Τρίτη 1 Απριλίου 2008

Το Ψαρόδεντρο (μέρος τέταρτο και τελευταίο)

(Ή αλλιώς,
"Το ψαρόδεντρο, μέρος τέταρτο:
το ψαρόδεντρο κι η Μεγάλη Σκοτεινιά")

Συνέχεια από το τρίτο μέρος, που έδινε συνέχεια στο δεύτερο μέρος, που κι αυτό έδινε συνέχεια στο πρώτο.

Φτάσανε επιτέλους οι κατεργάρηδες στην κορυφή του βουνού Τζίτζι, όπου στάθηκαν λίγο και άρχισαν να ξεχωρίζουν μέσα στη σκοτεινιά, μια ακόμα πιο μαύρη μεριά, που λίγο – λίγο οι άκρες της φτιάχναν το περίγραμμα ενός πλάσματος. Ενός πλάσματος που περιγραφόταν από την απουσία κάθε ενός άλλου όντος εκεί που υπήρχε. Εκεί που δε φαινόταν τίποτα.

Ο άνεμος δεν ακουγόταν και όλοι ήσαν στην κορυφή είχαν σωπάσει κι αυτοί.

Η βαριά ανάσα των αναβατών, θαρρείς πως είχε φιμωθεί από το δέος που τους πλημμύριζε.

Ο Αργύρης, το εξάψυχο μικρό γατάκι, στεκόταν καμπουριασμένο πιο 'κεί με τα μπροστινά του πόδια τεντωμένα εμπρός. (Η αλήθεια είναι πως ευχόταν να είχε μπροστά του μια λάμια, ή έναν δράκο, ή ένα τέρας τέλος πάντων που θα ήταν από τζάκι μεγάλων και φοβερών τεράτων, για τα οποία λέμε ιστορίες τα βράδια, αντί αυτό το ανεκδιήγητο ον). Ενώ ο Ποντικός, στεκόταν καμπουριασμένος πιο 'κει με τα μπροστινά του πόδια τεντωμένα πίσω, πιασμένα στην πλαγιά. Κι οι δυο γρυλίζανε.

Ακούστηκε τότε μια βροντή, όχι, όχι βροντή, λάθος κάνω. Ήταν μια φωνή βροντερή και βαθειά, σα να σειότανε ολάκερο το Τζίτζι:

“Δε θέλατε να κάμετε καθώς σας τά 'χα πει, και η Μαύρη Σκοτεινιά τούτα δε συγχωρεί!

Βίο και βιός θα χάσετε αφού με παρακούτε, κι απ' την κορφή ως τα ριζά τώρα θε να ριχτείτε!”

Έριξε αυτοστιγμίς έναν πήδο ο Ποντικός και πέταξε από την κορυφή του Τζίτζι τα δυο παιδιά, το γιο του ψαροδέντρου και το γιο του Ποντικού, σπρώχνοντας τα από πίσω. Και ξέμεινε στην κορυφή μόνος του, δίπλα ακριβώς στη Μαύρη Σκοτεινιά, με ρίγη να ανεβοκατεβαίνουν τη ραχοκοκκαλιά του.

“Εγώ δεν ήθελα να έρθω εδώ πάνω. Με εξαπατήσανε αυτοί οι δυο μπαγαπόντηδες, αλλιώς θα ήμουν τώρα στη δουλειά μου, στην πλαγιά, στο λατομείο.

Να μεγαλειότατη, είδατε τι τους έκαμα; Εγώ μόνο το καλό σας θέλω! Δούλος σας αληθινός και παντοτινός!”

Και πήρε τότε το πετρωμένο από το φόβο του εξάψυχο γατάκι, τον Αργύρη, και το πέταξε μαζί με τους δυο γιους του ψαροδέντρου (γιατί εσείς το ξέρετε καλύτερα απ' όλους, δεν ήταν γιος του Ποντικού αυτός, όπως το έλεγε). Και η Μαύρη Σκοτεινιά, γέλαγε τρανταχτά και τα πάντα γύρω τρέμανε.

Και πήρανε τα δυο κορμιά να κατρακυλούν όλη την πλαγιά του βουνού ίσαμε κάτω, και πίσω τους ο Αργύρης, το γατάκι. Ο Αργύρης, το γατάκι, που από δω και στο εξής, δε θα το λέμε εξάψυχο, παρά πεντάψυχο, γιατί από το πέσιμο το πολύ, ξεψύχησε τη μια ψυχή και έμεινε με πέντε.

Μα ας τους αφήσουμε αυτούς, κι ας ανεβούμε ξανά στην κορυφή του βουνού, να ειδούμε το τι γινήκανε όλοι οι άλλοι που ήσαντε εκεί, χωρίς τους γιους του ψαροδέντρου πια.


Σαν είδαν οι κατεργάρηδες τους πιο γερούς και τους πιο αντρειωμένους να πέφτουν, να τσακίζονται απ' την κορφή του Τζίτζι, αμέσως όλοι λούφαξαν, ή φύγανε τρεχάτοι, όλοι με μια κατάρα μέσ' απ' τα δόντια, για τη μαύρη μοίρα τους, για τη Μαύρη Σκοτεινιά, για τους γιους του ψαροδέντρου ή για το “λειψό μυαλό” τους. Ενώ η κόρη του βασιλιά των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι, η πριγκιποπούλα, η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο, έτρεξε στην κορφή, κλαίουσα κι οδυρόμενη. Κλαίουσα ωσάν την ιτιά που έτσι ονομάζουν. Το φόρεμά της, (ο Μάης με τα λούλουδα) ακέριο εμαράθη, και τα χρυσά μαλλιά της, κρύβαν τα μάτια της, πού 'ταν γεμάτα δάκρυα, κρύβαν τα χείλη τα πικραμένα. Έσκυψε ν' αντικρίσει το χαμό των δυο του ψαροδέντρου, μα να διακρίνει δεν ημπόριε μέσ' απ' τα δάκρυα και το ύψος, τη Μαύρη Σκοτεινιά και την αντάρα που σηκώθηκε. Και με μιας την άρπαξε, και χάθηκε εντός της, η πριγκιποπούλα των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι , η πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο. Και πήρε ν' απομακρύνεται η Μαύρη Σκοτεινιά, και η απέραντη σιωπή, και η παγωνιά στη ραχοκοκκαλιά του κάθε ενός.


Πήρε τότε να φωνάζει ο Ποντικός πως “Μη νομίζετε, και όλοι τα ίδια θα πάθετε αν ξανά δε με ακούτε, και πάτε κόντρα στη Μαύρη Σκοτεινιά! Κι αν δεν ήμουν εγώ, όλους θα σας είχε καταπιεί, μα είμαι μεγαλόκαρδος και σας προστάτευσα. Και πάρτε τώρα αμέσως το δρόμο πίσω για τα κάτεργα, κι άλλο μη μ' εξοργίζετε.”


Ας αφήσουμε όμως τώρα τα καμώματα του Ποντικού και ας κατέβουμε την πλαγιά του βουνού ίσαμε τη θάλασσα, εκεί που φτάσανε οι γιοι του ψαροδέντρου. Τα κορμιά τους κείτονταν αντάμα, χωρίς να κουνιούνται, παρά μόνο για μια στιγμή, αποπνέοντας, όντ' έγινε το παράξενο: Ήταν σα να σηκώθηκε από τη στερνή τους την πνοή αγέρας δυνατός, και κύματα θαλασσινά ορθώθηκαν, και πήγαινε όλο και πιο άγριος ως το πέρας της θάλασσας, και έδειρε τους κάμπους, και σκόρπισε μπουγάδες από τα σκοινιά, και πήρε μαζί του κεραμίδια, κι έφτασε οργισμένος ίσαμε την αυλή του Κυριάκου.

Εκεί, έγειρε ο αγέρας το ψαρόδεντρο, τού συλλάβισε ανάμεσα στα φύλλα τα πάθια των παιδιών του, κι ύστερα κόπασε. Ύστερα, μέσ' απ την άπνοια κι από τη σιωπή, σηκώθηκ' ένας στρόβιλος ανέμου, κι ωσάν το χέρι ενός γίγαντα πανίσχυρου, ξερίζωσε το θεόρατο ψαρόδεντρο από τη γης και το εκσφεντόνισε ψηλά.

Πήγε, και πήγε, κι έφτασε ως τα σύγνεφα, και γύρισε να πέσει μες στη θάλασσα. Κι ύστερα, μες στα κύματα, με την κορφή προς τα νησιά Μίτζι και Χότζι, πήγαινε ευθύς προς τα παιδιά του το ψαρόδεντρο, μ' άνεμο ούριο και ψάρια, δελφίνια και θαλασσοπούλια τριγύρω, να το συνοδεύουν. Άλλα για συμπαράσταση, άλλα από ενθουσιασμό και περιέργεια, άλλα γιατί θελήσανε να γίνουνε κοπάδι.


Όντ' έφτασε πια στην άκρη του βουνού Τζίτζι το ψαρόδεντρο, στην άκρη της θάλασσας, στα δίδυμα νησιά Μίτζι και Χότζι ανάμεσα, δεν το σταμάτησε ούτε η στεριά, ούτε το ρεύμα της θαλάσσης, παρά συνέχισε την πορεία του, ίσαμε να ξοκείλει δίπλα στα παιδιά του. Να χώσει ανάμεσά τους τα κλαδιά του και να τα σκεπάσει μ' αυτά. Και δίπλα, με τα μάτια όλορθα, κοιτούσε το πεντάψυχο γατάκι, ο Αργύρης, που δεν αποχωρίστηκε τους φίλους του ίσαμ' εκείνη την ώρα.

Ύστερα, μες στην μαύρη σκοτεινιά, άρχισε να γίνεται ένα θάμα: από ανάμεσα στα κλαριά του ψαροδέντρου, κι απ' τ' ασημιά του φύλλα σαν της λεύκας, άρχισε να φωτίζει ένα φως πρασινωπό. Κι αυτό το φως, όλο και πιο πολύ θέριευε και φώτιζε τριγύρω, ίσαμε που σε τύφλωνε να το κοιτάς, και στην αρχή σα κίτρινο άλλαξε κι έγινε, κι ύστερα, που ήταν ακόμα πιο δυνατό, τό 'λεγες άσπρο. Τόσο δυνατό ήτανε, που κρύφτηκε το πεντάψυχο μικρό γατάκι, ο Αργύρης, με καψουρισμένη μια τρίχα απ' τη μουσούδα του, πίσω απ' ένα βράχο στην ακροθαλασσιά. Και τούτο το φως απλώθηκε κι έσχισε τη Μαύρη Σκοτεινιά στα δύο. Κι από μέσα απ' το ψαρόδεντρο, βγήκαν ξανά, σαν πρώτα, οι δυο γιοί του, και μέσα απ' τη Μαύρη Σκοτεινιά, φάνηκε ψηλά ένα σύγνεφο, με την πριγκιποπούλα των δίδυμων νήσων Μίτζι – Χότζι , την πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο. Και κάτω από τα πόδια της, κάτω απ' το σύγνεφο αντίκριζε ξανά το βασίλειό της ηλιολουσμένο.


Ήρθε ο ανεμοστρόβιλος λοιπόν ξανά, και πήρε και σήκωσε μαζί το ψαρόδεντρο, τους γιους του, και το πεντάψυχο μικρό γατάκι τον Αργύρη. Τους πήρε και τους πήγε ίσα ψηλά στο σύγνεφο.

Εκεί, ήταν ακόμη απομεινάρια της Μαύρης Σκοτεινιάς, γιατί ποτέ σου τη Μαύρη Σκοτεινιά δεν τη σκοτώνεις, παρά την αποτινάζεις από πάνω κι από μέσα σου μονάχα. Και στροβιλίστηκε ανάμεσά της το ψαρόδεντρο, κι έπεσε – σα να του δώσανε την τελευταία πελεκιά οι ξυλοκόποι – από το σύγνεφο ίσια στη θάλασσα βαθιά, όπου με τη Μαύρη Σκοτεινιά μπλεγμένη στα κλαδιά του, έφτασε σε βάθη απλησίαστα, κι από ανθρώπους κι από ζώα, κι εκεί την άφησε. Και από τότε, στα βάθη τα απύθμενα της θάλασσας το φως δε φτάνει. Μα λένε πως σ' αυτά τα βάθη, τα πιο μεγάλα, στέριωσε τις ρίζες του το ψαρόδεντρο. Και αν μπορέσεις και βουτήξεις από τη Μαύρη Σκοτεινιά ακόμα πιο βαθιά, θα βρεις τη λάμψη του, πρασινωπή πρώτα, και πιο κοντά κίτρινη, κι ύστερα, εκτυφλωτικά λευκή να βασιλεύει.


Ο πρωτότοκος γιος πήρε την πριγκιποπούλα, την πιό 'μορφη κόρη στον κόσμο για γυναίκα του, όπως τό 'θελε. Μα δεν εζήσανε μαζί πάνω στον ουρανό στα σύγνεφα, παρά γυρίσανε στα δίδυμα νησιά Μίτζι και Χότζι και χτίσανε τ' αρχοντικό τους στους πρόποδες του όρους Τζίτζι. Απ' όπου φροντίσανε να έχουν όλοι οι νησιώτες ό,τι ποθούν και χρειάζονται για νά 'ναι ευτυχισμένοι. Κι ούτε κακία κρατήσανε, μήτε θέλησαν να τιμωρήσουν τον Ποντικό για τα καμώματά του.

Ο ίδιος όμως, μη μπορώντας να γυρίσει στον παλιό τρόπο ζωής, μη μπορώντας ν' αντικρίσει τον ξεπεσμό, έβγαλε τα μάτια του. Χώθηκε ύστερα βαθιά μέσα στη γη, σκάβοντας τρύπες και λαγούμια μες στα σκοτάδια, ψάχνοντας νά 'βρει τη Μαύρη Σκοτεινιά ξανά. Κι ετούτος ο Ποντικός είναι που γίνηκε γνωστός σαν τυφλο-Πόντικας.


Το πεντάψυχο μικρό γατάκι, ο Αργύρης, δεν κάθησε στο όρος Τζίτζι, στους δίδυμους νήσους Μίτζι – Χότζι, παρά γύρισε πίσω στον Κυριάκο μιαν ωραία πρωία (και τον βρήκε να φτιάχνει τα κεραμίδια της σκεπής, που τά 'χε πάρει ο αγέρας) αφού τον πήγε, ακριβώς όπως τον πήρε ο δευτερότοκος γιος του ψαροδέντρου: καβάλα σ' ένα σύγνεφο!

Έγινε γάτος μεγάλος και δυνατός, κι έζησε με τον Κυριάκο ως τα βαθιά γεράματα, λέγοντας στα άλλα, τα μικρά γατιά, πως όταν ήταν κι αυτός μικρός ωσάν κι αυτά, ετούτα κι ετούτα πέρασε.

Μα όσα ψαροκόκαλα κι αν έθαψε από τότε, ποτέ δε φύτρωσε ξανά ψαρόδεντρο στον κήπο.


Ο δευτερότοκος γιος του ψαροδέντρου ακόμη αρμενίζει πάνω στα σύγνεφα. Και καμιά φορά, ακούγεται πως κάποιος πιλότος αεροπλάνου, αερόστατου ή αερόπλοιου, ξεχώρισ' έναν άνθρωπο ανάμεσα στα σύγνεφα. Άλλοι τον λεν ψηλό, άλλοι κοντό, άλλοι λευκό, άλλοι μαύρο, άλλοι παιδί μικρό κι άλλοι γέροντα. Μα δεν το ξέρουν πως είναι ο γιος του ψαροδέντρου, που γυρίζει τον κόσμο συγνεφοπαρμένος κι όπου καϋμός και σκοτεινιά, παλεύει για να ξαναφέρει φως.

1:32 π.μ.

Τρίτη, α' Απριλίου ,βη'
Τον καιρό που το φως της μέρας,
νικηφόρο κατατροπώνει το σκότος της νυκτός.


1:57 π.μ.
Τρίτη, α' Απριλίου ,βη'
Καλημέρα, καλό μήνα, καλή άνοιξη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: