βδελυρής σκέψης, σαν να παρουσιάστηκε από το πουθενά για να συγκλονίσει και να διασκεδάσει την αυτοπεποίθηση και την συνάφεια του στον λόγο ή στην πράξη, είναι πλήγμα ενός παλιού εχθρού. Όταν ήταν στην εφηβεία, βέλη πολύ πιο οδυνηρά από αυτό τον έπλητταν σε βάθος και οι πληγές τους έμεναν ανοιχτές και χέουσες για καιρό. Με τον καιρό, με βοήθεια, μπόρεσε να βρει τρόπους να μετριάζει σημαντικά την οδύνη που προκαλούσαν, μα μέχρι τώρα –ποιος ξέρει, ίσως για πάντα– δε μπόρεσε να βρει τρόπο να προβλέπει, ούτε να ανακόπτει τις επιθέσεις. Είναι έρμαιό τους, σαν το θήραμα που στρέφεται προσήνεμα κι ούτε βλέπει, ούτε οσμίζεται τον κίνδυνο που το ακολουθεί. Ρούφηξε μια τζούρα καπνού, δε φανερώθηκε καμμιά διαρροή στο στήθος του, άρα θα επιζούσε κι ετούτο το πλήγμα, με μόνη απώλεια, κάτι από τη διάθεσή του να πλάθει σκηνές με τη φαντασία του, ή –καλύτερα– όχι αυτό, κάτι από τα φανταχτερά χρώματά τους. Άνοιξε λίγο το βήμα του.

    Έφτασε στη διεύθυνση, όπου βρήκε ένα διώροφο οίκημα, από αυτά που έχουν μια πόρτα στη μια μεριά τους, στην αριστερή εν προκειμένω, και έναν κοινόχρηστο χώρο με σκάλα, όπου βρίσκονται οι είσοδοι προς το κάθε διαμέρισμα. Τα κουδούνια ήταν δύο, μα κανένα με το όνομα της Δάφνης. Κοίταξε ξανά τη διεύθυνση: Οδός Αρκαδίας 144. Δεν είχε κάνει λάθος, εδώ έμενε η αδελφή του, μα δε φαινόταν να μένει πια. Εδώ που είχε φτάσει, θα πήγαινε ένα βήμα παραπέρα. Πάτησε το πρώτο κουδούνι και περίμενε. Στο πάνω μπαλκόνι, εμφανίστηκε μια γυναίκα και ρώτησε ποιος είναι. Έκανε δυο βήματα πίσω, κοίταξε ψηλά και απάντησε με τη φωνή του πιο έντονη και σταθερή.
    “Καλημέρα. Ψάχνω την αδελφή μου, Δάφνη Ηλιού. Έμενε εδώ, μέχρι πριν δυο χρόνια τουλάχιστον, αλλά φαίνεται πως δε ζει εδώ πια. Μήπως γνωρίζετε που μπορώ να τη βρω;”
    “Λυπάμαι, δε μπορώ να σας βοηθήσω,” είπε κάπως ξερά και συνοφρυωμένη, "δεν έχουμε εδώ καμμία τέτοια που λέτε. “Αργότερα, όταν θα έρθει κι ο γιος μου, να ξανά ’ρθετε να σας πει.”
    “Ευχαριστώ πολύ. Μάλλον θα δοκιμάσω” συνέχισε έντονα.
    Στο μεταξύ, κι ενώ ήταν έτοιμος να δοκιμάσει την τύχη του με το δεύτερο κουδούνι, άνοιξε το ένα παράθυρο του ισογείου. Παρά το ότι δεν είδε το όνομά της στο κουδούνι, παρά το ότι η γυναίκα του από πάνω ορόφου δεν την ήξερε ούτε στο όνομα, για μια στιγμή ο Άννας περίμενε ότι θα δει την αδελφή του. Η πραγματικότητα, ωστόσο, πολλές φορές είναι πιο ευφάνταστη από εμάς. Από το παράθυρο ξεπρόβαλε το πρόσωπο της Γιολάντας:
    “Ψάχνετε την Δάφνη;” Έπαψε προς στιγμήν, αναγνωρίζοντας σε ποιον μιλάει. “Άννα, εσύ είσαι; Καλό κι αυτό! Μπες – κάτσε να σου ανοίξω.”
    Μπορεί κάποιος να παρατηρήσει, μέσα στα πλείστα όσα μπορεί να παρατηρεί κανείς για να αποτυπώνει νόμους, να φτιάχνει κανόνες και να δίνει σχήμα, νόημα και λογική στον παραλογισμό, την ασυνέπεια και την ασυναρτησία που χαρακτηρίζουν την αλληλουχία των γεγονότων της ζωής του (αν όχι της ιστορίας), πως η συχνότητα των συναπαντήσεών του με συγκεκριμένους ανθρώπους που δεν αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς του, δεν είναι σταθερή αλλά έχει περιοδικές αυξομειώσεις. Για παράδειγμα, έχει να δει κάποιος τέσσερα χρόνια έναν πρώην συμμαθητή του και τον συναντά στον δρόμο, η πιθανότητα να τον ξανά-απαντήσει μέσα στις επόμενες ημέρες, τυχαία πάντα, χωρίς να κανονιστεί κάτι, είναι περισσότερες από αυτές τού να τον συναντήσει ξανά σε τέσσερα χρόνια. Όπως αν εφάπτονταν οι τροχιές των ανθρώπων και κατ’ αυτή τη σύνοδο –που μοιράζονται τον κοινό τόπο– πέφτουν ξανά και ξανά ο ένας πάνω στον άλλο. Αν κάποιος το ονομάσει αυτό σύμπτωση, μοίρα ή φυσικό επακόλουθο μιας κατάστασης που τους βάζει να τριγυρνούν γύρω από τον ίδιο τόπο, τις ίδιες ώρες, θα έχει να κάνει με την προδιάθεση που έχει να ερμηνεύει τα φαινόμενα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ο συνδυασμός της σπανιότητας και της σύντομης επανάληψης, ωστόσο, κάνει αυτό το φαινόμενο ευδιάκριτο όσο και εντυπωσιακό. Ακόμα κι αν το αναγνωρίζουμε, ωστόσο, δε μας δίνει την ελευθερία να το προεξοφλούμε. Στην προκειμένη περίπτωση, η συνάντηση του Άννα με τη Γιολάντα, μας θυμίζει αυτό το φαινόμενο, την επαναλαμβανόμενη δηλαδή, τυχαία συνάντηση, χωρίς όμως να λαμβάνει χώρα στον ίδιο τόπο. Αν ψάχναμε να βρούμε κάποιο ψήγμα αιτιότητας, θα έπρεπε να δημιουργήσουμε ένα παράδοξο που να διατείνεται πως ακριβώς η σύμπτωση της διεύθυνσης της Γιολάντας με την παλαιότερη της Δάφνης, δημιούργησε τη συνθήκη να συναντηθούν το προηγούμενο βράδυ και ενίσχυσε την επιθυμία του Άννα να ψάξει την αδελφή του ταυτόχρονα με την επιθυμία του απέναντι στη Γιολάντα. Αλλά το να ισχυριστεί κανείς κάτι τέτοιο, θα είχε νόημα αν αυτή η σύνδεση μεταξύ Γιολάντας και Δάφνης μπορούσε να διακριθεί συνειδητά ή ασυνείδητα, τουλάχιστον από τον Άννα τον ίδιο. Αν, δηλαδή, η σχέση της Γιολάντας με τη Δάφνη άφηνε στην πρώτη κάποιο χαρακτηριστικό. Τον τρόπο της σε μια λέξη, μια χειρονομία, μια γκριμάτσα ή ένα βλέμμα. Και πάλι, το συναπάντημά τους στο μπαρ, το βράδυ της προηγούμενης, δεν είναι κάτι που προκαλείται από μια γειτνίαση. Το να επαναδομήσεις την πραγματικότητα με κολλημένα με λογική τούβλα, το ένα προσεκτικά τοποθετημένο δίπλα στο άλλο, είναι πρακτικά αδύνατο. Η πραγματικότητα μοιάζει να είναι συντεθειμένη με μια δαιμόνια χρήση πλίνθων που καταφτάνουν με τυχαία σειρά και παίρνουν τη θέση τους όχι ανάλογα με το πού ενδεχομένως να έκρινε κάποιος πως υπάρχει κενό, παρά με το πού ο κάθε πλίνθος διεκδικεί από τη φύση του μια θέση ακλόνητη και ταυτόχρονα «ταιριαστή». Η πραγματικότητα έχει περισσότερο το χαρακτήρα και την εμφάνιση ενός δρακόσπιτου, ή καλύτερα μιας ξερολιθιάς2, παρά ενός δομικού έργου από αυτά που συναντάμε στις πόλεις. Είναι αποτέλεσμα ενός προτύπου σύνθεσης που, ενώ είναι καταδικασμένο να αγνοεί εξ αρχής τα ακριβή χαρακτηριστικά των δομικών του συστατικών, διατηρεί μια προδιάθεση για το αποτέλεσμά της η οποία δεν αφορά την μοίρα των συστατικών αυτών, αλλά την συνεχή τροφοδότηση, συμπλήρωση και επέκταση τού «αρχιτεκτονήματος». Έτσι κι ο Άννας, θα μπορούσε να εφεύρει μια εξήγηση για το πώς θα ήταν δυνατό να επιβιβαστεί σε ένα αεροπλάνο, το οποίο θα έπεφτε και θα προσέκρουε στην αυλή της Γιολάντας, αλλά το να εξυφάνει ένα απίθανο σχέδιο που θα τον έφερνε στην πόρτα της, ψάχνοντας τη Δάφνη, ξεπερνούσε την φαντασία του αυτή τη στιγμή – χωρίς τη βοήθεια της Γιολάντας, ή της Δάφνης τουλάχιστον.
    Άνοιξε η πόρτα και η Γιολάντα του ένευσε να μπει.
    “Πέρνα μέσα. Δεν περίμενα να σε ξαναδώ τόσο σύντομα!”
    Ο Άννας, με ένα θαυμαστικό (!) να έχει γεμίσει με την τελεία του το νου του, και με την φανταστική «κεραία» τού σχήματός του να ανεμίζει πάνω από το κεφάλι του σαν αυτά τα σωληνωτά πλαστικά σκιάχτρα που χορεύουν με τον αέρα που τους εμπνέει ο μηχανισμός από κάτω τους, την ακολούθησε στο διαμέρισμα.
    “Ναι. Η αλήθεια είναι πως η συνάντησή μας «απείχε παρασάγγας» από τα όσα περίμενα ερχόμενος εδώ. Ήρθα να βρω την αδελφή μου, Δάφνη, η οποία έμενε σ’ αυτή τη διεύθυνση για χρόνια και μέχρι πριν κάποιο καιρό. Τουλάχιστον απ΄ όσο ξέρω.”
    “Ναι, ξέρω. Σε άκουσα μόλις, που μιλούσες στην από-πάνω. Αποφεύγει να μιλάει στον κόσμο, ιδίως όταν λείπει ο γιος της, επειδή δε γνωρίζει καλά τη γλώσσα. Στην καθημερινότητά της, ωστόσο, είναι πολύ ζεστός άνθρωπος.
    Είσαι όντως αδελφός της Δάφνης, λοιπόν; Δεν ήξερα καν ότι έχει αδέλφια. Ούτε ότι ήταν από εδώ κοντά. Δηλαδή την ήξερε και ο Βίκτωρας από την μαθητική του ηλικία; Θα μπορούσε να τύχει να συναντηθούν εδώ κάποια στιγμή, αλλά η σύμπτωση ποτέ δεν...” έκανε την επανασύνταξη χαμηλώνοντας μια ιδέα τον τόνο της, “δεν συνέπεσε ποτέ.”
    “Ναι. Είμαστε αδέλφια. Δεν έχει άλλα, μόνο οι δυο μας είμαστε, αλλά έχουμε χαθεί.” Είπε με ένα ύφος ερμηνευτικό, για να γυρίσει τον τόνο του σε κάποιον άλλο, που έμοιαζε περισσότερο σε απολογία. “Από τον τρόπο που μιλάς γι’ αυτή, καταλαβαίνω πως είναι καλά. Ζει δηλαδή. Δεν την έχασα τελειωτικά.” Με τα όσα αντιμετώπισε, ο ορίζοντας των πιθανοτήτων διαπλατύνθηκε πολύ. Η χειρότερη εκδοχή δε χρειαζόταν την υποστήριξη κανενός οιωνού για να τρυπώσει πρώτη στο νου του.
