Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Μεσημβρινό - Μέρος πρώτο

    Η πρωινή ψύχρα ξάφνιασε τον Άννα. Ενώ ο δρόμος από το σπίτι του στον σταθμό του τραίνου ήταν ένα παιχνιδάκι, με το που αποβιβάστηκε από το τραίνο, σε αυτή την κατάσταση υπερέντασης από την έλλειψη ύπνου και της χαμηλής πίεσης, από την ακινησία, ένιωσε ανήμπορος να ανταπεξέλθει της θερμοκρασίας τού περιβάλλοντός του. Αισθανόταν ένα μικρό τρέμουλο να συνεπαίρνει τα μπράτσα και τη ράχη του. Το περπάτημα σίγουρα θα τον ζέσταινε μια ιδέα, το κάπνισμα όμως, σίγουρα όχι. Παρ’ όλα αυτά, άναψε ένα τσιγάρο και στράφηκε προς τα βόρεια, προς το κέντρο της πόλης.
    Παρατήρησε το πεζοδρόμιο στο οποίο περπατούσε. Τα πεζοδρόμια στις μεγάλες πόλεις έχουν κάτι ιδιαίτερο. Δεν αναφέρομαι στο μέγεθός τους, παρά στο γεγονός ότι αν τα συγκρίνεις με αυτά των μικρότερων αστικών δομών, είναι την ίδια στιγμή πιο πλυμένα και πιο βρώμικα. Λες και οι πλάκες που τα έχουν στρώσει –τέτοιες που δε μπορείς να είσαι σίγουρος αν είναι νεοτοποθετημένες ή υπερεκατονταετείς– έχουν γεράσει μονοστιγμίς, έχοντας ποτιστεί με κάτι από την αιθαλομίχλη και την υγρασία, με την επικουρία των καθημερινών ακαθαρσιών που συνεισφέρουν τα πουλιά, τα αδέσποτα και οι διαβάτες. Αν και οι ζωντανοί παράγοντες αυτού του φαινομένου βρίσκονται και εκτός πόλης, εκεί που η φθορά δεν είναι τόσο εμφανής, ούτε τόσο επίμονη και καθολική. Υπάρχουν δε πόλεις που δεν μαστίζονται από την αιθαλομίχλη αισθητά, ούτε τα φύλλα των φυτών στους χώρους πρασίνου είναι μόνιμα τέσσερις τόνους πιο σκούρα, ωστόσο, οι στρωμένες στους πεζόδρομούς τους πλάκες διατηρούν τις ιδιότητές τους, που εξαπλώνονται ανάμεσα στις γέρικες και τις νεοφερμένες σαν νωπό μελάνι σε στυπόχαρτο. Μια ιδέα πέρασε από το νου του, πως οι σόλες των παπουτσιών μάς προφυλάσσουν από αυτή την γηραντική ασθένεια των πεζοδρομίων και πως αν τολμούσαμε να περπατήσουμε στα πεζοδρόμια των πόλεων ξυπόλητοι, η καταραμένη γήρανση θα μας μεταμόρφωνε κι εμάς μέσα σε λίγη ώρα, σε βασανισμένους γέρους βγαλμένους από χαρακτικά, σαν τον “επαίτη με το ξύλινο πόδι” τού Ρέμπραντ1. Το αστείο πίσω από την εικόνα ενός παιδιού που τρέχει μέσα στην χαρά και την ξυπολυσιά του στο πεζοδρόμιο, σαν παράδειγμα της εξέλιξης του ανθρωπίνου είδους από τον πίθηκο ως τον άνθρωπο, μετατρεπόμενο σε ανήμπορο γέρο ξεθώριασε, για να δώσει τη θέση του στην ανάμνηση ενός παιδιού που κρατάει στα δάκτυλά τού δεξιού του χεριού μια πλαστική μπουλντόζα, γραπώνοντάς τη από τις τρύπες των παραθύρων της και μένει αποσβολωμένο απέναντι σ’ όλους αυτούς που μετατράπηκαν από γνωστούς σε αγνώστους, από φίλοι σε εχθροί εν ριπεί οφθαλμού.
    Αυτή η ξαφνική παρείσφρηση μιας βδελυρής σκέψης, σαν να παρουσιάστηκε από το πουθενά για να συγκλονίσει και να διασκεδάσει την αυτοπεποίθηση και την συνάφεια του στον λόγο ή στην πράξη, είναι πλήγμα ενός παλιού εχθρού. Όταν ήταν στην εφηβεία, βέλη πολύ πιο οδυνηρά από αυτό τον έπλητταν σε βάθος και οι πληγές τους έμεναν ανοιχτές και χέουσες για καιρό. Με τον καιρό, με βοήθεια, μπόρεσε να βρει τρόπους να μετριάζει σημαντικά την οδύνη που προκαλούσαν, μα μέχρι τώρα –ποιος ξέρει, ίσως για πάντα– δε μπόρεσε να βρει τρόπο να προβλέπει, ούτε να ανακόπτει τις επιθέσεις. Είναι έρμαιό τους, σαν το θήραμα που στρέφεται προσήνεμα κι ούτε βλέπει, ούτε οσμίζεται τον κίνδυνο που το ακολουθεί. Ρούφηξε μια τζούρα καπνού, δε φανερώθηκε καμμιά διαρροή στο στήθος του, άρα θα επιζούσε κι ετούτο το πλήγμα, με μόνη απώλεια, κάτι από τη διάθεσή του να πλάθει σκηνές με τη φαντασία του, ή –καλύτερα– όχι αυτό, κάτι από τα φανταχτερά χρώματά τους. Άνοιξε λίγο το βήμα του.

    Έφτασε στη διεύθυνση, όπου βρήκε ένα διώροφο οίκημα, από αυτά που έχουν μια πόρτα στη μια μεριά τους, στην αριστερή εν προκειμένω, και έναν κοινόχρηστο χώρο με σκάλα, όπου βρίσκονται οι είσοδοι προς το κάθε διαμέρισμα. Τα κουδούνια ήταν δύο, μα κανένα με το όνομα της Δάφνης. Κοίταξε ξανά τη διεύθυνση: Οδός Αρκαδίας 144. Δεν είχε κάνει λάθος, εδώ έμενε η αδελφή του, μα δε φαινόταν να μένει πια. Εδώ που είχε φτάσει, θα πήγαινε ένα βήμα παραπέρα. Πάτησε το πρώτο κουδούνι και περίμενε. Στο πάνω μπαλκόνι, εμφανίστηκε μια γυναίκα και ρώτησε ποιος είναι. Έκανε δυο βήματα πίσω, κοίταξε ψηλά και απάντησε με τη φωνή του πιο έντονη και σταθερή.
    “Καλημέρα. Ψάχνω την αδελφή μου, Δάφνη Ηλιού. Έμενε εδώ, μέχρι πριν δυο χρόνια τουλάχιστον, αλλά φαίνεται πως δε ζει εδώ πια. Μήπως γνωρίζετε που μπορώ να τη βρω;”
    “Λυπάμαι, δε μπορώ να σας βοηθήσω,” είπε κάπως ξερά και συνοφρυωμένη, "δεν έχουμε εδώ καμμία τέτοια που λέτε. “Αργότερα, όταν θα έρθει κι ο γιος μου, να ξανά ’ρθετε να σας πει.”
    “Ευχαριστώ πολύ. Μάλλον θα δοκιμάσω” συνέχισε έντονα.
    Στο μεταξύ, κι ενώ ήταν έτοιμος να δοκιμάσει την τύχη του με το δεύτερο κουδούνι, άνοιξε το ένα παράθυρο του ισογείου. Παρά το ότι δεν είδε το όνομά της στο κουδούνι, παρά το ότι η γυναίκα του από πάνω ορόφου δεν την ήξερε ούτε στο όνομα, για μια στιγμή ο Άννας περίμενε ότι θα δει την αδελφή του. Η πραγματικότητα, ωστόσο, πολλές φορές είναι πιο ευφάνταστη από εμάς. Από το παράθυρο ξεπρόβαλε το πρόσωπο της Γιολάντας:
    “Ψάχνετε την Δάφνη;” Έπαψε προς στιγμήν, αναγνωρίζοντας σε ποιον μιλάει. “Άννα, εσύ είσαι; Καλό κι αυτό! Μπες – κάτσε να σου ανοίξω.”
    Μπορεί κάποιος να παρατηρήσει, μέσα στα πλείστα όσα μπορεί να παρατηρεί κανείς για να αποτυπώνει νόμους, να φτιάχνει κανόνες και να δίνει σχήμα, νόημα και λογική στον παραλογισμό, την ασυνέπεια και την ασυναρτησία που χαρακτηρίζουν την αλληλουχία των γεγονότων της ζωής του (αν όχι της ιστορίας), πως η συχνότητα των συναπαντήσεών του με συγκεκριμένους ανθρώπους που δεν αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς του, δεν είναι σταθερή αλλά έχει περιοδικές αυξομειώσεις. Για παράδειγμα, έχει να δει κάποιος τέσσερα χρόνια έναν πρώην συμμαθητή του και τον συναντά στον δρόμο, η πιθανότητα να τον ξανά-απαντήσει μέσα στις επόμενες ημέρες, τυχαία πάντα, χωρίς να κανονιστεί κάτι, είναι περισσότερες από αυτές τού να τον συναντήσει ξανά σε τέσσερα χρόνια. Όπως αν εφάπτονταν οι τροχιές των ανθρώπων και κατ’ αυτή τη σύνοδο –που μοιράζονται τον κοινό τόπο– πέφτουν ξανά και ξανά ο ένας πάνω στον άλλο. Αν κάποιος το ονομάσει αυτό σύμπτωση, μοίρα ή φυσικό επακόλουθο μιας κατάστασης που τους βάζει να τριγυρνούν γύρω από τον ίδιο τόπο, τις ίδιες ώρες, θα έχει να κάνει με την προδιάθεση που έχει να ερμηνεύει τα φαινόμενα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ο συνδυασμός της σπανιότητας και της σύντομης επανάληψης, ωστόσο, κάνει αυτό το φαινόμενο ευδιάκριτο όσο και εντυπωσιακό. Ακόμα κι αν το αναγνωρίζουμε, ωστόσο, δε μας δίνει την ελευθερία να το προεξοφλούμε. Στην προκειμένη περίπτωση, η συνάντηση του Άννα με τη Γιολάντα, μας θυμίζει αυτό το φαινόμενο, την επαναλαμβανόμενη δηλαδή, τυχαία συνάντηση, χωρίς όμως να λαμβάνει χώρα στον ίδιο τόπο. Αν ψάχναμε να βρούμε κάποιο ψήγμα αιτιότητας, θα έπρεπε να δημιουργήσουμε ένα παράδοξο που να διατείνεται πως ακριβώς η σύμπτωση της διεύθυνσης της Γιολάντας με την παλαιότερη της Δάφνης, δημιούργησε τη συνθήκη να συναντηθούν το προηγούμενο βράδυ και ενίσχυσε την επιθυμία του Άννα να ψάξει την αδελφή του ταυτόχρονα με την επιθυμία του απέναντι στη Γιολάντα. Αλλά το να ισχυριστεί κανείς κάτι τέτοιο, θα είχε νόημα αν αυτή η σύνδεση μεταξύ Γιολάντας και Δάφνης μπορούσε να διακριθεί συνειδητά ή ασυνείδητα, τουλάχιστον από τον Άννα τον ίδιο. Αν, δηλαδή, η σχέση της Γιολάντας με τη Δάφνη άφηνε στην πρώτη κάποιο χαρακτηριστικό. Τον τρόπο της σε μια λέξη, μια χειρονομία, μια γκριμάτσα ή ένα βλέμμα. Και πάλι, το συναπάντημά τους στο μπαρ, το βράδυ της προηγούμενης, δεν είναι κάτι που προκαλείται από μια γειτνίαση. Το να επαναδομήσεις την πραγματικότητα με κολλημένα με λογική τούβλα, το ένα προσεκτικά τοποθετημένο δίπλα στο άλλο, είναι πρακτικά αδύνατο. Η πραγματικότητα μοιάζει να είναι συντεθειμένη με μια δαιμόνια χρήση πλίνθων που καταφτάνουν με τυχαία σειρά και παίρνουν τη θέση τους όχι ανάλογα με το πού ενδεχομένως να έκρινε κάποιος πως υπάρχει κενό, παρά με το πού ο κάθε πλίνθος διεκδικεί από τη φύση του μια θέση ακλόνητη και ταυτόχρονα «ταιριαστή». Η πραγματικότητα έχει περισσότερο το χαρακτήρα και την εμφάνιση ενός δρακόσπιτου, ή καλύτερα μιας ξερολιθιάς2, παρά ενός δομικού έργου από αυτά που συναντάμε στις πόλεις. Είναι αποτέλεσμα ενός προτύπου σύνθεσης που, ενώ είναι καταδικασμένο να αγνοεί εξ αρχής τα ακριβή χαρακτηριστικά των δομικών του συστατικών, διατηρεί μια προδιάθεση για το αποτέλεσμά της η οποία δεν αφορά την μοίρα των συστατικών αυτών, αλλά την συνεχή τροφοδότηση, συμπλήρωση και επέκταση τού «αρχιτεκτονήματος». Έτσι κι ο Άννας, θα μπορούσε να εφεύρει μια εξήγηση για το πώς θα ήταν δυνατό να επιβιβαστεί σε ένα αεροπλάνο, το οποίο θα έπεφτε και θα προσέκρουε στην αυλή της Γιολάντας, αλλά το να εξυφάνει ένα απίθανο σχέδιο που θα τον έφερνε στην πόρτα της, ψάχνοντας τη Δάφνη, ξεπερνούσε την φαντασία του αυτή τη στιγμή – χωρίς τη βοήθεια της Γιολάντας, ή της Δάφνης τουλάχιστον.
    Άνοιξε η πόρτα και η Γιολάντα του ένευσε να μπει.
    “Πέρνα μέσα. Δεν περίμενα να σε ξαναδώ τόσο σύντομα!”
    Ο Άννας, με ένα θαυμαστικό (!) να έχει γεμίσει με την τελεία του το νου του, και με την φανταστική «κεραία» τού σχήματός του να ανεμίζει πάνω από το κεφάλι του σαν αυτά τα σωληνωτά πλαστικά σκιάχτρα που χορεύουν με τον αέρα που τους εμπνέει ο μηχανισμός από κάτω τους, την ακολούθησε στο διαμέρισμα.
    “Ναι. Η αλήθεια είναι πως η συνάντησή μας «απείχε παρασάγγας» από τα όσα περίμενα ερχόμενος εδώ. Ήρθα να βρω την αδελφή μου, Δάφνη, η οποία έμενε σ’ αυτή τη διεύθυνση για χρόνια και μέχρι πριν κάποιο καιρό. Τουλάχιστον απ΄ όσο ξέρω.”
    “Ναι, ξέρω. Σε άκουσα μόλις, που μιλούσες στην από-πάνω. Αποφεύγει να μιλάει στον κόσμο, ιδίως όταν λείπει ο γιος της, επειδή δε γνωρίζει καλά τη γλώσσα. Στην καθημερινότητά της, ωστόσο, είναι πολύ ζεστός άνθρωπος.
    Είσαι όντως αδελφός της Δάφνης, λοιπόν; Δεν ήξερα καν ότι έχει αδέλφια. Ούτε ότι ήταν από εδώ κοντά. Δηλαδή την ήξερε και ο Βίκτωρας από την μαθητική του ηλικία; Θα μπορούσε να τύχει να συναντηθούν εδώ κάποια στιγμή, αλλά η σύμπτωση ποτέ δεν...” έκανε την επανασύνταξη χαμηλώνοντας μια ιδέα τον τόνο της, “δεν συνέπεσε ποτέ.”
    “Ναι. Είμαστε αδέλφια. Δεν έχει άλλα, μόνο οι δυο μας είμαστε, αλλά έχουμε χαθεί.” Είπε με ένα ύφος ερμηνευτικό, για να γυρίσει τον τόνο του σε κάποιον άλλο, που έμοιαζε περισσότερο σε απολογία. “Από τον τρόπο που μιλάς γι’ αυτή, καταλαβαίνω πως είναι καλά. Ζει δηλαδή. Δεν την έχασα τελειωτικά.” Με τα όσα αντιμετώπισε, ο ορίζοντας των πιθανοτήτων διαπλατύνθηκε πολύ. Η χειρότερη εκδοχή δε χρειαζόταν την υποστήριξη κανενός οιωνού για να τρυπώσει πρώτη στο νου του.
    “Η Δάφνη; Βέβαια ζει. «Ζει και βασιλεύει.» (Κι εσύ είσαι αδελφός της;) Θα την πάρω τηλέφωνο τώρα, για να συνεννοηθώ μαζί της για το πού θα την βρεις. Υποθέτω, δεν ήθελες να της κάνεις έκπληξη ερχόμενος εδώ... Την ξέρω από τότε που ήρθα να μείνω εδώ. Έμενε ήδη από πάνω τότε. Και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που βρεθήκαμε εκείνη την περίοδο... και άλλη περίοδο να την συναντούσα δηλαδή, πάλι ωραία θα ήταν.” Είπε, κοίταξε αφηρημένα μπροστά της και χαμογέλασε, κλίνοντας ελαφρά το κεφάλι της, σαν να της ψιθύρισε κάτι έξυπνο ο αριστερός της ώμος. “Τέλος πάντων, περίμενε να μιλήσω μαζί της και θα μας δοθεί κάποτε η ευκαιρία να τα κουβεντιάσουμε αυτά.”
    Κοίταξε τριγύρω του. Πάνω στο CD player που έπαιζε ήταν μια θήκη με τίτλο «Λέυλατ Χομπ» και την εικόνα μιας γυναίκας στα πενήντα της με γυαλιά ηλίου σαν της Όντρεϊ Χέπμπορν στο «Πρόγευμα στο Τίφφανις». Η ένταση ήταν χαμηλή, αλλά ο ήχος των βιολιών και των πνευστών θύμιζε έντονα ραδιόφωνο στα βραχέα, αργά το βράδυ. Βιβλία με τίτλους όπως «Νέα Υόρκη σε Παραλήρημα»3, «Η Αθήνα Παραμένει4», «Ουσονικά Σπίτια»5 και άλμπουμ φωτογραφιών, άλλα γεμάτα χρώματα, άλλα σαν αυτό που του τράβηξε το βλέμμα: άσπρόμαυρο, με ένα εξώφυλλο που απεικονίζει μια ξύλινη πόρτα που παραπάνω από το χερούλι της έχει ένα παράθυρο και πίσω από το παράθυρο ξεπροβάλλει το πρόσωπο μιας γυναίκας με τμήμα από το σαγόνι της κρυμμένο από το πλαίσιο, κοιτάζοντας όχι τον φακό, παρά κάτω και δεξιά της, έξω απ’ το φύλλο. Έγραφε «Άλλη Αμερική» στα γαλλικά6. Το οπισθόφυλλο, μοιραία, τού διέφυγε. Ούτε ένα βιβλίο λογοτεχνίας στα σχεδόν άδεια ράφια. Αυτή η απουσία αντικειμένων στα ράφια, καταμεσής τού καθιστικού έμοιαζε για έναν απροσδιόριστο λόγο μουσική, αν μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει τον όρο «μουσική απουσία» για κάτι που δεν είναι ηχητικό. Σαν να ήταν τα αντικείμενα κεφαλές από νότες πάνω στο πεντάγραμμο των ραφιών. «Χτένισε» το δωμάτιο, μα δεν είδε πουθενά σταχτοδοχείο. Το παράθυρο στη φωτογραφία έμοιαζε με κάδρο κολλημένο σε ξύλινο τοίχο. Το πρόσωπο της γυναίκας ήταν σαν να βγαίνει μέσα από μια φωτογραφία για να κοιτάξει. Σαν να βγαίνει μέσα από δυο φωτογραφίες, αυτή που συνέλαβε ο φωτογράφος και αυτή που φαντάστηκε ο θεατής στη θέση τού παραθύρου. «Θα είναι εκεί; Θα με αναγνωρίσει; Θα μου ανοίξει την πόρτα; Θα μπορέσω να μπω;»
    “Πώς έχεις έρθει; Είσαι με αμάξι;”
    “Όχι, με το τραίνο ήρθα. Την βρήκες, της μίλησες;”
    “Ναι, είναι στο σπίτι της. Θα σε περιμένει. Έλα να σε πετάξω”, είπε και πήρε τα κλειδιά της από έναν δίσκο που καθόλου δεν έκανε για σταχτοδοχείο.
    “Μήπως να μη σε ξεβολεύω; Αν δεν είναι μακριά, καλύτερα να περπατήσω”, προσφέρθηκε, για να μη γίνει βάρος ο Άννας.
    “Καλά. Δεν είναι κανένα θέμα και δεν έχει νόημα να δημιουργήσουμε. Μισό λεπτό να κλείσω και φύγαμε”

    Μέσα στο αμάξι, η μουσική ξεκίνησε να ακούγεται με το που πήρε μπροστά η μηχανή. Ο Άννας θυμήθηκε αυτό που του είχε πει ο Βίκτωρας για τη Γιολάντα το προηγούμενο βράδυ, ότι δεν ακούει καθόλου ραδιόφωνο. Ακουγόταν ένα έγχορδο, μάλλον λαούτο και το στερεοφωνικό έγραφε «03 - Sir John Smith, his Almain». Η μελωδία ήταν μάλλον ήρεμη και έρρεε –αν μπορεί κανείς να φανταστεί ότι μια μελωδία ρέει– απρόσκοπτα, ή εν πάση περιπτώσει δίνοντας την αίσθηση μιας αναπήδησης της «μελωδικής σπίθας» ή μιας τέτοιας δέσμης, από φθόγγο σε φθόγγο, από δεσμό σε δεσμό, από νύξη σε νύξη και από αρπισμό σε αρπισμό, η οποία, ακόμα και τις στιγμές που το αυτί αναπαυόταν σε μια συγχορδία, δεν προξενούσε την παραμικρή αμφιβολία για την απρόσκοπτη κίνηση και ζωτικότητά της, ως το τέλος της μελωδίας. Αυτό δημιούργησε μια αντίστιξη με την ολοένα αυξανόμενη κίνηση των αυτοκινήτων στους δρόμους της πόλης και παράλληλα μια απόκοσμη απομόνωση, ιδίως τώρα που το καλοριφέρ άρχιζε να ζεσταίνει την καμπίνα, όμοια με αυτή ανάμεσα στο μπαρ και το περιβάλλον του εχθές το βράδυ. Ήταν σαν να βρισκόταν μέσα σε μια κρυστάλλινη σφαίρα και να κοιτούσε προς τα έξω, σε μια ξεχωριστή πραγματικότητα, πέρα από το παρμπρίζ. Σαν να ήμασταν εμείς, όλος ο κόσμος, που είχε ενώπιόν του αυτή τη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα, η οποία απεικόνιζε κάποιον κόσμο πολύ μακρινό και εξωτικό και σ’ αυτόν τον μακρινό και μυθικό κόσμο, τον οποίον μοιραζόντουσαν όσοι λίγοι ακούγανε στο αυτοκίνητό ετούτο τους ζωηρούς χορούς και φαντασίες σε λαούτο, κοιτούσαν προς τα έξω και μας έβλεπαν με τη σειρά τους, μακρινούς, εξωτικούς και αλλοπρόσαλλους. Αυτή η απόκοσμη απομόνωση έκανε για λίγο τον Άννα να ξεχάσει την αναζήτηση της αδελφής του και να αναπαύσει για λίγο το βλέμμα του πάνω στην Γιολάντα, όπως απορροφόμαστε να παρατηρούμε με μάτια ορθάνοιχτα τους άλλους να ασχολούνται με κάτι συγκεκριμένο και οικείο, να τρυγούν, να χτίζουν, να γράφουν, να πλένουν ή να παίζουν, απολαμβάνοντας το μεγαλείο των ανθρώπων που είναι εκεί και πράττουν καθώς καλά γνωρίζουν, ανεμπόδιστα, χωρίς περιττές σκέψεις κι έγνοιες, απεκδυόμενοι τον εαυτό τους και –ως εκ τούτου– τόσο επιθυμητοί στην γύμνια τους.
    “Δεν ξέρω αν είναι κατάλληλη στιγμή, Άννα, αλλά ήθελα να σε ρωτήσω κάτι...” είπε η Γιολάντα, στην παύλα ενός κόκκινου φαναριού.
    “Βεβαίως, ρώτησέ με ό,τι θες”.
    “Από ό,τι σε άκουσα να λες, έχεις να δεις την αδελφή σου χρόνια. Πώς και ήρθες να τη βρεις σήμερα;”
    “Δεν ξέρω αν υπάρχει μια απλή, μια σαφής απάντηση σ’ αυτό... Η αλήθεια είναι πώς ο χωρισμός μας συνέβη όταν ήμουν μικρός και ήμουν αποκλειστικά θεατής του. Δεν είχα κανένα απολύτως λόγο σ’ αυτόν. Δεν καταλάβαινα γιατί μπορεί να θέλει η αδελφή μου, ή οποιοσδήποτε άλλος για λογαριασμό της, να φύγει από το σπίτι μας. Όχι ότι δεν υπήρξαν καυγάδες που να ήμουν μπροστά ή να μην είχα ακούσει από το δωμάτιό μου, αλλά κι εμένα με μάλωναν. Στα μάτια μου, λοιπόν, το φευγιό της έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Και όταν έπεσε, ήταν ένα τετελεσμένο γεγονός. Στο σπίτι δε μιλούσε κανείς για αυτή, τουλάχιστον μπροστά μου. Για χρόνια νόμιζα πως ούτε η μητέρα μου δεν επικοινωνούσε μαζί της, αλλά αυτό φάνηκε εν τέλει πως δεν ήταν αλήθεια. Είτε ήταν αλήθεια, όμως, είτε όχι, όλη αυτή η εξαφάνιση της αδελφής μου ήταν σαν ένας θάνατος. Όταν η Δάφνη «αναστήθηκε» χρόνια μετά, ξαναήρθε μαζί και το κενό της. Και, ενώ για κάποιον καιρό η αναζήτησή της έπαιρνε τη μια παράταση μετά την άλλη, έβρισκα τη μια δικαιολογία μετά την άλλη, γιατί πού να βρω το θάρρος να την ξαναντικρίσω, εχθές, πριν ακόμα βρεθούμε, έψαχνα τρόπο να κάνω το πρώτο βήμα. Τον βρήκα, έκανα το πρώτο βήμα, το δεύτερο, κι έφτασα ως εδώ”.
    Το αμάξι είχε ήδη σταματήσει με τα αλάρμ ανοιχτά σε έναν δρόμο στο κέντρο της πόλης, όπου τα σπίτια δεν έχουν κήπους και πράσινο κι οι πολυκατοικίες δεν έχουν μεγάλα μπαλκόνια για βεγγέρες. Το μουσικό κομμάτι είχε αλλάξει εδώ και ώρα, αλλά η μουσική ήταν παρόμοια.
    “Κατάλαβα. Ευχαριστώ που με εμπιστεύτηκες αρκετά για να μου πεις όλα αυτά. Η Δάφνη μένει στην απέναντι πολυκατοικία. Θέλει να είναι πιο κοντά στα πράγματα και γι αυτό μετακόμισε στο κέντρο. Όσο για εμένα, θα γυρίσω τώρα. Χάρηκα, ξανά. Τη διεύθυνσή μου την ξέρεις, πάρε τα στοιχεία μου και όποτε θες, κάλεσέ με να τα πούμε”.
    Του έδωσε μια κάρτα της και του έδωσε κι ένα φιλί στο μάγουλο. Του φάνηκε λίγο τολμηρό για τα δικά του μέτρα, αλλά το καλωσόρισε με ένα χαμόγελο που έλεγε περισσότερο «ευχαριστώ για την υποστήριξη» παρά «ωραίο ήταν, αν έχεις κι άλλα... θα δυσκολευτώ, αλλά θυσία να γίνω...». Όχι ότι ήταν βέβαιος για το αν ήταν χαμόγελο καν αυτό που σχημάτισε, αλλά ενός είδους ανασφάλεια μέσα σ’ όλο αυτό τον κυκεώνα δεν του επέτρεψε να λειτουργήσει όπως θα λειτουργούσε ένας εξωστρεφής ενδιαφερόμενος απέναντι στο αντικείμενο τού ενδιαφέροντος. Βγήκε έξω, πέρασε απέναντι και κοίταξε τα κουδούνια της πολυκατοικίας. Χτύπησε το κουδούνι της Δάφνης και δεν περίμενε πολύ, μέχρι που την άκουσε από το θυροτηλέφωνο:
    “Παρακαλώ;”
    “Καλημέρα Δάφνη, ο Άννας είμαι”.
    “Ανεβαίνεις στον τρίτο, Άννα”.
    Ο ανελκυστήρας ήταν αρκετά ευρύχωρος, καλοφωτισμένος, με καθρέφτη απέναντι από την πόρτα, που έκανε το χώρο να φαντάζει ακόμα μεγαλύτερος και μετρίαζε τη μοναξιά σ’ αυτό το κουβούκλιο, τα άλλα τοιχώματα είχαν μεταλλικές επενδύσεις. Μέσα στη νευρικότητά του, παρά τρίχα θα έσκαγε στα γέλια, εκεί, μόνος του, στην ανάμνηση ενός παππού –ετοιμόρροπου πάνω στη μαγκούρα του– που είχαν συναντήσει μαζί με τη μητέρα του στον ανελκυστήρα ενός ιατρικού κέντρου, ο οποίος άρχισε να μιλάει στον εαυτό του, αυτόν που βρισκόταν από την άλλη μεριά τού καθρέφτη: “Κι εσύ με τους γιατρούς έχεις μπλέξει; Δεν ξέρεις τι να κάνεις, πια. Δε με γονάτισε τόσα χρόνια η φωτιά στην κουζίνα, με φάγανε οι καρδιολόγοι κι οι μικροβιολόγοι. Άσ’ τα να πάνε στον αγύριστο!” και κουνούσε πάνω κάτω το κεφάλι του, προσθέτοντας στο τέλος μια κίνηση με την αριστερή, την ελεύθερη παλάμη του, όπως αν θα σάρωνε μ’ αυτή δυο ψίχουλα απ’ το τραπέζι. Του έσφιγγε τον καρπό η μητέρα του, για να κόψει τα πνιχτά χάχανα. Τα έκοψε, μέχρι να ανοίξει η πόρτα και να ακούσει: “Κατεβαίνω εδώ. Θα τα πούμε εμείς. Περαστικά”. Έκτοτε, αυτό θα αποτελούσε το προσωπικό αστείο μεταξύ του Άννα και της μητέρας του.
    Στον τρίτο, κατέβηκε και ο Άννας, αφήνοντας τον εαυτό του από την άλλη μεριά του καθρέφτη και τις επιφυλάξεις του με το πρόσωπο της μητέρας του, να τον κρατούν από τον καρπό μέσα στον ανελκυστήρα. Βγήκε στο διάδρομο και βρήκε την Δάφνη να τον περιμένει στην πόρτα. Η πόρτα ήταν μισοανοιγμένη, και η Δάφνη στεκόταν σαν ένα εμπόδιο. Από πίσω, ένας σκύλος χοροπηδούσε πέρα – δώθε λαχανιασμένος, σα να έπαιζε με το δεξί χέρι της Δάφνης, που ήταν υψωμένο για να ανακόψει τις επιδέξιες προσπάθειες του για προέλαση.
    “Έλα, έλα για να κλείσουμε την πόρτα!”




1Rembrandt van Rijn: Beggar With a Wooden Leg, Χαρακτικό, 1630
2Αιμασιάς
3Delirious New York, 1978, Rem Koolhaas, The Monacelli Press
4Athens, Still Remains: The Photographs of Jean-François Bonhomme, 2010, Jacques Derrida, Fordham University Press
5Frank Lloyd Wright's Usonian Houses, 1994, Carla Lind, Promegranate Artbooks
6Autres Amériques, 2015(?), Sebastião Salgado, Contrejour (Εξ. Guatemala, 1978, little girl carrying candy apples)

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Εωθινό

    Άλλοτε πιο συχνά, άλλοτε πιο σπάνια, μας δίνεται μια εντύπωση ότι, βαθιά μέσα μας, είτε από ανάγκη, είτε από συνήθεια, έχουμε δημιουργήσει μια αίσθηση του χρόνου που ακολουθεί έναν κοινό ρυθμό. Ακόμα κι αν δε μπορούμε να προσδιορίσουμε ασυναίσθητα πόσο διήρκησε μια ομιλία, έχουμε μια τάση να αφήνουμε τον ύπνο λεπτά –ή ακόμα και στιγμές– πριν μας αφυπνίσει το ρολόι ή όποια συσκευή έχουμε διορίσει «ξυπνητήρι». Να κοιτάζουμε ασυναίσθητα το ρολόι μας, στιγμές πριν την ώρα που έχουμε ορίσει, για να πράξουμε εγκαίρως τα προγραμματισμένα. Να ρίχνουμε μια ματιά στον καφέ, μόλις πριν αρχίσει να φουσκώνει, πριν ακόμα το μπρίκι αλλάξει τον ήχο που αποπνέει από τη βράση. Όταν ο νους μας παραμένει ατάραχος, έχει αποκτήσει μια ευχέρεια να εναρμονίζεται με το ρυθμό που έχουμε παραδεχτεί και υιοθετήσει συλλογικά. Ένας εναρμονισμός ανεπιτήδευτος και ασυναίσθητος, όπως η κίνηση του χεριού όταν σπρώχνει χάριν ενός ξετρελαμένου παιδιού μια κούνια, ή όταν περιστρέφει ένα νόμισμα, στέλνοντάς το ψηλά, για να το αδράξει την επόμενη στιγμή, σαν το αιλουροειδές που κατεβάζει τα νύχια του στο θήραμα, όπου κάθε υπολογισμός βασισμένος σε γωνίες, αποστάσεις, επιταχύνσεις και μονάδες μέτρησης δύναμης είναι εξ αρχής καταδικασμένος να χάσει το ραντεβού του με την ασυγκράτητη, απερίσκεπτη πραγματικότητα.
     Ο Άννας είχε ρυθμίσει το ξυπνητήρι να χτυπήσει στις εφτά παρά είκοσι, ώστε να έχει κοιμηθεί αρκετά, αλλά να προλάβει να φτάσει ανάλογα νωρίς στην αδελφή του, γιατί ξημέρωνε Σάββατο και δεν ήξερε αν θα την προλάβαινε στο σπίτι της ή αν θα είχε κανονίσει κάτι που θα τους χαλούσε τη συνάντηση. Επιπλέον, δεν ήξερε αν εργαζόταν τα Σάββατα. Δεν ήλεγξε καν εκ των προτέρων αν τα δρομολόγια τού τραίνου θα συμμαχούσαν με την παρόρμησή του. Δεν κοιμήθηκε κατευθείαν. Για κάποια παράλογη αιτία, του πέρασε από τον νου πως, στη σύντομη διαδρομή που θα έκανε, υπήρχε η πιθανότητα εκτροχιασμού του τραίνου και, ενώ γνώριζε πως αυτό δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα παιχνίδι του μυαλού του, πέρασε λίγη ώρα ξαπλωμένος και με το φως σβηστό φαντασιωνόταν μια σιδηροτροχιά που είχε ξεκολλήσει από τους στρωτήρες και –πέρασμα με το πέρασμα– θα αύξανε το εύρος ανάμεσα σ’ αυτή και την αντίστοιχη απέναντί της (μόλις δεκαοκτώ χιλιοστά τού φάνταζαν αρκετά για την πτώση1) περιμένοντας το κρίσιμο πέρασμα, το επόμενο, το πέρασμά του... Έβαλε με το νου του κάποιες σκοτεινές και αποτρόπαιες φιγούρες να αποκόπτουν, κρυμμένες από τα άγρια μεσάνυχτα και τη συννεφιά, το βαρύ, πολύτιμο μέταλλο, χωρίς μια έγνοια καν για το κενό που άφηναν πίσω τους να γεμίσει με τα κατακρεουργημένα κορμιά των ανυποψίαστων επιβατών. Σκιαγράφησε το πρόσωπο τού ενθουσιασμένου μηχανοδηγού που θα δοκίμαζε αυτή τη μέρα να αυξήσει μια ιδέα την ταχύτητα του συρμού και την στιγμιαία γκριμάτσα τρόμου στο ξάφνιασμα της ανατροπής. Ένας κυκεώνας συμπαράσυρε το νου του, ίσως στη γεύση και τη μυρωδιά του κόκκινου κρασιού, τον οποίο αναγνώριζε σαν ξένο και σαν κούφιο, αλλά δε μπορούσε σε μια στιγμή να εξευμενίσει. Παρ’ όλα αυτά, δεν πέρασε πολύς χρόνος ώσπου να κοιμηθεί. Ούτε πέρασαν πολλές ώρες ωσότου να πρώτο-ξυπνήσει, χωρίς –συνειδητή ή μη– αίσθηση του τι ώρα είναι: δυο λεπτά πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι ή νύχτα αχάραγη ακόμα. Το «εσωτερικό ρολόι» του είχε πέσει σε λήθαργο εκείνο το βράδυ. Άνοιξε τα μάτια του και γύρισε για να ρίξει μια ματιά στο ρολόι, για να δει πως ήταν μόλις πέντε. Απήλαυσε την επιστροφή στον ήσυχο και βολεμένο ύπνο, για να επαναλάβει στις πέντε και μισή και στις έξι παρά είκοσι, την τελευταία φορά όμως, η επιστροφή δεν ξεπέρασε το κατώφλι του ύπνου. Ένα κομμάτι της συνείδησής του έμεινε να απολαμβάνει στην αρχή, να αναμένει στη συνέχεια και να τον εγείρει εν τέλει, ψυχή τε και σώματι. Δε θα έδινε μάχη ξανά για λίγο ακόμα ύπνο. Ο δρόμος τον περίμενε και ο υπναπάτης φόβος, ανίσχυρος πια, είχε για πάντα λησμονηθεί. Άναψε το φως και άρχισε να ντύνεται. Άνοιξε κατόπιν την κουρτίνα, για να δει το ρόδινο φως της αυγής να καταλαμβάνει, λεύγα με τη λεύγα, τον ορίζοντα. Τόσο αναζωογονητικό πρώτο πρωινό θέαμα και τόσο χαλαρωτικό τελευταίο βραδινό.
     Όταν ο Άννας μπήκε στην κουζίνα, βρήκε τον πατέρα του, φρεσκοξυρισμένο, φορώντας τη ρόμπα του, να στέκεται πάνω από το μάτι της κουζίνας και να ανακατεύει τον καφέ μέσα στο μπρίκι, αχνοφωτισμένος από τη μια, από το παράθυρο πάνω από τον νεροχύτη και από την άλλη, από μπροστά, από το αδύναμο φως τού απορροφητήρα, που άφηνε στη σκιά το πρόσωπο, το λαιμό και τους ώμους, ή για την ακρίβεια τον έναν ώμο, τον αριστερό, που δεν ήταν στραμμένος προς το παράθυρο. Φορούσε ήδη τα γυαλιά του, που –εξ αιτίας της στιλπνής επιφάνειάς του σκελετού τους– αντανακλούσαν και το ελάχιστο φως, κάνοντάς την παρουσία τους ορατή, παρά το ότι βρίσκονταν στο σκότος και προκαλούσαν μια αμηχανία στον Άννα, που εδώ και χρόνια, όταν ο πατέρας του έβαλε στην άκρη τα γυαλιά του με τον κοκκάλινο σκελετό, δε μπόρεσε κι αυτός να κάνει το ίδιο και μέσα του: ο σκελετός των γυαλιών τού πατέρα του ήταν και είναι κοκκάλινος και ό,τι άλλο φοράει παρεκκλίνει των κανόνων και της ορθής απεικόνισής του. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, διαφοροποιούμενος από την ορθή κατά τον Άννα παρουσία του, ο ίδιος ο πατέρας του παρεκκλίνει της ορθής αντιπροσώπευσης τού εαυτού του. Αν η συμπεριφορά του, δε, δεν παρέμενε η ίδια και η αυτή στη στάση, στο κράτημα και στην ανάδευση τού κουταλιού μέσα στον καφέ, στη συνήθεια του ξυρίσματος από το λυκαυγές, δε θα χρειαζόταν πολλές αφορμές ακόμα για να καταφύγει στην αστυνομία και να αποπέμψει αυτό τον απατεώνα από το σπίτι τού πατέρα του!
     “Τι συνέβη; Δεν το συνηθίζεις να σηκώνεσαι νωρίς εσύ. Αν ήταν για ψάρεμα, θα είχες φύγει ήδη, θα πας για κυνήγι λοιπόν, ή θα μοιράσεις τις πρωινές εφημερίδες του Σαββάτου;”
    Ο πατέρας του, Έκτορας, ήταν ο υπαίτιος για τη συγκεκριμένη αίσθηση του χιούμορ που διακατείχε τον Άννα. Η μητέρα του, Ζωή, ήταν χαρούμενος άνθρωπος, αλλά δε στηριζόταν στο χιούμορ για αυτό. Το χιούμορ, λειτουργεί σαν ένα κουβάρι, το οποίο έχεις φτιάξει τυλίγοντας το νήμα της σκέψης γύρω από μία εικόνα. Προσφέρεις την άκρη του νήματος και, αν ο δέκτης το ξετυλίξει, θα φτάσει στην εικόνα κατά το δοκούν, αν το νήμα σπάσει, η εικόνα θα χαθεί, το ξετύλιγμα θα χάσει το νόημά του. Η δεινότητα στο «τύλιγμα» τού χιούμορ, λοιπόν, είναι να χρησιμοποιήσεις μια ενδιαφέρουσα εικόνα, ώστε να νιώσει πως επιβραβεύτηκε ο δέκτης από τον τελικό του προορισμό, αρκετό νήμα, για να γίνει ένα παιχνίδι η διαδρομή ανάμεσα στους συλλογισμούς και αρκετά ισχυρούς δεσμούς ανάμεσα στις ίνες του νήματος, μια καλλίρροο ακολουθία σκέψεων που θα οδηγήσει ασφαλώς στην εικόνα. Όσο λεπταίνει το χιούμορ, τόσο πιο λεπτεπίλεπτο γίνεται το νήμα και τόσο λιγότερο αποτελεί έργο του ενός. Αν το χιούμορ είναι προϊόν και πηγή σκέψης, αναζήτησης και παιχνιδιού, η πιο λεπτή έκφρασή του δεν αδιαφορεί απέναντι σ’ αυτόν που το αναγνωρίζει, παρά τον κάνει, με τις ιδιαιτερότητες και τον κοινό τους τόπο, συνένοχο και συν-δημιουργό. Αν η εικόνα που είναι φυλαγμένη στο χιούμορ είναι οικουμενική, δε, μπορεί κανείς να τυλίξει δυο, και τρία, και παραπάνω ακόμα νήματα γύρω από αυτή. Η Ζωή πάντα προσέφερε τις εικόνες και τις ιδέες της λιτά, αδιάκριτα, ανενδοίαστα. Ο Έκτορας, ενώ είναι πιθανό να μην το είχε παραδεχτεί ποτέ στον εαυτό του, περίμενε να αξιωθούν οι άλλοι όσα είχε να τους δώσει.
    “Σηκώθηκα νωρίς για να πάω στην πόλη σήμερα. Θέλω να φτάσω πριν μεσημεριάσει, να μη χάσω όλη τη μέρα στο τραίνο.”
    “Άλλη μια πρωτοτυπία. Συνήθως παραγγέλνεις να σου στείλουν εδώ ό,τι θέλεις.”
Είπε, την ίδια ώρα που σήκωνε το μπρίκι από το μάτι και γέμιζε το φλιτζάνι του με καφέ, υψώνοντας και χαμηλώνοντάς το. Όχι υπερβολικά, για φιγούρα. Περισσότερο σαν μια συνήθεια που το έσκασε από την τάξη της συνείδησης και τώρα τρέχει ανεξέλεγκτη στην αυλή της πρωινής του καθημερινότητας.
    “Είναι επειδή είναι Σάββατο; Δε θέλεις να περιμένεις να στο στείλουν τη Δευτέρα;”
     Πάνω στην ιεροτελεστία της προετοιμασίας του καφέ, ο πατέρας του διατηρούσε το ενδιαφέρον του στην κουβέντα, αλλά δεν κατάφερνε να αποκολλήσει το βλέμμα του από το φλιτζάνι, το οποίο κρατούσε τώρα με τα δυο δάκτυλα από το χερούλι του, με το πιατάκι του να το υποστηρίζει, έχοντας το άλλο χέρι από κάτω του και κάνοντας μια καμπύλη προς το τραπέζι της κουζίνας, την οποία ακολουθούσε με το κεφάλι του, καταλήγοντας σε μια φιλόστοργη στάση πάνω από αυτό.
     “Όχι, δεν πάω για να αγοράσω τίποτα. Πάω να βρω τη Δάφνη.”
    Ο πατέρας ακούμπησε το φλιτζάνι και το πιατάκι του στο τραπέζι και πριν γυρίσει για να πιάσει το ποτήρι με το νερό, πρόλαβε να σηκώσει στιγμιαία το βλέμμα του, για να κοιτάξει πάνω από τα γυαλιά του, με ορθάνοιχτα μάτια το γιο του. Έξω από αυτό το φευγαλέα έκπληκτο βλέμμα, τίποτα δεν άλλαξε, παρά το τι περίμενε ο Άννας. Ακούμπησε και το νερό στο τραπέζι και του έκανε ένα νόημα, δείχνοντας την μεθεπόμενη καρέκλα στο πλάι του.     “Δε θα φας τίποτα πριν; Δεν είναι καλή ιδέα να ταξιδεύεις εντελώς νηστικός. Ή μάλλον, είναι εξίσου κακή ιδέα με το να ταξιδεύεις παραφαγωμένος.”     “Θα πιω ένα τσάι. Δε θέλω να φάω κάτι, θα φάω όσο και όταν το νιώθω αναγκαίο.”
    Έπιασε την τσαγιέρα, της έβαλε νερό (μια κούπα πάνω-κάτω) και την απόθεσε στο μάτι της κουζίνας, γυρνώντας ξανά προς τον πατέρα του. Ο Έκτορας, με τη σειρά του, περιστράφηκε λίγο πάνω στην καρέκλα του, αναγνωρίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο πως απευθύνει το λόγο στον Άννα και σκύβοντας ελαφρά προς το πάτωμα, έτσι που, ούτε το φλιτζάνι του κοιτούσε, ούτε το τραπέζι, ούτε το πάτωμα, δίνοντας μια αίσθηση πως μπορεί αυτό να είναι ένα παραμιλητό, του είπε:
    “Κοίταξε, φαντάζομαι πως έχεις όλα αυτά τα χρόνια σχηματίσει την εντύπωση κάποιου είδους έχθρας μεταξύ εμού και της αδελφής σου. Δεν είναι έτσι. Το να απομακρυνθούμε, ήταν η λύση σε ένα... δυσεπίλυτο πρόβλημα, η οποία ήρθε ως φυσικό επόμενο και –ενώ δεν ευχαρίστησε κανέναν μας– ίσως ήταν το βήμα που θα ανάγκαζε την αδελφή σου μέσα από τις δυσκολίες που σίγουρα θα αντιμετώπιζε, να επανεξετάσει τις επιλογές της.” Ο Έκτορας κόμπιαζε, δείχνοντας πως ζύγιζε προσεκτικά τα λόγια του πριν τα ξεστομίσει, ενώ ο τόνος του άρχισε να δίνει την εντύπωση πως δίδασκε μια οικουμενική αλήθεια, της οποίας η σημασία ήταν ζωτική και θα ήταν επιβεβλημένο κάθε λεπτομέρεια της να γίνει ξεκάθαρη, αντιληπτή και ο μαθητής να την τοποθετήσει στην ίδια κατηγορία με τις κρίσιμες αρχές, όμοιες με την αρχή να μη χώνει το πιρούνι στην πρίζα. Είχε μια έκκληση μαζί και έναν έντονο τονισμό, όπως αν έλεγε: «Αν δε μπείτε στις βάρκες, θα βουλιάξετε μαζί με το πλοίο». “Η πείρα, είναι ο καλύτερος δάσκαλος, ο καλύτερος... νουθετητής. Κι ενώ στην αρχή της ζωής σου έχεις τους γονείς να σε προστατεύσουν, να σου επισημάνουν τις κακοτοπιές, αν αρνηθείς την κηδεμονία τους, αν επιβάλεις την χειραφέτησή σου, μόνο αυτή, μόνο οι συνεχείς προσπάθειες και οι αποτυχίες θα μπορέσουν να σου δείξουν, να σε κάνουν να ξεχωρίσεις το όφελος από τη ζημιά.
     Η αδελφή σου ήρθε σε ένα σημείο, μας έφερε όλους σ’ αυτό, δηλαδή, όπου αρνούνταν την πραγματικότητα, αρνούνταν και όποιον τής την επεσήμαινε. Έπρεπε να επιλέξω, ή θα έπρεπε να σταθώ και να παρακολουθώ την πτώση και την κατάντια τού παιδιού μου, την οποία εγώ ο ίδιος θα στήριζα και θα συντηρούσα με την ανοχή μου, τη σιωπή μου, ή θα έπρεπε να την κάνω να δει όσα είχε –συνειδητά ή ασυνείδητα– επιλέξει να κουκουλώσει. Διάλεξα τον δύσκολο δρόμο. Προτίμησα να χάσω την εκτίμησή της, παρά να την καταδικάσω. Και, αν ακόμα δε θέλει να επικοινωνήσει, να παραδεχτεί τα λάθη της και να ζητήσει συγχώρεση, είμαι πεπεισμένος ότι οφείλεται σ’ αυτό το ίδιο πείσμα και τον εγωισμό που την κατέστρεφε πάντα, όχι στο ότι δε μπόρεσε να δει τελικά την αλήθεια.
     Αν ήθελε, θα ήμασταν οικογένεια ξανά. Αν θελήσει, δεν είναι αργά, μπορούμε να ξαναγίνουμε. Όταν τη δεις, πες της το!”
     Είπε, και χτύπησε δυο φορές τον δείκτη από το δεξί του χέρι στο τραπέζι, τονίζοντας τα δυο μέρη της τελευταίας πρότασής του και παίρνοντας δύναμη να σηκώσει το κορμί και το βλέμμα του προς τον Άννα στο δεύτερο χτύπημα. Το στόμα του είχε μείνει με αποτυπωμένο το όμικρον της τελευταίας λέξης και τα μάτια του κοιτούσαν έντονα. Έμεινε σ’ αυτή τη στάση για λίγα δευτερόλεπτα, σαν να περίμενε κάποιου είδους αντίδραση, η οποία δεν ήρθε. Σήκωσε το δάκτυλό του από το τραπέζι, αφήνοντας το βάρος να επαναφέρει το (αισθητό όταν ήταν καθιστός) σκέβρωμα τού κορμιού του, γύρισε ελαφρά προς τον καφέ του και ήπιε αθόρυβα μια γουλιά.
     Ο Άννας σήκωσε την τσαγιέρα και έριξε το ζεστό νερό στην κούπα μέσα από το σουρωτήρι με το τσάι. Κάθησε στο τραπέζι, ήπιε μια γουλιά και κοίταξε ξανά τον πατέρα του. Ήταν ξεκάθαρο για αυτόν πως ο πατέρας του περίμενε μια αντίδραση όταν ξεστόμισε την τελευταία του λέξη, αλλά δεν ήταν βέβαιος για το αν την επιθυμούσε κιόλας. Αν θα ήταν η σιωπή του που θα τον παρηγορούσε, εκλαμβάνοντάς την ως αποδοχή ή συμφωνία ή ίσως υποταγή, αν αποζητούσε μια έκφραση επιβεβαίωσης, μια επικρότηση, ή αν, εν τέλει, βαθιά μέσα του αναζητούσε κάτι –οτιδήποτε– για να ταΐσει αυτό το εφήμερο πάθος, ώστε να το κρατήσει ζωντανό. Κοίταξε προς το φλιτζάνι του, θέλοντας να αποφύγει κι αυτός το βλέμμα του πατέρα του. Πρόσδιδαν, πατέρας και γιος, στη συνομιλία τους μια αίσθηση απουσίας, αν μπορεί να περιγραφτεί έτσι. Απηύθυναν το λόγο ο ένας στον άλλο, σαν να ήταν ο άλλος απών. Σαν να είχε ο άλλος πεθάνει και να μιλούσαν στο πνεύμα του, εξομολογούμενος ο καθένας, ό,τι δε μπόρεσε ή δεν ήθελε να πει στον άλλο όσο ζούσε. Ένας διάλογος μεταξύ φαντασμάτων. Ενδεχομένως να μην απηύθυναν καν το λόγο ο ένας στον άλλο, αλλά σε όλους τους άλλους. Ίσως, αυτό που περίμενε ο Έκτορας, όταν τελείωσε τα λόγια του, να ήταν η ανάσταση των νεκρών του.     “Για την ώρα,” έσπασε τη σιωπή ο Άννας, “δεν ξέρω καν αν θα τη βρω. Η διεύθυνση που έχουμε είναι παλιά. Αν τη βρω, θα κοιτάξω να μάθω τα νέα της και το πώς είναι η ζωή της. Αν η συζήτηση μου το επιτρέψει, θα της το μεταφέρω, αλλά δε θέλω να πιέσω καταστάσεις.”
     Σήκωσε από το τραπέζι την κούπα του και την ξέπλυνε στο νεροχύτη, κατόπιν έπλυνε την τσαγιέρα, αφήνοντας τα δάκτυλά του πίσω από το σφουγγάρι ή χωρίς αυτό να ψηλαφήσουν τις εσωτερικές καμπύλες και γωνίες της, τις αθέατες μεριές της, που ήξερε πως μοιάζανε με τις εμφανείς, αλλά διατηρούσαν παρ’ όλα αυτά ένα μυστήριο. Η ανατολή είχε χάσει το ρόδινό της χρώμα και το φως που έμπαινε από το παράθυρο άρχισε να αποκαλύπτει τις λεπτομέρειες στα σχήματα και στις μορφές της κουζίνας. Ο Άννας καλημέρισε, βγήκε από την πόρτα της κουζίνας και στράφηκε να προχωρά προς τον σταθμό. Ο Έκτορας σήκωσε το φλιτζάνι του καφέ και, φορώντας τα γυαλιά ενός ξένου, πέρασε στο καθιστικό, στο τραπεζάκι που είχε αφήσει το βιβλίο του.
     Λίγο παρακάτω, στο σταθμό, ο Άννας μόλις πρόλαβε να βγάλει εισιτήριο για το τραίνο των επτά και τριάντα-δύο. Πράγμα που σήμαινε πως θα έφτανε λίγο μετά τις εννέα. Αν και ο συρμός ήταν μικρός, έκανε αρκετές στάσεις στο μεταξύ και εξυπηρετούσε αρκετό κόσμο που μετάβαινε από τη μια περιοχή στην άλλη, ή από και προς την πανεπιστημιούπολη. Μια νεαρή που καθόταν πλάτη-με-πλάτη με τον Άννα, κάθε τόσο απήγγειλε τον ορισμό διάφορων λημμάτων, όπως αν θα τους διάβαζε μέσα από κάποιο βιβλίο: “...που χαρακτηρίζονται από καθυστερήσεις στην ανάπτυξη πολύπλοκων βασικών λειτουργιών,”... “παρουσιάζουν εκ των υστέρων μια συνολική παλινδρόμηση στην ανάπτυξή τους.” Παράλληλα, φαινόταν από τις ρυθμικά επαναλαμβανόμενες και ελαφρές ωθήσεις που ένιωθε στην πλάτη του πως η κοπέλα κινούνταν εμπρός και πίσω στο κάθισμά της. Για μια στιγμή, με μια γκριμάτσα ειρωνείας, ο Άννας αναρωτήθηκε αν το άτομο που καθόταν πίσω του μελετούσε, ή απλά επαναλάμβανε τη διάγνωση που του έκαναν, ξέροντας πως μια τόσο μακροσκελής και πολυπληθής διάγνωση θα απαιτούσε ένα θαύμα για να βρει το χώρο της σε ένα κεφάλι και μόνο. Είναι πάντα πιο εύκολο να αποβάλλεις την ένταση μέσα από το χιούμορ, και πολύ βολικό όταν ο σαρκασμός σου βρίσκει άλλους να στοχεύσει.
    Η συνεχής εναλλαγή του τοπίου από την άλλη μεριά του παραθύρου δεν έφτανε να κλέψει την προσοχή του. Το θέαμα που προσφέρει το παράθυρο σε ένα τραίνο μπορεί να διαιρεθεί σε τρία ευδιάκριτα επίπεδα. Το πρώτο, το εγγύτερο, αποτελείται από όλα αυτά που αγγίζουν σχεδόν την αμαξοστοιχία, η ταχύτητα της οποίας δε μας επιτρέπει να τα παρατηρήσουμε. Καλά – καλά, δε μας επιτρέπει ούτε να τα δούμε. Περισσότερο τα αντιλαμβανόμαστε από το μετείκασμά2 τους, αφού έχουν ήδη χαθεί από το οπτικό μας πεδίο, αλλά έχοντας βρεθεί σ’ αυτό όσο χρειάζεται για να αφήσουν στιγμιαία το ίχνος τους, όπως μια σταγόνα οινοπνεύματος που έσταξε στο πεζοδρόμιο ένα καλοκαιρινό μεσημέρι. Αυτό το επίπεδο, μπορεί κανείς να το ονομάσει «παρελθόν». Το αμέσως επόμενο, είναι αυτό που μπορούμε να διακρίνουμε, να αποτυπώσουμε και να περιεργαστούμε την ρευστότητά του. Η συνεχής του μεταμόρφωση και η φυσικότητα που τη χαρακτηρίζει στα μάτια μας είναι που συχνά αποτελεί εξίσου πηγή έμπνευσης, διέγερσης, αλλά από την άλλη και αφαίρεσης του νου σ’ αυτό το καλειδοσκόπιο. Το επίπεδο ετούτο, μπορεί κανείς να το ονομάσει «παρόν». Το τρίτο επίπεδο του θεάματος από το παράθυρο του τραίνου, είναι αυτό που σε ξεγελά πως μένει πάντα ίδιο. Είναι σαν ωροδείκτης ρολογιού, αυτό το βουνό, ή η θάλασσα, ή το σημείο του ορίζοντα που όσο και να κοιτάς δε βλέπεις να αλλάζει, ανακαλύπτεις την αλλαγή του, δε, όταν ξεχάσεις πως είναι εκεί και το αφήσεις να σε ξαφνιάσει. Τότε μόνο, ή όταν τα σύννεφα και ο ακόμα πιο μακρινός ήλιος παίξουν με τα χρώματα και τις σκιές, μπορείς να αναγνωρίσεις με ευκολία αλλαγές σ’ αυτό το επίπεδο της «αιωνιότητας». Πιο σπάνια, κυρίως στη ρέμβη των χειμερινών ημερών, μπορεί κανείς να διακρίνει παρόμοια αυτά τα τρία επίπεδα στις διαστρωματώσεις των νεφών. Όχι όμως, ο νους του Άννα δεν άφηνε ούτε το «παρελθόν», ούτε το «παρόν», ούτε την «αιωνιότητα» να τον παρασύρουν. Είχε την στιγμή που θα συναντούσε την αδελφή του γερά κρατημένη «υπό μάλης» και έχτιζε και γκρέμιζε με τη φαντασία του σενάρια και υποθέσεις, ξέροντας πως μόνο υποθέσεις είναι, αβάσιμα σενάρια, αλλά ανήμπορος να συγκεντρωθεί και πουθενά αλλού. Εν μέσω αυτής της αγωνίας απέναντι στο άγνωστο, αυτές οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις και το παραμιλητό της κοπέλας πίσω του έμοιαζαν θείο δώρο.
     Όταν τα λεπτά για να φτάσει στο τέρμα μετριόντουσαν στα δάκτυλα των δυο του χεριών, ένιωσε τα μάτια του να βαραίνουν, κάτω από την πίεση του ολιγοώρου ύπνου του. Η σταδιακή εγρήγορση των επιβατών, όσο πλησίαζαν τον προορισμό τους, όμως μεταδόθηκε και σ’ αυτόν, αποτινάζοντας το αίσθημα της νύστας από πάνω του με ένα ρίγος ψύχους που τον διέτρεξε από τους ώμους ως τα πόδια. Ανασηκώθηκε, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά –γεμάτη τύψεις για την αδιακρισία του– στο πίσω του κάθισμα. Η κοπέλα δεν είχε κατέβει για το πανεπιστήμιο, όπως φανταζόταν, αλλά είχε χυθεί πάνω στο κάθισμά της με το ένα χέρι σαν αγκυλωμένο στο δεξί της πόδι, στο οποίο καθόταν, το άλλο ξεχασμένο να ακουμπά το τζάμι του παραθύρου της με τρία δάκτυλα, πέρα από την πιασμένη κουρτίνα στα αριστερά της και το κεφάλι της, από το οποίο ξεχύνονταν καλώδια ακουστικών ως το τηλέφωνο στα πόδια της, το οποίο έπεφτε στην κορυφή της πλάτης του καθίσματος, στραμμένο να βλέπει την «αιωνιότητα», πέρα από τα προάστια που διέσχιζαν πλέον. Ο Άννας παρατήρησε τον τρόπο που το καρέ μαλλί της κοπέλας πλαισίωνε το λαιμό της, κοιτάζοντάς την από ψηλά, αλλά παραδόξως, αντί να αναρωτηθεί πού ταξίδευε ο νους της, προσπάθησε να θυμηθεί που ταξίδευε ο νους του ιδίου όταν αφαιρούνταν, διαλυμένος κι αυτός κάποια χρόνια πριν, γύρω στην ηλικία της. Ένα μειδίαμα κατάφερε να αναδυθεί ως τα χείλη του, στην μνήμη αυτής της κατάστασης, αλλά ακόμα κι αν τα μάτια του φωτίστηκαν λίγο παραπάνω, δεν πήρε την ξεκάθαρη μορφή του χαμογέλιου. Δε θυμήθηκε τελικά τους τόπους όπου ταξίδευε ο νους του, αλλά η ανάκληση της κατάστασης και μόνο ήταν ανακουφιστική.

    Το περπάτημα από το σταθμό θα αποτίναζε το βάρος από τα βλέφαρά του και θα τον συνέφερνε λίγο.




1 Αυτά τα δεκαοκτώ χιλιοστά, έχουν υποσυνείδητα κρυμμένη μια λεπτομέρεια. Μικρός ο Άννας, είχε διαβάσει ότι η απόσταση ανάμεσα στις ράγες των σιδηροδρομικών γραμμών είναι χίλια τετρακόσια τριάντα πέντε χιλιοστά, αριθμός που, αντιστρέφοντας τα τελευταία δύο ψηφία, ομοιάζει με το έτος που έλαβε τέλος ο Εκατονταετής Πόλεμος και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η διαφορά των αριθμών 1435 και 1453 είναι 18. Ο Εκατονταετής Πόλεμος, δε, ξεκίνησε το 1337, αριθμός που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το «(e)leet αλφάβητο» (1337>leet>elite), ένα ονειρογενές αλφάβητο που προκύπτει από την επεξεργασία του αγγλικού αλφαβήτου, αντιστρέφοντας, αποσυνθέτοντας ή δημιουργώντας οπτικές αναφορές των γραμμάτων, χρησιμοποιώντας αριθμούς, σύμβολα και γράμματα του πληκτρολογίου και συναντάται σε κοινότητες του διαδικτύου ως γραπτά “κορακίστικα”. Πληροφορίες ασήμαντες, που, ίσως λόγω του ότι αποτυπώθηκαν σε ένα νωπό ακόμα έδαφος, απολαμβάνουν μια ακλόνητη θέση στη μνήμη του.
2 Μετείκασμα, ονομάζεται το φαινόμενο στην ανθρώπινη όραση κατά το οποίο το οπτικό αίσθημα εξακολουθεί μετά από την παρουσία του ερεθίσματος, για κλάσμα του δευτερολέπτου. Μπορεί πιο εύκολα να γίνει αντιληπτό σε κάποιον αν για παράδειγμα κοιτάζει για κάποιο χρόνο τη φλόγα ενός κεριού και κατόπιν στρέψει το βλέμμα του αλλού, όπου θα αντιληφθεί για ελάχιστο χρόνο, πως στη θέση της φλόγας, στο οπτικό του πεδίο, υπάρχει μια σκιά. Ή μπορεί κάποιος να έχει παρατηρήσει πως όταν σβύνει το φως του δωματίου, εκεί που βρισκόταν η πηγή του, παραμένει στιγμιαία ένα οπτικό αίσθημα. Χάριν αυτού του φαινομένου της «οπτικής αδράνειας» του ανθρώπου, τρόπος του λέγειν, μπορεί κάποιο αντικείμενο να εμφανιστεί εμπρός μας για ένα εικοστό πέμπτο π.χ. του δευτερολέπτου, αλλά εμείς να το αντιληφθούμε για ένα δέκατο έκτο, ένα δωδέκατο ή ένα δέκατο (του δευτερολέπτου) αφού θα έχει ήδη εξαφανιστεί.

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Νυχτερινό


Η νύχτα είναι πάντα ο κατάλληλότερος χρόνος για σκέψη, για κάθε λογής πνευματική εργασία για τον Άννα. Όταν οι περισσότεροι θόρυβοι κοπάζουν και, πέρα από τον επιλεγμένο ήχο της μουσικής, οι περισπάσεις τού νου πηγάζουν από τον ίδιο μάλλον, παρά από το περιβάλλον. Είναι, βέβαια, κάποιες λεπτομέρειες που παγιδεύουν τη ματιά, που παρασύρουν το μυαλό σε ένα παιχνίδι ρέμβης και αφαίρεσης: Η φλόγα ενός κεριού. Ακόμα πιο πολύ, η καύτρα του τσιγάρου. Ή αυτός ο καπνός του, ο φωτισμένος από τη λάμπα του γραφείου, που ανεβαίνει σταθερός σαν το νήμα της στάθμης, ως που φτάνει σ’ ένα κρίσιμο ύψος –ασταθές, παλλόμενο δυο πόντους πάνω-κάτω στη νηνεμία του δωματίου– στο οποίο απλώνεται και μετατρέπεται σε μια κορδέλα που ξεχύνεται προς το ταβάνι σαν μια σερπαντίνα που εκτυλίσσεται ατέρμονα, ή απλώνοντας τις πτυχές του όπως το μέλι που ρέει από το κουτάλι πίσω στο βάζο. Να φαντασιώνεται ο νους πως αυτός ο παλμός και αυτή η εξέλιξη, τόσο λεπτά και ευαίσθητα είναι σε κάθε αλλαγή του αέρα, ώστε χορεύουν στους παλμούς της μουσικής. Πόσα τσιγάρα δεν κάηκαν απείραχτα μετά το άναμά τους, χωρίς καν να φανταστεί να τα σηκώσει από το σταχτοδοχείο, να διακόψει αυτό τον χορό για να τραβήξει έστω μια ρουφηξιά καπνό;
Ήθελε όμως να πάρει μια απόφαση, και ήξερε πως οι αποφάσεις που δεν βασίζονται στην παράθεση και ξεκάθαρη θεώρηση των γεγονότων, οι αποφάσεις που έχουν τη δική τους μοίρα συναισθημάτων και πεποιθήσεων, έχουν μια τάση να διαφαίνονται μέσα του ενόσω συνδιαλέγεται. Συχνά, με άσχετα πρόσωπα και φαινομενικά άσχετα θέματα. Αυτό που τον απασχολεί, πάντα θα βγάζει τη μουσούδα του από την τρύπα που είναι κουλουριασμένο και άγρυπνο στο πίσω μέρος του μυαλού του, να διεκδικεί το κάθε τι που μπορεί να το ικανοποιεί. Ο πατέρας του, θα ήταν ήδη αποκοιμισμένος στο δωμάτιό του και, σίγουρα, δεν είναι αυτός που θα εκμαιεύσει ή θα αφήσει να ευδοκιμήσει αυτό που το πίσω μέρος του μυαλού του Άννα διψάει να γευτεί. Βιαστικά, χτύπησε την καύτρα του τσιγάρου τρεις φορές στον πάτο τού σταχτοδοχείου, έτσι που τινάχτηκαν μέσα στην κοιλότητα του σπίθες, πριν χαθούν μαζί με την καύτρα που έπαθε ασφυξία κάτω από το επίμονο τρίτο χτύπημα και βγήκε έξω αθόρυβα, αλλά με έντονες κινήσεις και χωρίς να ρίξει ‘πάνω του κάτι περισσότερο από μια μάλλινη μπλούζα.
Η νύχτα δεν ήταν υγρή, αλλά το ζεσταμένο πρόσωπό του δροσίστηκε ολόκληρο από τον ψυχρό αέρα, σαν πρωινό νίψιμο με κρύο νερό. Ένα ξύπνημα και μια αναζωογόνηση που καλωσόρισε με την ίδια ζωηρή διάθεση που άφησε το σπίτι του.
Τα φανάρια του πεζοδρομίου, που η δημοτική αρχή δε θέλησε ακόμα να τα αλλάξει με τα πιο σύγχρονα φώτα, αυτά με το πιο ζεστό χρώμα και τις ανακλαστικές επιφάνειες, περιέστρεφαν γοργά τη σκιά του Άννα, καθώς γοργά τα προσπερνούσε. Την άπλωναν πίσω του αχνή και μακριά, ως που να τον προσπεράσει, όλο και πιο κοντή, όλο και πιο έντονη και να αρχίσει αμέσως να απλώνεται εμπρός του ξανά αποδυναμωμένη, σαν αυτόβουλη, να ξεχειλώνει στην προσπάθειά της να φτάσει στον προορισμό του, πρώτη κι από αυτόν τον ίδιο. Και πριν προλάβει να εξατμιστεί στο πλακόστρωτο η προηγούμενη, το επόμενο φανάρι, άλλη μια να έχει ρίξει στον ίδιο αγώνα. Κι όσο γοργά κι αν βαδίζει, όσο κι αν ανοίγει το διασκελισμό του ο Άννας, τόσο πιο επίμονες και συχνές να τρέχουν, ακόμα πιο γρήγορα να τον προσπερνούν, σχεδόν χλευαστικά, σα να του κλείνουν το μάτι και να του λένε: Προχώρα εσύ, μα σαν φτάσεις, εμάς θα μας βρεις να είμαστε μαζεμένες από ώρα εκεί.
Άνοιξε την βαριά πόρτα του μπαρ με την ξύλινη, ταλαιπωρημένη επένδυση και πίσω από τον μικρό προθάλαμο, σαν πέρα από μια σήραγγα, ακουγόταν η μουσική ενός τριπ-χοπ συγκροτήματος που σπάνια άκουγε πλέον οπουδήποτε. Πήγαινε τόσος καιρός (από την τελευταία φορά που το είχε ακούσει), που δεν μπορούσε να είναι σίγουρος. Στο μπαρ, μάλιστα, σίγουρα δεν το είχε ακούσει ποτέ πριν. Ωστόσο, αυτοί οι αλλοπρόσαλλοι ήχοι που γέμιζαν το χώρο, σα μια μίξη από θόρυβο από ραδιόφωνο και θέρεμιν που αλυχτούσαν τριγύρω από το γυναικείο τραγούδι, τόνιζαν αυτή την αίσθηση της σήραγγας που διέτρεχε τον (φαινομενικά μόνο) μακρύ προθάλαμο, για να ενώσει τον έξω κόσμο της ψύχρας και της εγρήγορσης με ετούτο το άξαφνα απόκοσμο, νωχελικό περιβάλλον. Καταδύθηκε σ’ αυτό το περιβάλλον, υιοθετώντας ασυνείδητα μια αίσθηση συγχρονισμού με τα τέσσερα τέταρτα του ρυθμού. Δεν ήταν πως συγχρόνισε το βήμα του στον ρυθμικό κύκλο που άκουγε, μήτε και κάποια κίνηση των χεριών, των ώμων ή των γοφών του. Ήταν αυτή η σύμπτωση της αρχικής, μιας μέσης ή της τελικής πράξης μιας κίνησής και της συνείδησης τού ρυθμικού παλμού. Επιπλέον, μια ανεξήγητη ψευδαίσθηση πως αν είχε κινηθεί στον χώρο με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ή σε οποιονδήποτε άλλο χρόνο, η κίνηση του θα ήταν σπασμωδική, ενώ θα ακουγόταν παράταιρος και αυτός ο ίδιος ο ρυθμός που ακουγόταν από τα ηχεία.
Κάθησε στο μπαρ, το οποίο ήταν ξύλινο, βαμμένο με ένα χρώμα ίδιο με αυτό της επένδυσης της πόρτας που μόλις είχε ανοίξει. Χωρίς τα κύματα, όμως, του ήλιου, της βροχής και του πάγου που πλήττουν το εξωτερικό του κτηρίου –σαν αμμοθύελλα που περνάει από τον λαιμό μιας κλεψύδρας και κάνει τη δουλειά της καρτερικά κι επίμονα– το σκούρο καφέ του μπαρ παρέμενε κάτω από το λούστρο του αβλαβές και αδιάφορο.
Ο μπάρμαν του χάρισε ένα αδιάφορο «καλησπέρα» κι ένα αβλαβές χαμόγελο, ρωτώντας τον τι θα ήθελε, την ώρα που ο Άννας διέτρεχε με το βλέμμα του τον χώρο, ψάχνοντας για κάποια γνώριμη φυσιογνωμία. Διέκοψε, για να παραγγείλει διστακτικά και αφηρημένα ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και άφησε την έρευνα στη μέση.
Λίγες στιγμές αφού η παραγγελία του έλαβε “σάρκα και αίμα”, ένοιωσε μια παλάμη να πέφτει πάνω στη δεξιά του ωμοπλάτη. Είναι κάποιες φορές που κάποιος μας αγγίζει και (άσχετα με τη διάρκεια του γεγονότος) νιώθουμε το άγγιγμα σαν ένα κομμάτι τού άλλου που έπεσε πάνω μας και στάθηκε σαν παράλυτο. Σαν μια προσπάθεια αυτού του κάποιου να στηριχτεί με όποιον τρόπο κι από όποιο σημείο φτάνει το χέρι του. Η οποία, προσπάθεια, ενώ στέφεται με επιτυχία, λόγω του ότι δεν έχει συγκεκριμένη αιτία που επιτυγχάνεται με το χέρι αυτού του κάποιου πάνω μας (αντί πάνω σε ένα τραπέζι ή στον τοίχο), διατηρεί μια αμηχανία και μια αγκύλωση. Έτσι που ο άλλος μπορεί να μας ακουμπά μόνο με τον αντίχειρα, το έξω μέρος της παλάμης, την κόψη της ή τα μήλα των δακτύλων. Είναι άλλες φορές, που αυτός που μας αγγίζει, αλλάζει το σημείο επαφής, σα να θέλει, όχι να στηριχτεί πάνω μας σαν να είμαστε ένα άψυχο ον, παρά να μας τραβήξει ή να μας ωθήσει, για να μας βάλει μέσα στο βαρυτικό του σύστημα. Να αντισταθμιστούμε μαζί, σαν σε ζυγαριά ή σαν δυο ουράνια σώματα να μπλέξουμε τα βαρυτικά μας πεδία. Αυτό το άγγιγμα, ήταν από την άλλη κατηγορία, στην οποία η παλάμη αυτού του κάποιου μοιάζει να ξεκινάει από ένα ισορροπημένο σώμα, που αλλάζει ανεπαίσθητα τη στάση του για να προταθεί και να προστεθεί πάνω στο δικό μας σώμα, ακόμα και διαπερνώντας ένα χοντρό ρούχο, σα να κόλλησαν δυο μαγνήτες. Αυτή, στην οποία μπορείς να καταλάβεις αν είναι το δεξί ή το αριστερό χέρι του κάποιου που σε αγγίζει και πού βρίσκεται ο αντίχειρας του άλλου. Ο Άννας κατάλαβε, λοιπόν, πως ήταν το δεξί χέρι κάποιου που απλωνόταν στην ωμοπλάτη του και ο αντίχειράς του “αναπαυόταν” δίπλα στην ραχοκοκαλιά του.
“Λοιπόν, Άννα, δε σε «πήρα χαμπάρι» όταν μπήκες, αλλά είδα τον μπάρμαν να φέρνει το ποτήρι με το κρασί. Χαθήκαμε ρε φίλε! Πώς πάει;”
“Μια χαρά, Βίκτωρα!” είπε χαμογελαστός.
“Καλά;”
“Ωραία.” Επανήλθε.
“Τι γίνεσαι;” ξαναρώτησε, χωρίς να αφήσει κενά στο διάλογο, σχεδόν πριν ακουστεί το «Ωραία».
Ο Άννας ένιωσε πως η ευγλωττία του άρχιζε να τον παρατά, αφού διαφαινόταν μια ανάγκη να εξερευνήσει την ποικιλία με την οποία μπορεί να εκφράσει την καλή του διάθεση. Ποικιλία που αν καθόταν να εξερευνήσει ανεπηρέαστος, θα μπορούσε να «χτενίσει» και να βάλει στην αράδα απαντήσεις κι ανταπαντήσεις που θα στοιχειοθετούσαν ένα ολιγόλεπτο θεατρικό σκετς, αλλά που δε θα είχε κανένα απολύτως νόημα. Επειδή όμως το χαμόγελο και η φιλική χειρονομία του Βίκτωρα στην πλάτη του τόν επηρέαζε, μη αφήνοντάς τον να αρχίσει ένα παιχνίδι στο οποίο θα παίζανε δύο, αλλά θα διασκέδαζε μόνο ο ένας, η πηγή αυτής της εκφραστικής ποικιλίας στέρευε και τον έκανε να κομπιάσει. Υποχώρησε, λοιπόν, ηττημένος σ’ αυτό το παιχνίδι που δεν τόλμησε να ξεκινήσει καν και διαμόρφωσε βολικά την κουβέντα:
“Κάθησε, Βίκτωρα. Έχουμε όντως πολύν καιρό να τα πούμε. Δεν ήξερα καν αν βρίσκεσαι εδώ ή όχι...”
“Κάθομαι ήδη με μια φίλη στο τραπέζι. Θες να έρθεις να μας κάνεις παρέα;”
“Βεβαίως. Μήπως, όμως, αν έρθω, θα σας «τη χαλάσω»;”
“Μπα, όχι. Ούτε να το σκέφτεσαι.”
Ο Άννας πήρε το ποτήρι του και κατευθύνθηκαν προς το τραπέζι. Τα ποτήρια του κρασιού έχουν κάτι περίεργο όταν τα άγει και τα φέρει κάποιος. Ενώ φαίνονται καθώς πρέπει πάνω σε έναν δίσκο, στο χέρι κάποιου που κινείται, λαμβάνουν μια άλλη διάσταση. Από τη μια, δε θέλεις να αγκαλιάσεις με τα χέρια σου τα δοχεία τους, γιατί δε θέλεις να ζεστάνεις με το χέρι σου το κρασί, σαν να επρόκειτο για κονιάκ, από την άλλη, αν τα κρατάς από την κολώνα τους, δεν τα κρατάς εξίσου σταθερά για να περάσεις ανάμεσα σε καρέκλες, σκαμπώ, τραπέζια και ανθρώπους χωρίς να σου αποσπούν την προσοχή. Για αυτό, κατασκευάζεις μια νοητή περιφέρεια τριγύρω τους, την οποία φροντίζεις να διατηρείς ανεμπόδιστη και χωρίς εισβολές. Ασυναίσθητα, το ίδιο έκανε και ο Άννας. Πράγμα που έκανε την κίνησή του τόσο ανισόρροπη που, όποιος τον παρατηρούσε να διασχίζει τον χώρο, ούτε που θα αναγνώριζε σ’ αυτόν τον ίδιο που εισήλθε, λεπτά μόλις στο μπαρ. Όταν ακούμπησε το ποτήρι στο τραπεζάκι, ήταν σαν να έβγαλε από πάνω του έναν μανδύα και να επανεμφανίστηκε, γνώριμος σε όποιον τον ήξερε ήδη.
Ο Βίκτωρας ανέλαβε τις συστάσεις ανάμεσα στον Άννα και την Γιολάντα και καθήσανε σχηματίζοντας ένα ορθογώνιο τρίγωνο γύρω από το μικρό τραπεζάκι, έτσι ώστε θα έλεγες πως ήταν και κάποιος άλλος στην παρέα, μα πετάχτηκε κάπου και, χωρίς να ρωτήσουν, του πήραν την καρέκλα. Η Γιολάντα, ήταν ντυμένη με ένα πουκάμισο και ένα μονόχρωμο παντελόνι, από αυτά που πέφτουν σε μια κάθετη ευθεία και δίνουν την αίσθηση της ευρυχωρίας. Παντελόνια που, ίσως γιατί έχουν κάτι από την ευρυχωρία της φούστας, φτιάχνονται μόνο για γυναίκες. Ένα ντύσιμο που, ενώ δε θα το ονόμαζε κανείς πρόχειρο και καθημερινό, απείχε από αυτό που γενικά θεωρείται ντύσιμο για έξοδο. Μια αίσθηση που κατά κάποιο τρόπο αντανακλούσε και ο Βίκτωρας με το ντύσιμό του.
“Λοιπόν, Βίκτωρα, με τι ασχολείσαι αυτή την περίοδο; Μένεις ακόμα εδώ ή έχεις φύγει;”
“Μπα, έχω αφήσει την παλιά μου γειτονιά και μένω στην πόλη. Είμαστε με τη Γιολάντα εδώ επειδή είδαμε έναν χώρο εδώ κοντά που πρόκειται να αλλάξει χρήση και πριν γυρίσουμε πίσω, κάναμε μια στάση για ένα ποτό και χαλάρωση.”
“Καλά κάνατε.” Παρατήρησε ο Άννας συγκατανεύοντας. “Όταν δουλεύεις όλη μέρα, αν δε στριμώξεις στο πρόγραμμά σου κάποιες στιγμές προσωπικού χρόνου, δε χαλαρώνεις ποτέ.”
“Εγώ, με το πρόγραμμά μου, δε χαλαρώνω ποτέ. Ούτε στο σπίτι! Από το πρωί ως το βράδυ, και νά ‘θελα να κάνω αλλιώς, χτυπάνε τα τηλέφωνα.”
“Καλά, άσε τη δουλειά,” ανταπάντησε ο Άννας, μασκαρεύοντας την δυσαρέσκειά του με ένα χαμόγελο, “πήγες πουθενά τελευταία; Άκουσες τίποτα; Είδες κανέναν ή τίποτα ενδιαφέρον;”
Εδώ, εισέβαλε στην συζήτηση η Γιολάντα:
“Να σας πω εγώ για έναν ενδιαφέροντα μουσικό που άκουσα πρόσφατα. Το όνομά του είναι Μαντιάρ Αγχατζανί. Ένας «πιτσιρικάς» από την Περσία, που ζει τελευταία στο Παρίσι και ασχολείται με την ηλεκτρονική μουσική. Είναι από τους λίγους του είδους που μπορώ να ακούσω, χωρίς να νιώθω πως προσπαθεί να φτιάξει κάτι καινούργιο. Περισσότερο φαίνεται να κινείται μέσα σε προσωπικά, καινούργια –για εμάς μόνο– μονοπάτια. Λιγότερο προσπάθεια, δηλαδή και περισσότερο έκφραση ευχέρειας. Ή «ευχέρεια έκφρασης», αν προτιμάτε. Δεν ξέρω αν αυτό το είδος είναι κάτι που σας αρέσει, αλλά νομίζω πως μπορεί, στις κατάλληλες συνθήκες, να ακουστεί από τους πάντες.”
“Μήπως είχες κάτι να κάνεις με το τριπ-χοπ τραγούδι που έπαιζε νωρίτερα;”
“Απλά έριξα μια ιδέα στον ντισκ-τζόκεϋ.”
“Εσύ την έριξες και αυτός την έπιασε.”
“Ε, σε τέτοιες περιπτώσεις, το έργο είναι «συλλογικό».”
Αυτό το μικρό και αβλαβές παιχνίδι γύρω από τις λέξεις, η παιγνιώδης διάθεση πίσω από την ανταλλαγή του λόγου, έκανε τον Άννα να φανταστεί τον λόγο σαν ένα κουβάρι νήματος, που περνούσε από τα χέρια του στα χέρια της Γιολάντας και ξετυλιγόταν. Φαντασιώθηκε πως ένα γατί παραμόνευε (ο τέταρτος της παρέας, ίσως) με τα μάτια του καρφωμένα διαρκώς και αδίψαστα στο κουβάρι. Κι όταν πάψανε να παίζουν μεταξύ τους, με ένα ίχνος χαμογέλου στα μάγουλά τους, όρμηξε και πήρε το κουβάρι που τους γλίστρησε στο πάτωμα και άρχισε με μανία να το κυνηγά να το γρατζουνά με τα νύχια και με τα δόντια του, απλώνοντας το από άκρη σε άκρη. Αν και, μέσα στο μυαλό του, το γατί συμβόλιζε κάτι από τη Γιολάντα (ίσως αυτή η παιγνιώδης διάθεση), στον λιγοστό, υποθετικό χρόνο κατά τον οποίο το νήμα απλωνόταν και το κουβάρι έφθινε, ο νους του σχηματοποιούσε τη γυμνή εικόνα της, που δεν γνώριζε, αλλά (ακριβώς για αυτό) ακόμα πιο πολύ επιθυμούσε να περιγράψει και να σκιαγραφήσει.

“Η Γιολάντα ακούει όλο τέτοιου είδους μουσικές.” Προσέθεσε με προθυμία ο Βίκτωρας και διατηρώντας τον ρυθμό στον διάλογο. “Έχω μπει στο αμάξι της και απορούσα πώς ασχολείται κι ακούει τέτοια πράγματα. Είναι από αυτούς που δεν ακούν καθόλου ραδιόφωνο. Αναρωτιέμαι πού βρίσκει τον χρόνο. Κι εμένα μου αρέσει η μουσική. Μ’ αρέσει ο Τσαϊκόφσκι, ο Μότσαρτ ή ο... Σούμαν. Αλλά δε μπορώ να ακούω κάθε ώρα και στιγμή.”
“Δεν είναι έτσι, Βίκτωρα. Βεβαίως ακούω ραδιόφωνο. Δεν ακούω τις ειδήσεις, όμως. Ούτε τις αθλητικές εκπομπές. Επιλέγω τις εκπομπές που με ενημερώνουν για τη μουσική που κυκλοφορεί αυτή την περίοδο.
Η μουσική είναι ένα πράγμα που με ενδιαφέρει. Το είπαμε και πριν, αν δεν την βάλεις στο πρόγραμμα, ιδίως με τους ρυθμούς μας, να γυρίζουμε από μια αυτοψία αργά το απόγευμα, ή το βράδυ πολλές φορές, τότε πάει, την έχασες. Σαν όλα τα άλλα ενδιαφέροντά μου, λοιπόν, τη στριμώχνω σ’ όποιο κενό χρόνο μπορώ. Στο δρόμο για τη δουλειά, στο γραφείο, με ακουστικά, όταν μπορώ να κάνω ακόμα κι αυτό... Δε μπορείς να πεις «θα ακούσω μουσική στον ελεύθερό μου χρόνο», γιατί δεν υπάρχει αυτός ο χρόνος. Αλλά ακόμα κι όταν βρεθεί, η μουσική θα πρέπει να μπει σε μια ουρά μακρύτερη από αυτές στα γραφεία εύρεσης εργασίας. Η λύση, λοιπόν, αφού μπορώ να ακούω μουσική με την οδήγηση, το φαγητό, τη διασκέδαση ή τη δουλειά, είναι να ακούω μουσική όποτε μπορώ. Να κάνω τη μέρα μου λίγο καλύτερη με τη μουσική.
Όταν ακούς πολλή μουσική, δε μπορεί να μένεις στάσιμος. Μετά από τον Σούμαν θα πας στον Ρίμσκι-Κόρσακοφ, στον Έρικ Σατί, στον Ίγκορ Στραβίνσκι, στον Άρνολντ Σέμπεργκ, στον Τζων Κέιτζ και πάει λέγοντας. Κι αυτή η διαδρομή, που θα μπορούσε να είναι τόσο διαφορετική στα παρακλάδια της, είναι μόνο ένα παράδειγμα. Δεν περιλαμβάνει τα καθημερινά ερεθίσματά μας, ούτε τις μουσικές που αγαπούσαμε έφηβοι, μόνο και μόνο γιατί ήμασταν κι εμείς νέοι σαν αυτές, ή σαν τους μουσικούς που τις παίζαν.
Υπήρχαν νέοι που ακούγαν τον Έλβις Πρίσλεϊ γιατί αυτή ήταν η «νέα» μουσική τότε και οι νέοι σήμερα ακούν τη «νέα» μουσική για τον ίδιο λόγο. Ούτε για το ότι είναι ωραιότερη να την ακούς από κάποια άλλη, ούτε γιατί θα την ακούν σε δέκα χρόνια. Επειδή είναι επιτυχία.
Δεν έχουμε όλοι την ίδια αγάπη για τη μουσική, μα εγώ θα απορούσα πώς βρίσκεις το κουράγιο να ακούς μόνο Τσαϊκόφσκι, Μότσαρτ και Σούμαν, ας έχουν παρέα τους όλη τη διάσημη κομπανία τους, δυο και τρεις αιώνες πριν.”
Αξίζει, αν κανείς ασχολείται με την παρατήρηση, εξωστρεφή ή εσωστρεφή, να διερευνά τρόπους με τους οποίους μπορεί να χρησιμοποιεί την έννοια χρόνου ως εργαλείο παρατήρησης. Βεβαίως, ο χρόνος πάντα θα είναι αναπόσπαστος παράγοντας της διαδικασίας της παρατήρησης, αφού ελλείψει αυτού, δεν υπάρχει κίνηση και εξέλιξη στο φυσικό περιβάλλον. (Υπό μία έννοια, δεν υπάρχει αντικείμενο προς παρατήρηση.) Ενώ, για την μέτρηση της κίνησης, της αλλαγής, της εξέλιξης κ.ο.κ. συλλάβαμε, εκτός των άλλων, αυτή την πολυπρόσωπη έννοια και ανακαλύψαμε, επιπλέον, μέτρα και σταθμά για να την διαιρούμε στο ελάχιστο και να την εξαπλώνουμε προς την αιωνιότητα, ακόμα κι αν, κατά περίσταση, τα αγνοούμε για να σκαρφιστούμε άλλα, παράδοξα και αυτοαναφορικά. Ωστόσο, αυτό που εξετάζεται εδώ δεν έχει να κάνει με τη μέτρηση του χρόνου, το λεπτό και την ώρα σαν μέσα μέτρησης του χρόνου που μεσολάβησε από μια κατάσταση ως την άλλη, αλλά το γεγονός του ότι, από τη στιγμή που θα συμπεριλάβει κάποιος στη συνείδησή του το χρόνο, θα μπορεί, χάριν της παρατήρησης, να απομονώσει την κατάσταση που κυριαρχεί στιγμιαία, ώστε να επισημάνει και να περιεργαστεί αυτά τα φευγαλέα φαινόμενα που –χωρίς το νοητό σταμάτημα της ροής τού χρόνου– θα έμεναν ανεξιχνίαστα. Αν διακόψουμε, λοιπόν, τη ροή του χρόνου ετούτη ακριβώς τη στιγμή, αν ενεργοποιήσουμε αυτό το «στοπ της συνειδητότητας» για να εξετάσουμε τον Άννα, θα ανακαλύψουμε πως διαφάνηκε εντός του μια απάντηση στο ζήτημα που τον απασχολεί. Σε αυτή την αφηγηματική πραγματικότητα των παρομοιώσεων και του φανταστικού, οι σκιές που τον προφτάσανε στο βάδην προς το μπαρ, καθόντουσαν όλες μαζί σταυροπόδι, βαμμένες κόκκινες, πράσινες και μπλε από τον φωτισμό του μπαρ, σ’ αυτή την τέταρτη καρέκλα του τραπεζιού (που επίσης δεν υπήρχε) και υψώναν το ποτήρι του κρασιού για να πιουν στην υγειά η μια της άλλης. Ο Άννας, θα μπορούσε να σηκωθεί την ίδια στιγμή και να επιστρέψει στο σπίτι του, βέβαιος πως αυτή η μικρή έξοδος δεν τον έβγαλε μόνο από αυτό, αλλά του έδειξε και τον δρόμο για να βγει από ένα τέλμα αμφιβολίας.

Αν, εκτός από τον Άννα, αδράξουμε την ευκαιρία αυτής της στάσης του χρόνου για να παρατηρήσουμε και τον Βίκτωρα, θα βρούμε να συσσωρεύεται εντός του το πολεμικό μένος κατά τούτης της παύσης που απλώνει τα σκέλη της πάνω στο τραπέζι με τα ποτά τους. “Βρίσκω το κουράγιο, καλή μου Γιολάντα, γιατί το δικό μου μουσικό κριτήριο δεν έχει γίνει ένας κουβάρι από διαφορετικά πράγματα. Διαμορφώθηκε με την υποστήριξη ενός μεγάλου γνώστη της μουσικής, που έπαιζε μουσική και ο ίδιος. Ενός δασκάλου μου, στον οποίο χρωστάω πολλά. Ο Άννας τον γνωρίζει και βρίσκεται ευτυχώς εδώ για να επιβεβαιώσει τα όσα σου λέω, γιατί ήταν και δικός του δάσκαλος, εκτός από πατέρας.
Έτσι δεν είναι Άννα;
Αλήθεια, δε μου είπες, τι κάνει ο πατέρας σου;”
“Είναι καλά, Βίκτωρα. Αλλά η συνταξιοδότηση τον έχει πτοήσει. Δεν έχει τα ενδιαφέροντα και τα κίνητρα που είχε όσο δούλευε. Κι αυτό τον έχει αλλάξει.
Κοίτα, Βίκτωρα, χάρηκα που σε ξαναείδα, Γιολάντα, χάρηκα για τη γνωριμία, αλλά έχω να ετοιμάσω κάποια πράγματα απόψε, πριν πέσω για ύπνο και θα πρέπει να... οργανωθώ για να τα καταφέρω.
Ελπίζω να σας ξαναδώ.” Είπε, προσπαθώντας εκ των υστέρων να περιορίσει την εντύπωση του δημιούργησε το βλέμμα του, όταν στράφηκε ασυναίσθητα προς τη Γιολάντα στο τέλος της φράσης του.
Ο Βίκτωρας, θέλησε να τον κρατήσει λίγο ακόμα στην παρέα, λέγοντάς του, αστειευόμενος, πως θα πρέπει να μείνει και να τον βοηθήσει να τον υπερασπιστεί, εν όψει αυτής της άνανδρης επίθεσης, σοφιζόμενος πως κάθε επίθεση προερχόμενη από γυναίκα είναι άνανδρη εξ ορισμού. Ήταν όμως ξεκάθαρο και στον Βίκτωρα το γεγονός πως η προσοχή του Άννα ξέφευγε, ακόμα και σε αυτά τα αστεία που απευθυνόντουσαν στον ίδιο. Έδωσαν μια κούφια υπόσχεση να τα πουν ξανά, ίσως να ξαναπερνούσε ο Βίκτωρας, όπως παλιά, να δει και τον πατέρα του Άννα στο σπίτι και χωρίστηκαν.
Έκλεισε την βαριά πόρτα του μπαρ με την ξύλινη, ταλαιπωρημένη επένδυση, αποκλείοντας το “μέσα” από το “έξω” με έναν τόσο στεγανό τρόπο, που αυτή η ξαφνική αποσιώπηση του έφερε στον νου εικόνες από τεράστια χρηματοκιβώτια και απόρθητα κρησφύγετα που φυλάσσουν ανά περίσταση τα εντός από τα εκτός ή τα εκτός από τα εντός. Για μια στιγμή, ένιωσε την παρόρμηση να ακουμπήσει το αυτί του στην πόρτα, για να δει αν έτσι ακούγεται η μουσική που έπαιζε μέχρι μια στιγμή μόλις πριν. Δεν το έκανε όμως. Με μια αίσθηση ότι το “μέσα” ήταν σαν μια φούσκα απόκοσμη, σαν ένα λαγούμι που δεν προσβάλλει την εικόνα του τοπίου από τη μια, αλλά εμπεριέχει κάτι τόσο αλλόκοτο, παράξενο και μυστήριο, που μόνο η πραγματικότητα –όχι η ανθρώπινη φαντασία– θα μπορούσε να τα συνταιριάξει έτσι αδιόρατα.
Ο ψυχρός αέρας, τώρα φάνηκε πιο σκληρός στα –ακόμα ζεστά από το κρασί– μάγουλά του, αλλά ο Άννας αδιαφόρησε και άναψε αφηρημένος ένα τσιγάρο. Αυτή η επιθυμία να παραχώσει κάποιος τις αγαπημένες του ασχολίες ανάμεσα στην κάθε μέρα, αυτή η άσβεστη φροντίδα της ζωής, της ταυτότητας του ανθρώπου που κοιτάζει μπροστά και διακρίνει τα όσα αλλάζουν και τα όσα έχουν μείνει απαράλλακτα, αυτή η συνείδηση, δε μπορεί αυτή τη στιγμή παρά να του θυμίζει τους δαίμονες της αδελφής του. Το περπάτημά του έμεινε σταθερό, με ένα κάπως έντονο χτύπημα της φτέρνας στην επαφή με το πεζοδρόμιο. Ένα μέσο να φτάσει επιτέλους στο σπίτι του, μια ανυπομονησία να τελειώσει η διαδρομή και κάτι σαν παιδιάστικη εκδίκηση σ’ όλον αυτό το δρόμο που καμμία όρεξη δεν είχε να παίρνει και να αφήνει αυτή την ώρα. Όπως περπατούσε σταθερά και έντονα και ξεφυσούσε κάθε τόσο τον καπνό από το τσιγάρο του, φάνταζε λίγο σαν μηχανή τραίνου χωρίς βαγόνια, που ετοιμάζεται να καταφύγει στην άκρη ενός σταθμού, να σταματήσει, να σβήσει τα φώτα της και να παραμείνει εκεί, ακέφαλη πια, αφήνοντας τον κινητήρα της να ακτινοβολήσει όλη τη συσσωρευμένη θερμότητα της στο σκοτάδι της νύχτας. Ο Άννας, χωρίς καλά-καλά να το συνειδητοποιήσει, είχε φτάσει στο σπίτι, είχε ακουμπήσει στον τοίχο τού δωματίου του και υπολόγιζε το πώς το επόμενο πρωί θα φρόντιζε να βρει τη Δάφνη.

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Η παραδοξότητα της ποίησης

Είναι παράδοξο το πώς η ποίηση, βυθιζόμενη βαθιά
και πιο βαθιά ακόμα, στα ενδόμυχα του δημιουργού,
εξορύσσει αυτό που τον κάνει τόσο μοναδικό,
για να το χρησιμοποιήσει ως κοινό σημείο κι ως σύνδεσμο με τον κόσμο.

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Αναγνώριση

Θαυμάζει κανείς, από την παντοδυναμία και την αφθαρσία της νιότης κοιτάζοντας,
την επιρροή των δυνάμεων τής φύσης και του κόσμου, του χρόνου τα ίχνη, πάνω στα όντα.

Πώς αλλάζει, μορφή και ουσία μέσα στις φλόγες, το καιγόμενο,
πώς, δέντρα ολόκληρα, σύρριζα ο άνεμος 'ξαπλώνει,
πώς δρεπανίζει το ξύλινο σπαθί αγριόχορτα, ομού και ρόδα,
πώς το νερό σαν το μαχαίρι, πως το μαχαίρι σα σε νερό, την με τους χρόνους στεργιωμένη συνοχή, την καταργεί.

Τι περισσότερο από θαμασμό, αλήθεια,
τι περισσότερο από δέος - διψασμένα μάτια ορθάνοιχτα,
μπορεί κανείς να βρει σαν ξεγυμνώνει,
φλούδα-τη-φλούδα ως και την ψίχα,
το ένδυμα των όντων μέχρι το μηδέν;

Μόνο κατόπιν, σε άλλη ηλικία, δειλά μα ασταμάτητα,
τον θαυμασμό, αυτό τον ίδιο, η επανάληψη διαβρώνει
κι αφήνει μια συμπάθεια ο χρόνος, τη δίψα να νικά.

00:46 π.μ.
Τετάρτη, λ' Μαρτίου ,βιστ'
Μυροβόλος άνοιξη.

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

Ψηλάφιση

Αναλογιζόμενος, κάποιος, το τι αποτελεί ανάμεσα στους ανθρώπους μεταχείριση ευνοϊκή και τι δυσμενή, τι δηλαδή αναζητούμε ως άνθρωποι από τους άλλους και τι προσφέρουμε σε αφθονία, προς τους πιο αγαπητούς - κι από την άλλη - σε τι καταδικάζουμε τους απεχθέστερους των μισητών μας και τι απευχόμαστε και 'ξορκίζουμε από τη μοίρα μας, τα συμπεράσματα που θα βγάλει συγκλίνουν στην ίδια εννοιολογική περιοχή.
Επιπλέον αυτού, αδιαφορώντας κανείς για την υποκειμενικότητα τους, τις εννοιολογικές και σημειολογικές διαφωνίες, συγκλίνουν τα συμπεράσματά του, ανά περίπτωση, στα αντικρινά πέρατα της κατάστασης τού ατόμου.

Αν ψάξουμε λέξεις και έννοιες για την εστία στην οποία στρεφόμαστε, θα βρει κανείς ομότιμες με αυτές της πολυτραγουδισμένης αγάπης, της φιλίας, της εκτίμησης, του έρωτα και της επιθυμίας - της αποθέωσης ίσως, και της λατρείας, αλλά τι άλλο είναι αυτά από υπερβολές των προηγουμένων;
Σαν απαθανάτιση όλων αυτών, η δόξα και η υστεροφημία.

Κι αν κοιτάξουμε πλαγίως και κρυφά, για να μην προκαλέσουμε τη μάνητα, το αποφευκτέο, θα βρούμε λέξεις να ομοιάζουν την αδιαφορία, την αποστροφή, τον εξοστρακισμό και την απομόνωση - απόλυτα και τελεσίδικα, τη θανάτωση - τον εξευτελισμό, τη σιχασιά και τη σπίλωση.


Ενώ μπορούμε να στήσουμε συζητήσεις και διαλόγους γύρω από το τι είναι όλα τούτα, τι σημαίνουν και τι σήμαιναν στην ιστορία, στις ηπείρους και στις θάλασσες, αυτό που είτε συνειδητά, είτε κρυφά ακόμα κι απ' τους εαυτούς μας αναγνωρίζουμε, είναι το αποτέλεσμα αυτών και η χώρα, ο τόπος τους.

Κι αν έχουμε να κάνουμε με χώρα και τόπο, είναι γιατί η απόσταση είναι το μέτρο που αναδεικνύει την κλίμακα από τη μία στην άλλη κατάσταση. Με την εγγύτητα να αποτελεί το ζητούμενο και την απομάκρυνση το αποφευκτέο.

Κι αυτό, ως γεγονός, φαίνεται να το έχουμε βαθιά ριζωμένο στη φύση μας. Όχι μόνο σαν είδος, αλλά ακόμα και σαν συνομοταξία. Φαίνονται, δηλαδή, και τα κοντινά στον άνθρωπο ζώα, είτε λόγω ομοιότητας στον τόπο διαβίωσης, είτε στα χαρακτηριστικά, να έχουν ως κοινή επιθυμία στη χαρά και την στοργή τους να θέλουν να μειώσουν την απόσταση μεταξύ τους. Κι όπως αυτά, έτσι και εμείς.
Κι όταν τη μηδενίσουμε, και αγγίχτούμε, στερημένοι, με την δίψα μας ακόμα καυτερή, σφιγγαγκαλιαζόμαστε όσο να γίνουμε ένα.


Περισσότερο για την απεικόνιση, παρά για την απόδειξη των παραπάνω, άξιζει κάποιος να αναλογιστεί πως το όνομα που δώθηκε στην ομάδα των ανθρώπων η οποία στον ινδουισμό δεν συγκαταλέγεται σε καμμία κάστα είναι "ανέγγιχτοι".

Τόσο στην εκούσια όσο και στην ακούσια, δε, σωματική στάση και συμπεριφορά, θα παρατηρήσουμε πως πρόσωπα που αναγκάζονται να βρίσκονται στον ίδιο χώρο, παρά κάποια αντιπάθεια που μπορεί να τους συνδέει, τείνουν να απομακρύνονται. Ή, όταν αυτό δεν είναι εφικτό, λόγω κοινωνικών συμβάσεων για παράδειγμα, να στέκονται με τέτοιο τρόπο που να διατηρούν την μέγιστη δυνατή αποστροφή - αν όχι απόσταση - ανάμεσα στις αγκάλες τους.
Όμοια με το όταν όμοιοι πόλοι μαγνητών βιάζονται να παραμένουν κοντά. Εικόνα και αίσθηση που χωρίς επεξήγηση ταιριάζει με τη λέξη "απώθηση".

Ωστόσο, αν και υπάρχουν τα μύρια όσα παραδείγματα για την απώθηση, το στοιχείο που αξίζει ειλικρινά την αναφορά που έχει γίνει σ' αυτό, είναι η έλξη. Η έλξη ως συνθήκη, που υπάρχει ανάμεσα σε ανθρώπους που τους συνδέει φιλία, αγάπη. Αλλά και ως ανάγκη - λιγότερο τραγουδισμένη-, που ως ανάγκη δεν απευθύνεται απαραίτητα προς ένα συγκεκριμένο άτομο, αλλά έχει ανάγκη ένα άτομο, για να μπορέσει να βρει διέξοδο.


Από νήπια, τον δεύτερο καθορισμό των πραγμάτων, την τοποθέτηση τους, μετά την πρώτη όψη, την κάνουμε αδράττοντας, αγγίζοντας. Και με το άγγιγμα, κατόπιν, λέμε πως "νιώσαμε" τα πράγματα. Από την άλλη, όταν λέμε "πώς έννιωσες το τάδε", τις φορές που δεν αναφερόμαστε σε συναισθήματα που προκλήθηκαν, κυρίως αναφερόμαστε στην αίσθηση της αφής.
Η λυδία λίθος, επιπλέον, που δικάζει το αν τα πράγματα όντως είναι, ή αποτελούν αποκυήματα του νου μας, είναι ετούτος ο μηδενισμός της απόστασης. Η αλήθεια, δηλαδή, τείνει να διατηρεί τον χαρακτήρα του απτού:
Το "απτό" ή το "χειροπιαστό παράδειγμα". Σε άλλες γλώσσες, "η πραγματικότητα, που με χαστούκισε στο πρόσωπο" και διαλύθηκαν οι παραισθήσεις μου, είναι παραδείγματα αυτής της εντύπωσης.


Κάπου βαθιά στη συνείδησή μας, ή ακόμα πιο κάτω από αυτή, έχουμε ανάγκη την εγγύτητα και (προτιμότερα) τον μηδενισμό της απόστασης, το να αγγίξουμε τα όντα, ώστε να εδραιώσουμε εντός μας την ύπαρξή τους.
Από αυτό το γεγονός, δε, πηγάζει η αντανάκλασή του. Για να εδραιώσουμε εντός των άλλων την ύπαρξή μας, θεωρούμε πως έχουμε ανάγκη το να τους αγγίξουμε. Το ίδιο αυτό άγγιγμα, αποδεικνύει εντός μας την ύπαρξη. Τη δική μας, όσο και των άλλων.

Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, αν κάποιος άνθρωπος που προσπαθεί να γραπωθεί από τη ζωή, κρατάει σφιχτά τους άλλους. Ή, αν το άγγιγμα προκαλεί ανακούφιση και ευφορία, ακόμα και σε ανθρώπους που κάποια ασθένεια τούς έχει στερήσει το μεγαλύτερο μέρος της συνείδησης. Αν, τη στιγμή του υποβόσκοντος φόβου, τα παιδιά γραπώνονται από τον γονιό, οι ενήλικοι σφιχτοκρατιούνται από τα χέρια. Αν, στην ώρα που η μοναξιά της φευγαλέας ύπαρξης πνίγει τη σκέψη, αναζητούμε ανάπαυση και παρηγορία στην επαφή.

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Το σπάσιμο της χορδής

Δεν χωράει καμιά αμφιβολία για το ότι κάποιους ήχους, εικόνες, γεύσεις και ακόμα περισσότερο μυρωδιές, τα συνδυάζουμε με εποχές και καταστάσεις.
Απόψε, αφού έπαιξα μια ολιά, έκατσα και σκεφτόμουν το ένα και τ' άλλο.
Ξάφνου, συνειδητοποίησα την εικόνα στο νου μου τού σπασίματος της χορδής ενός οργάνου.

Όχι του σπασίματος αυτού που έρχεται από μόνο του, επειδή η χορδή φθάρηκε πολυκαιρισμένη και διάβηκε το κατώφλι της αντοχής της, σπάζοντας κάτω από την τάση στην οποία υπέκειτο. Σπάσιμο στο οποίο ενίοτε δεν είμαστε καν μάρτυρες.
Του άλλου, αυτού για το οποίο σπάσιμο - θες από ανυπομονησία, θες από ξεροκεφαλιά και κακό υπολογισμό, θες από αμάθεια - φέρεις ατόφια την ευθύνη.
Και ενώ στο πρώτου είδους σπάσιμο της χορδής, μπορεί και να σαστίσεις, στο δεύτερο, - τουλάχιστον, αν σου έχει ξανατύχει και δεν τρομάζεις απ' αυτή την εκτόνωση - είσαι σχεδόν αφηρημένος, μέσα στη βιάση να ολοκληρώσεις το κούρδισμα. Από αδράνεια περισσότερο, ασυναίσθητα για μια στιγμή, ψάχνεις να συνεχίσεις να τεντώνεις. Ωσάν να γλίστρησαν τα δάχτυλά σου περισσότερο, παρά να έσπασε στ' αλήθεια η χορδή.

Με το που συνειδητοποίησα τον σχηματισμό της εικόνας αυτής, λοιπόν, γύρισε ο λογισμός μου με μιας σε μια κατάσταση και μια πρώτη εποχή σπουδής της μουσικής. Τότε που η ανυπομονησία, ο κακός υπολογισμός και η αμάθεια περίσσευαν. Τότε που τέτοιας λογής ατυχήματα ήταν πιο συχνά και πιο επώδυνα, μιας και σπάνια υπήρχε "ρεζέρβα στο πορτ-μπαγκάζ".

Άλλαξαν φευγαλέα, το φως της ημέρας, ο αέρας και η συναίσθησή μου.


Ποικίλα σύγνεφα,
μα ζέστη μονότονη.
θ' Σεπτεμβρίου ,βιδ'