    “Η Δάφνη; Βέβαια ζει. «Ζει και βασιλεύει.» (Κι εσύ είσαι αδελφός της;) Θα την πάρω τηλέφωνο τώρα, για να συνεννοηθώ μαζί της για το πού θα την βρεις. Υποθέτω, δεν ήθελες να της κάνεις έκπληξη ερχόμενος εδώ... Την ξέρω από τότε που ήρθα να μείνω εδώ. Έμενε ήδη από πάνω τότε. Και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που βρεθήκαμε εκείνη την περίοδο... και άλλη περίοδο να την συναντούσα δηλαδή, πάλι ωραία θα ήταν.” Είπε, κοίταξε αφηρημένα μπροστά της και χαμογέλασε, κλίνοντας ελαφρά το κεφάλι της, σαν να της ψιθύρισε κάτι έξυπνο ο αριστερός της ώμος. “Τέλος πάντων, περίμενε να μιλήσω μαζί της και θα μας δοθεί κάποτε η ευκαιρία να τα κουβεντιάσουμε αυτά.”
    Κοίταξε τριγύρω του. Πάνω στο CD player που έπαιζε ήταν μια θήκη με τίτλο «Λέυλατ Χομπ» και την εικόνα μιας γυναίκας στα πενήντα της με γυαλιά ηλίου σαν της Όντρεϊ Χέπμπορν στο «Πρόγευμα στο Τίφφανις». Η ένταση ήταν χαμηλή, αλλά ο ήχος των βιολιών και των πνευστών θύμιζε έντονα ραδιόφωνο στα βραχέα, αργά το βράδυ. Βιβλία με τίτλους όπως «Νέα Υόρκη σε Παραλήρημα»3, «Η Αθήνα Παραμένει4», «Ουσονικά Σπίτια»5 και άλμπουμ φωτογραφιών, άλλα γεμάτα χρώματα, άλλα σαν αυτό που του τράβηξε το βλέμμα: άσπρόμαυρο, με ένα εξώφυλλο που απεικονίζει μια ξύλινη πόρτα που παραπάνω από το χερούλι της έχει ένα παράθυρο και πίσω από το παράθυρο ξεπροβάλλει το πρόσωπο μιας γυναίκας με τμήμα από το σαγόνι της κρυμμένο από το πλαίσιο, κοιτάζοντας όχι τον φακό, παρά κάτω και δεξιά της, έξω απ’ το φύλλο. Έγραφε «Άλλη Αμερική» στα γαλλικά6. Το οπισθόφυλλο, μοιραία, τού διέφυγε. Ούτε ένα βιβλίο λογοτεχνίας στα σχεδόν άδεια ράφια. Αυτή η απουσία αντικειμένων στα ράφια, καταμεσής τού καθιστικού έμοιαζε για έναν απροσδιόριστο λόγο μουσική, αν μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει τον όρο «μουσική απουσία» για κάτι που δεν είναι ηχητικό. Σαν να ήταν τα αντικείμενα κεφαλές από νότες πάνω στο πεντάγραμμο των ραφιών. «Χτένισε» το δωμάτιο, μα δεν είδε πουθενά σταχτοδοχείο. Το παράθυρο στη φωτογραφία έμοιαζε με κάδρο κολλημένο σε ξύλινο τοίχο. Το πρόσωπο της γυναίκας ήταν σαν να βγαίνει μέσα από μια φωτογραφία για να κοιτάξει. Σαν να βγαίνει μέσα από δυο φωτογραφίες, αυτή που συνέλαβε ο φωτογράφος και αυτή που φαντάστηκε ο θεατής στη θέση τού παραθύρου. «Θα είναι εκεί; Θα με αναγνωρίσει; Θα μου ανοίξει την πόρτα; Θα μπορέσω να μπω;»
    “Πώς έχεις έρθει; Είσαι με αμάξι;”
    “Όχι, με το τραίνο ήρθα. Την βρήκες, της μίλησες;”
    “Ναι, είναι στο σπίτι της. Θα σε περιμένει. Έλα να σε πετάξω”, είπε και πήρε τα κλειδιά της από έναν δίσκο που καθόλου δεν έκανε για σταχτοδοχείο.
    “Μήπως να μη σε ξεβολεύω; Αν δεν είναι μακριά, καλύτερα να περπατήσω”, προσφέρθηκε, για να μη γίνει βάρος ο Άννας.
    “Καλά. Δεν είναι κανένα θέμα και δεν έχει νόημα να δημιουργήσουμε. Μισό λεπτό να κλείσω και φύγαμε”

    Μέσα στο αμάξι, η μουσική ξεκίνησε να ακούγεται με το που πήρε μπροστά η μηχανή. Ο Άννας θυμήθηκε αυτό που του είχε πει ο Βίκτωρας για τη Γιολάντα το προηγούμενο βράδυ, ότι δεν ακούει καθόλου ραδιόφωνο. Ακουγόταν ένα έγχορδο, μάλλον λαούτο και το στερεοφωνικό έγραφε «03 - Sir John Smith, his Almain». Η μελωδία ήταν μάλλον ήρεμη και έρρεε –αν μπορεί κανείς να φανταστεί ότι μια μελωδία ρέει– απρόσκοπτα, ή εν πάση περιπτώσει δίνοντας την αίσθηση μιας αναπήδησης της «μελωδικής σπίθας» ή μιας τέτοιας δέσμης, από φθόγγο σε φθόγγο, από δεσμό σε δεσμό, από νύξη σε νύξη και από αρπισμό σε αρπισμό, η οποία, ακόμα και τις στιγμές που το αυτί αναπαυόταν σε μια συγχορδία, δεν προξενούσε την παραμικρή αμφιβολία για την απρόσκοπτη κίνηση και ζωτικότητά της, ως το τέλος της μελωδίας. Αυτό δημιούργησε μια αντίστιξη με την ολοένα αυξανόμενη κίνηση των αυτοκινήτων στους δρόμους της πόλης και παράλληλα μια απόκοσμη απομόνωση, ιδίως τώρα που το καλοριφέρ άρχιζε να ζεσταίνει την καμπίνα, όμοια με αυτή ανάμεσα στο μπαρ και το περιβάλλον του εχθές το βράδυ. Ήταν σαν να βρισκόταν μέσα σε μια κρυστάλλινη σφαίρα και να κοιτούσε προς τα έξω, σε μια ξεχωριστή πραγματικότητα, πέρα από το παρμπρίζ. Σαν να ήμασταν εμείς, όλος ο κόσμος, που είχε ενώπιόν του αυτή τη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα, η οποία απεικόνιζε κάποιον κόσμο πολύ μακρινό και εξωτικό και σ’ αυτόν τον μακρινό και μυθικό κόσμο, τον οποίον μοιραζόντουσαν όσοι λίγοι ακούγανε στο αυτοκίνητό ετούτο τους ζωηρούς χορούς και φαντασίες σε λαούτο, κοιτούσαν προς τα έξω και μας έβλεπαν με τη σειρά τους, μακρινούς, εξωτικούς και αλλοπρόσαλλους. Αυτή η απόκοσμη απομόνωση έκανε για λίγο τον Άννα να ξεχάσει την αναζήτηση της αδελφής του και να αναπαύσει για λίγο το βλέμμα του πάνω στην Γιολάντα, όπως απορροφόμαστε να παρατηρούμε με μάτια ορθάνοιχτα τους άλλους να ασχολούνται με κάτι συγκεκριμένο και οικείο, να τρυγούν, να χτίζουν, να γράφουν, να πλένουν ή να παίζουν, απολαμβάνοντας το μεγαλείο των ανθρώπων που είναι εκεί και πράττουν καθώς καλά γνωρίζουν, ανεμπόδιστα, χωρίς περιττές σκέψεις κι έγνοιες, απεκδυόμενοι τον εαυτό τους και –ως εκ τούτου– τόσο επιθυμητοί στην γύμνια τους.
    “Δεν ξέρω αν είναι κατάλληλη στιγμή, Άννα, αλλά ήθελα να σε ρωτήσω κάτι...” είπε η Γιολάντα, στην παύλα ενός κόκκινου φαναριού.
    “Βεβαίως, ρώτησέ με ό,τι θες”.
    “Από ό,τι σε άκουσα να λες, έχεις να δεις την αδελφή σου χρόνια. Πώς και ήρθες να τη βρεις σήμερα;”
    “Δεν ξέρω αν υπάρχει μια απλή, μια σαφής απάντηση σ’ αυτό... Η αλήθεια είναι πώς ο χωρισμός μας συνέβη όταν ήμουν μικρός και ήμουν αποκλειστικά θεατής του. Δεν είχα κανένα απολύτως λόγο σ’ αυτόν. Δεν καταλάβαινα γιατί μπορεί να θέλει η αδελφή μου, ή οποιοσδήποτε άλλος για λογαριασμό της, να φύγει από το σπίτι μας. Όχι ότι δεν υπήρξαν καυγάδες που να ήμουν μπροστά ή να μην είχα ακούσει από το δωμάτιό μου, αλλά κι εμένα με μάλωναν. Στα μάτια μου, λοιπόν, το φευγιό της έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Και όταν έπεσε, ήταν ένα τετελεσμένο γεγονός. Στο σπίτι δε μιλούσε κανείς για αυτή, τουλάχιστον μπροστά μου. Για χρόνια νόμιζα πως ούτε η μητέρα μου δεν επικοινωνούσε μαζί της, αλλά αυτό φάνηκε εν τέλει πως δεν ήταν αλήθεια. Είτε ήταν αλήθεια, όμως, είτε όχι, όλη αυτή η εξαφάνιση της αδελφής μου ήταν σαν ένας θάνατος. Όταν η Δάφνη «αναστήθηκε» χρόνια μετά, ξαναήρθε μαζί και το κενό της. Και, ενώ για κάποιον καιρό η αναζήτησή της έπαιρνε τη μια παράταση μετά την άλλη, έβρισκα τη μια δικαιολογία μετά την άλλη, γιατί πού να βρω το θάρρος να την ξαναντικρίσω, εχθές, πριν ακόμα βρεθούμε, έψαχνα τρόπο να κάνω το πρώτο βήμα. Τον βρήκα, έκανα το πρώτο βήμα, το δεύτερο, κι έφτασα ως εδώ”.
    Το αμάξι είχε ήδη σταματήσει με τα αλάρμ ανοιχτά σε έναν δρόμο στο κέντρο της πόλης, όπου τα σπίτια δεν έχουν κήπους και πράσινο κι οι πολυκατοικίες δεν έχουν μεγάλα μπαλκόνια για βεγγέρες. Το μουσικό κομμάτι είχε αλλάξει εδώ και ώρα, αλλά η μουσική ήταν παρόμοια.
    “Κατάλαβα. Ευχαριστώ που με εμπιστεύτηκες αρκετά για να μου πεις όλα αυτά. Η Δάφνη μένει στην απέναντι πολυκατοικία. Θέλει να είναι πιο κοντά στα πράγματα και γι αυτό μετακόμισε στο κέντρο. Όσο για εμένα, θα γυρίσω τώρα. Χάρηκα, ξανά. Τη διεύθυνσή μου την ξέρεις, πάρε τα στοιχεία μου και όποτε θες, κάλεσέ με να τα πούμε”.
    Του έδωσε μια κάρτα της και του έδωσε κι ένα φιλί στο μάγουλο. Του φάνηκε λίγο τολμηρό για τα δικά του μέτρα, αλλά το καλωσόρισε με ένα χαμόγελο που έλεγε περισσότερο «ευχαριστώ για την υποστήριξη» παρά «ωραίο ήταν, αν έχεις κι άλλα... θα δυσκολευτώ, αλλά θυσία να γίνω...». Όχι ότι ήταν βέβαιος για το αν ήταν χαμόγελο καν αυτό που σχημάτισε, αλλά ενός είδους ανασφάλεια μέσα σ’ όλο αυτό τον κυκεώνα δεν του επέτρεψε να λειτουργήσει όπως θα λειτουργούσε ένας εξωστρεφής ενδιαφερόμενος απέναντι στο αντικείμενο τού ενδιαφέροντος. Βγήκε έξω, πέρασε απέναντι και κοίταξε τα κουδούνια της πολυκατοικίας. Χτύπησε το κουδούνι της Δάφνης και δεν περίμενε πολύ, μέχρι που την άκουσε από το θυροτηλέφωνο:
    “Παρακαλώ;”
    “Καλημέρα Δάφνη, ο Άννας είμαι”.
    “Ανεβαίνεις στον τρίτο, Άννα”.
    Ο ανελκυστήρας ήταν αρκετά ευρύχωρος, καλοφωτισμένος, με καθρέφτη απέναντι από την πόρτα, που έκανε το χώρο να φαντάζει ακόμα μεγαλύτερος και μετρίαζε τη μοναξιά σ’ αυτό το κουβούκλιο, τα άλλα τοιχώματα είχαν μεταλλικές επενδύσεις. Μέσα στη νευρικότητά του, παρά τρίχα θα έσκαγε στα γέλια, εκεί, μόνος του, στην ανάμνηση ενός παππού –ετοιμόρροπου πάνω στη μαγκούρα του– που είχαν συναντήσει μαζί με τη μητέρα του στον ανελκυστήρα ενός ιατρικού κέντρου, ο οποίος άρχισε να μιλάει στον εαυτό του, αυτόν που βρισκόταν από την άλλη μεριά τού καθρέφτη: “Κι εσύ με τους γιατρούς έχεις μπλέξει; Δεν ξέρεις τι να κάνεις, πια. Δε με γονάτισε τόσα χρόνια η φωτιά στην κουζίνα, με φάγανε οι καρδιολόγοι κι οι μικροβιολόγοι. Άσ’ τα να πάνε στον αγύριστο!” και κουνούσε πάνω κάτω το κεφάλι του, προσθέτοντας στο τέλος μια κίνηση με την αριστερή, την ελεύθερη παλάμη του, όπως αν θα σάρωνε μ’ αυτή δυο ψίχουλα απ’ το τραπέζι. Του έσφιγγε τον καρπό η μητέρα του, για να κόψει τα πνιχτά χάχανα. Τα έκοψε, μέχρι να ανοίξει η πόρτα και να ακούσει: “Κατεβαίνω εδώ. Θα τα πούμε εμείς. Περαστικά”. Έκτοτε, αυτό θα αποτελούσε το προσωπικό αστείο μεταξύ του Άννα και της μητέρας του.
    Στον τρίτο, κατέβηκε και ο Άννας, αφήνοντας τον εαυτό του από την άλλη μεριά του καθρέφτη και τις επιφυλάξεις του με το πρόσωπο της μητέρας του, να τον κρατούν από τον καρπό μέσα στον ανελκυστήρα. Βγήκε στο διάδρομο και βρήκε την Δάφνη να τον περιμένει στην πόρτα. Η πόρτα ήταν μισοανοιγμένη, και η Δάφνη στεκόταν σαν ένα εμπόδιο. Από πίσω, ένας σκύλος χοροπηδούσε πέρα – δώθε λαχανιασμένος, σα να έπαιζε με το δεξί χέρι της Δάφνης, που ήταν υψωμένο για να ανακόψει τις επιδέξιες προσπάθειες του για προέλαση.
    “Έλα, έλα για να κλείσουμε την πόρτα!”




1Rembrandt van Rijn: Beggar With a Wooden Leg, Χαρακτικό, 1630
2Αιμασιάς
3Delirious New York, 1978, Rem Koolhaas, The Monacelli Press
4Athens, Still Remains: The Photographs of Jean-François Bonhomme, 2010, Jacques Derrida, Fordham University Press
5Frank Lloyd Wright's Usonian Houses, 1994, Carla Lind, Promegranate Artbooks
6Autres Amériques, 2015(?), Sebastião Salgado, Contrejour (Εξ. Guatemala, 1978, little girl carrying candy apples)

Δεν υπάρχουν σχόλια: