Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Της γης και τ’ ουρανού η στρατοκόπος

(Μπορείτε να κατεβάσετε το pdf από την προηγούμενη ανάρτηση, μορφοποιημένο και σελιδοποιημένο είναι πολύ πιο ευανάγνωστο)

Ήτανε, μια φορά κι έναν καιρό, ένα κορίτσι που ορφάνεψε
από μικρό. Άλλον δικό του δεν είχε. Έτσι, το μάζεψε μια γριά από
τους πέντε δρόμους που το βρήκε και το πήρε για ψυχοκόρη. Τότε
όμως το κορίτσι ήτανε πολύ μικρό, και κανείς δεν ήξερε το ποιοι
ήταν οι γονείς του. Ούτε και η γριά ήξερε, μα το αγαπούσε το κορί-
τσι σαν δικό της. Την ξελάφρωνε και από τις δουλειές του σπιτιού.
Μένανε σ’ ένα καλύβι στο δάσος, και για να τα βγάλουν πέρα
δούλευαν από τα χαράματα ίσαμε το βράδυ. Και το βράδυ, σαν έπε-
φτε ο ήλιος, καθόντουσαν σιμά-σιμά, με τον ώμο της μιας ν’ ακου-
μπάει της άλλης και λέγανε τραγούδια. Και ’ξιστορούσανε τα τρα-
γούδια τους, κόσμους μακρινούς και ξωτικές χώρες, που δεν είχαν
δει ποτές τους, αλλά που τραγουδούσε στην γριά η γιαγιά της, και
που αυτηνής της τά ’χε μάθει ο παππούς της. Αυτός, λέει, ήτανε τρα-
γουδιστής τρανός στον καιρό του, και κοσμογυρισμένος! Και όταν
πήγαιναν για ύπνο, καμιά φορά, έβλεπε στα όνειρά του το κορίτσι
τον προπάππου να την νανουρίζει. Όταν γινότανε αυτό, το άλλο
πρωί το κορίτσι ξυπνούσε στα ουράνια και φεγγοβολούσε σαν τον
ήλιο.
Και πέρασε ο καιρός, και πέρασε ο χρόνος, και τα χρόνια, σαν
τις κάμπιες την άνοιξη, το ένα πίσω από το άλλο. Το κορίτσι έγινε
σωστή γυναίκα. Ξεχώριζε όμως από τις άλλες κοπέλες, γιατί είχε μια
ομορφιά ξωτική. Και, σαν στεφάνι πάνω στην ομορφιά της, έβγαινε
ένα φως από μέσα της ευγενικό, που έκανε τα λουλούδια να ανθί-
ζουν στο πέρασμά της και τα πουλιά να κελαϊδούν τριγύρω της στο
δάσος σαν να καλωσορίζουν την αδελφή τους που έλειπε στα ξένα
και να, τώρα γύρισε! Μα ήτανε και άλλο ένα χάρισμα που την στό-
λιζε, το πιο ζηλευτό από όλα. Όταν τραγούδαε, η φύση αφουγκρα-
ζόταν την φωνή της, και ο άνεμος γιά σταμάταγε, γιά δυνάμωνε, λες
και ήθελε να συνοδέψει το τραγούδι αυτό το θείο. Άλλοτες έλεγε
τραγούδια που της μάθαινε η γριά. Άλλοτες όμως έλεγε τραγούδια
άγνωστα και μαγικά, που τα μάθαινε από τον προπάππο τον τραγου-
διστή που ’ρχόταν στον ύπνο της και της τραγουδούσε.
Μιαν ημέρα, περνά από το σπίτι ένας γέρος τροχιστής και του
δώσανε να τροχίσει και να ακονίσει τα μαχαίρια, το τσεκούρι και
την αξίνα πού ’χαν στομώσει. Εκάθησε το λοιπόν στο σπίτι και τρό-
χιζε, κι ακόνιζε, και τραγουδούσε κι έλεγε:

Όσοι έχουν πάρει το δρομί,
δρομί για την Σοφία,
έχουν τον άνεμο αδερφό
και τη φωτιά ’χουν φίλο.
Πάνω στην πέτρα περπατούν,
στην πέτρ’ αποκοιμιούνται.
Βλέπουν ανθρώπους μακρινούς
και περπατούν μαζί τους.
Σοφά τ’ αμπέλι τους τρυγούν
και την ελιά μαζεύουν.
Τρέφουν κρασί το πνεύμα τους
και λάδι το κορμί τους.
Όσ’ έχουν πάρει το δρομί,
δρομί για την Αγάπη,
έχουν μητέρα το νερό
πατέρα τους την λάμψη.
Πάνω στο χώμα περπατούν
βαθιά αποκοιμιούνται.
Βλέπουν τους κοντινούς θεούς
και στα πουλιά μιλούνε.
Σπέρνουν το στάρι το ξανθό,
αλέθουν και ζυμώνουν.
Στοργή τρέφουν το πνεύμα τους
μοιράζουν το ψωμί τους.

Η κοπέλα, σαν άκουσε το τραγούδι στάθηκε κεραυνόπληκτη.
Αυτό δεν ήταν ένα συνηθισμένο τραγούδι αγάπης, χαράς ή λύπης,
ζωής ή θανάτου. Ήταν τραγούδι μιας λογής άλλης κι από τα ξωτικά
τραγούδια του προπάππου της γριάς. Κι όμως, κάτι της θύμιζε βαθιά
μέσα της.
- Όμορφο το τραγούδι σου γέροντα, πες μου όμως, εσύ το
έφτιαξες γή κάπου τό ’μαθες; Ποιά βρύση τρέχει τέτοια
τραγούδια;
- Κόρη μου, αυτό το τραγούδι δικό μου δεν είναι. Στον
δρόμο που πλανιέμαι το άκουσα, και τό ’μαθα από ’ναν άν-
θρωπο καλό, μα δύστυχο, που περπατήσαμε δίπλα-δίπλα
κάποιες μέρες πριν από λίγο καιρό.
Άντε λοιπόν! Θα μου πεις την ιστορία του, γή θες να με
παιδεύεις; Πες μου ποιός στό ’μαθε και γιατί είναι δυστυχι-
σμένος, γιατί θα σκάσω απ’ την περιέργεια.
Καλά ντε. Σάματις μ’ άφησες ν’ αποσώσω; Αν περίμενες,
θα τ’ άκουγες έτσι κι αλλιώς. Άκου το λοιπόν και μη με
διακόπτεις να σου πω:
Πριν ένα μήνα, ήμουν βόρεια, στη χώρα που σχίζεται
από τον ποταμό Τρητίδη, όπου περπατούσα και πλανιόμουν
στα μονοπάτια και συναντούσα ανθρώπους, ζώα και φυτά
που μόνο εκεί έχω δει. Ένα πρωινό λοιπόν, καθώς περπα-
τούσα, ένα χελιδόνι πέρασε από μπροστά μου πετώντας
από πίσω και αριστερά, δεξιά και μπρος μου σχεδόν πα-
ράλληλα με τον δρόμο. Πριν καλά καλά προλάβω να αγ-
γίξω το βλέμμα μου στο χώμα, ένας σκύλος διέσχισε μπρος
από τα πόδια μου το δρομί και χάθηκε πίσω από την πλάτη
μου. Λίγο πιο πέρα, πάνω σ’ ένα δέντρο είδα σκοτωμένο
ένα ελάφι. Τάχυνα το βήμα μου και πρόσεχα τις συστάδες
δέντρων και τα ψηλά χορτάρια. Σ’ ένα σημείο που το μονο-
πάτι βρίσκει στα αριστερά του ένα ποταμάκι, ρυάκι σχεδόν,
ξεχώρισα μια συστάδα από πεύκα, που οι κορμοί τους ήταν
στραβιοί σαν κληματσίδες. Εκεί σε μια πέτρα απάνω κα-
θότανε ένας άντρας. Πλησίασα να του μιλήσω και τότε τον
πρωτάκουσα να τραγουδάει αυτό το τραγούδι. Τα πόδια
του ίσα που φτάναν τα νερά του ποταμού. Τα μαλλιά του
θαρρούσες πως τα κινούσε πιότερο η μουσική, παρά ο
αέρας που φύσαγε. Πήγα και κάθησα κοντά του, μα είχε τα
μάτια του κλειστά και δε μού ’δωσε σημασία. Στον τελευ-
ταίο του στίχο, ένα δάκρυ έπεσε στο δεξί του πόδι.
Ντράπηκα να του μιλήσω, κι έτσι μείναμε λίγο αμίλητοι.
Από το νερό ένα ξερό φύλλο ήρθε και ακούμπησε στα
δάκτυλά του. Άνοιξε τότε τα μάτια του, με κοίταξε, και άρ-
χισε να μου λέει:
«Ήτανε φθινόπωρο, και ο καιρός συνοφρυωνόταν εκείνο
το απόγευμα, και τα ξερά φύλλα πέφταν σα βροχή με τον
άνεμο. Έφυγα νωρίς από το εμπορικό μου γιατί αύριο με
κάλεσε στο συμβούλιό του ο βασιλιάς. Στο δρόμο για το
σπίτι απάντησα μία κόρη πανέμορφη. Νόμισα πως μπήκε
ξανά η άνοιξη, και το αίμα ανέβηκε ζεστό στο στήθος μου.

Την ακολούθησα, ζαλισμένος σαν μια βάρκα χωρίς κουπιά
που την πάει το ρεύμα από ’δώ κι από ’κεί, ως το σπίτι της.
Όταν έφτασε και μπήκε μέσα, χωρίς να σκεφτώ, χτύπησα
την πόρτα. Με το νου μου μαγεμένο και αδειανό από κάθε
λογική, μπήκα και ζήτησα σε γάμο την κόρη. Ήμουν πλού-
σιος πολύ, και την Κυριακή η χαρά.
Πέρασαν λοιπόν μέρες, και εβδομάδες, και μήνες που
εγώ έτρεχα στα λιβάδια τα σπαρμένα με ευτυχία. Ως που,
από μέσα μου, άρχισε να βγαίνει στην επιφάνεια μια καχυ-
ποψία, της οποίας ο σπόρος δεν ξέρω πότε φυτεύτηκε στην
καρδιά μου. Αν και ήταν παράλογη τότε, άρχισε σαν αναρ-
ριχητικό φυτό να πλημμυρίζει τον νου μου η υποψία μιας
μυστικής αλήθειας για την γυναίκα μου. Παραφύλαγα κάθε
τόσο μα τίποτα δεν με επιβεβαίωνε. Μια νύχτα όμως, στη
νέα σελήνη, όλα άλλαξαν.
Αργά τη νύχτα ξύπνησα και βρήκα το κρεβάτι άδειο. Η
γυναίκα μου εκείνη τη στιγμή έβγαινε από την κάμαρα. Την
ακολούθησα ως που βγήκε στην αυλή και εκεί είδα κάτι
φοβερό: η γυναίκα μου χάιδεψε τον αέρα και τα αστέρια
πάνω μας έριξαν φωτεινά νήματα. Τα νήματα αυτά, πέ-
φτανε στην αυλή τριγύρω από την γυναίκα μου και φτιά-
χνανε μουσική αγγελική και τόσο γλυκιά, που με μάγεψε
και με νάρκωσε στο λεπτό.
Το άλλο πρωινό, ξύπνησα όπως κάθε μέρα και βρήκα
την γυναίκα μου δίπλα μου. Δεν τόλμησα να μιλήσω για
χθες το βράδυ. Δεν ήξερα τι να το πω, αλήθεια ή όνειρο.
Από τότε όμως, όλο και πιο άγρια, θέριευε η καχυποψία και
η αγωνία μου και μου έτρωγε τα σπλάχνα.
Πέρασε κοντά ένας μήνας, κι ένα βράδυ, που ο ύπνος
δεν έλεγε να με πάρει, βλέπω την γυναίκα μου να σηκώνε-
ται και να βγαίνει έξω. Σηκώθηκα και κοίταξα απ’ το πα-
ράθυρο. Οι γιρλάντες των αστεριών ακουμπούσαν τη γη κι
ανάμεσά τους η γυναίκα μου χόρευε σαν φλόγα! Όταν η
μουσική σιγοσταματούσε, βγήκα έξω μαγεμένος. Οι γιρλά-
ντες των αστεριών γίνονταν όλο και πιο φωτεινές, ώσπου
δεν έβλεπα τίποτα άλλο γύρω μου. Τότε εμφανίστηκαν.
Ήταν σαν άνθρωποι από την μέση και πάνω, ενώ στην
πλάτη τους είχαν μεγάλα φτερά σαν της πεταλούδας, και
από την μέση και κάτω ήταν σαν φίδια χρυσοπλούμιστα!
Ήταν πολλοί, άντρες και γυναίκες, γύρω από την γυναίκα
μου. Άλλοι υποκλιθήκανε και άλλοι χαιρετίσανε μ’ ένα
νεύμα.
Άρχισαν να τραγουδούν και να κινούνται τριγύρω, ώστε
έχασα τη γυναίκα μου ανάμεσά τους. Μετά από ώρα, ο κύ-
κλος άνοιξε, και ξανάδα τη γυναίκα μου να είναι δίπλα σ’
έναν άνθρωπο σαν και εμάς. Ήταν και οι δύο χαρούμενοι,
και αφού της έπιασε τα χέρια, την φίλησε σταυρωτά για να
την χαιρετίσει. Οι γιρλάντες απ’ τ’ αστέρια άρχισαν να
κόβονται και να εξαφανίζονται, και μαζί τους, ξεθώριαζε η
εικόνα των ξωτικών υπάρξεων. Όταν σβήσαν όλα, ο ουρα-
νός άρχισε να ανοίγει στην ανατολή. Η γυναίκα μου γύρισε
στο δωμάτιο μας, μα δε με βρήκε εκεί και τρομαγμένη μ’
έψαξε. Με βρήκε έξω με τα μάτια της να με κοιτάζουν ορ-
θάνοιχτα, χαμήλωσε το κεφάλι και δεν είπε κουβέντα.
Έξω φρενών την μάλωσα και της απαγόρευσα να ξανα-
βγεί από το σπίτι. Στο εξής δε θα ξανάβλεπε κανέναν χωρίς
να το ξέρω.
Όσο κι αν της φώναξα, την φοβέρισα ή την παρακά-
λεσα, δεν μου είπε κουβέντα για το τι ήταν αυτά που είδα.
Οι μέρες και ο καιρός περνούσαν, που την είχα μέσ’ στο
σπίτι να μην βλέπει κανέναν. Τα βράδια κλείδωνα, και αρ-
νιόμουν τα φιλιά της. Όταν διαπίστωσα ότι ήταν έγκυος,
δεν πίστεψα στιγμή ότι το παιδί είναι δικό μου. Όταν γέν-
νησε, βγήκαν δύο πανέμορφα μωρά, που όσο όμορφα ήταν,
τόσο πιο πολύ δεν ήθελα να τα βλέπω. Ήταν ένα αγόρι και
ένα κορίτσι που λάμπανε με μια εξωτική ομορφιά σαν της
μάνας τους. Θα μεγάλωναν να γίνουν πανέμορφα κι αυτά,
αλλά ποτέ δεν το έμαθα αυτό.
Ο καιρός περνούσε, κι εγώ, αντί να μαλακώνω, γινόμουν
όλο και πιο σκληρός. Η γυναίκα μου δεν έλεγε κουβέντα
για την οργή μου, και η καρτερικότητά της με βεβαίωνε για
την ενοχή της. Ως που ένα βράδυ, μια φωτεινή από το φεγ-
γοβόλημα νύχτα, την έχασα.
Γύρισα το βράδυ μεθυσμένος και κοιμήθηκα χωρίς να
κλειδώσω την πόρτα. Το πρωί που ξύπνησα δεν βρήκα κα-
νέναν στο σπίτι, ούτε γυναίκα, ούτε παιδιά. Τα πόδια μου
δεν άντεχαν την απώλεια. Έφυγα και άφησα το ερείπιο, τη
δουλειά και την θέση μου στο παλάτι. Περιπλανιέμαι τώρα
καιρόν πολύν και ψάχνω την γυναίκα μου, αλλά μονάχα
απόγνωση βρήκα και ερημιά. Και στην ερημιά έμεινα με τ’
αγρίμια να συναναστρέφομαι, μετανιωμένος και αυτοτιμω-
ρημένος, αφού στην ερημιά εγώ με κατάντησα, που δεν τάι-
σα με στοργή το πνεύμα μου, μα μόνο με κρασί.»
Μ’ αυτόν τον άνθρωπο, τον δυστυχή, περπατήσαμε μαζί
λίγον καιρό. Πλανηθήκαμε σε πόλεις και χωριά, ως που τον
κατέβαλε ξανά η απόγνωση και είπε να γυρίσει στην ερη-
μιά που τον βρήκα. Εγώ, συνέχισα μέχρις σήμερα, μέχρις
εδώ, μ’ ένα τραγούδι κι ένα παραμύθι παραπάνω βαλμένα
στο δισάκι μου. Εδώ σώνει η ιστορία του τραγουδιού που
τόσο σ’ άρεσε το λοιπόν.
Η κοπέλα έμεινε να κοιτάζει αποσβολωμένη, με ένα φως στα
μάτια, και την καρδιά της να χτυπάει πιο δυνατά και ανήσυχα, σαν
παιδί που περιμένει να του πούνε ποια είναι η έκπληξη για τα γενέ-
θλιά του:
- Και δεν έμαθε ποιοί ήταν αυτοί οι αλλόκοτοι που συνα-
ντούσαν την γυναίκα του γέροντα; Μήτε γιατί; Μήτε ποιά
ήταν η γυναίκα του και τι απογίνανε τα παιδιά του; Αν ζού-
νε γή αν πεθάνανε, γή αν ζούνε ευτυχισμένα;
- Αυτός είναι ο πόνος του ο μεγάλος κόρη μου. Δεν έμαθε
ποτέ, κι ούτε μου φαίνεται ότι θα μάθει κιόλας. Πάει, πέ-
ταξε το πουλάκι...
Σαν έφυγε ο τροχιστής, το βράδυ, που καθίσανε με την γριά
μπροστά στο φαΐ, της είπε η κόρη ότι θα πάει, το δίχως άλλο, νά
’βρει αυτόν τον άνθρωπο και να μάθει τι απέγινε η οικογένειά του
και τι ’ν’ αυτά τα πράγματα με τους ανθρώπους-φίδια και τις κλω-
στές από τον ουρανό που κάνουν μουσική.
Του κάκου, με χίλια καλοπιάσματα, και παρακαλετά, και νου-
θεσίες, και μαλώματα προσπάθησε η γριά να την λογικέψει. «Ποιός
το ξανάκουσε, κορίτσι πράμα, να θέλει να φύγει από το σπίτι, μο-
νάχη της μέσα στους ξένους τόπους, στις ερημιές και στα θεριά; Σά-
ματις μου φαίνεται μανούλα μου ότι σου σάλεψε ξαφνικά!» Το κο-
ρίτσι όμως, είχε στο μυαλό του μοναχά την ιστορία που άκουσε, και
τίποτα άλλο δεν της συμμάζωνε το νου. Θα πήγαινε ο κόσμος να χα-
λάσει. Ήταν η πρώτη φορά που δεν υπάκουε τη γριά. Αν και, μου
φαίνεται, ότι ήταν και η πρώτη φορά που διαφωνούσαν οι δυο τους.
Στο τέλος, η γριά της έδωσε την ευχή της. Γιατί πιο πολύ ανησυχία
ήταν που την έτρωγε, παρά διαφωνία. Σάμπως, δεν την κρυ-
φοέτρωγε κι αυτήν η περιέργεια, για όλα αυτά τα μυστήρια που
άκουσε; Σάμπως, κι αυτή δεν ήθελε να πάει να μάθει το τι, το πώς
και το γιατί; Καλύτερα, είπε, να της δώσει την ευχή της, «...να μη
χαλάσω την καρδιά της και την αγάπη μας.»
Της έψησε ψωμί για τον δρόμο, της έραψε καινούργια παπού-
τσια, της έδωσε κι ένα φυλαχτό, που τό ’χε από την γιαγιά της, να το
βάλει στον κόρφο της, να την φυλάει απ’ όλα τα κακά, και μια μέρα
ανοιξιάτικη, είπανε το «καλή αντάμωση».
Πήρε τον δρόμο για βόρεια η κόρη, και μέσα σε λίγη ώρα είχε
αφήσει πίσω της το σπίτι, τα δέντρα, τον άνθρωπο που την ανάστη-
σαν. Είχε μια δύναμη και μια δίψα μέσα της απέναντι σ’ αυτό το
κάτι, το άγνωστο, πού ’θελε νά ’βρει, που ξέχασε όλη της την ζωή
σε μια στιγμή. Κι ήτανε σαν ποτέ να μην έζησε πριν αυτήν την ώρα.
Μόνο το τραγούδι, η γυναίκα του εμπόρου, και τα όντα τα αλλόκοτα
ήταν. Αυτά, και το χώμα κάτω από τα πόδια της.
Τα τοπία, οι λόφοι, τα χωριά και τα δάση, μένανε πίσω της
στον δρόμο για τον βορρά. Και, ξάφνου, εκεί που πέρναγε ένα μπα-
χτσέ έξω από ένα χωριουδάκι, πού ’χε λογιώ – λογιώ λουλούδια,
που άλλα τα είχε δει ξανά κι άλλα όχι, άκουσε μια ψιλή φωνή να της
μιλάει.
- Βρε, βρε, καλώς την! Κι έλεγα, σαμπότε θα περάσεις κι
από ιδώ; Σε περιμέναμε από τότε που αρχίνησες το ταξίδι
σου. Μα, δε μου λες, δεν κουράστηκες να πηγαίνεις τόσον
δρόμο;
Σαν τό ’δε αυτό το θάμα η κοπέλα, να της μιλάει το πουλί,
σάστισε, κι έμεινε να κοιτά, τί πράγμα είναι πάλι και τούτο; Ήταν
ένα πουλί χρυσαφί, με ένα ασημί ράμφος, κοντό, μα πολύ μυτερό.
Είχε χρυσοκόκκινα φτερά, και τα πόδια του, ήταν πιότερο λεπτά απ’
ότι συνήθως, με μεγάλα, γαμψά νύχια.
- Όχι, δεν κουράστηκα... Ποιοι με περιμένατε, δε μου λες κι
εμένα; Τι πουλί είσαι εσύ; Και πού με ξέρεις, εμένα και τον
δρόμο μου και με μελετάς;
- Εγώ είμαι το χρυσοπούλι. Και, επειδή τα διαβατάρικα που-
λιά σε είδαν και σ’ ακούσανε, που ψάχνεις τον δύστυχο γέ-
ροντα, περιμέναμε, όλα τα πουλιά, πως στον δρόμο σου θα
πέρναγες και από ’δώ.
- Και έχουν έγνοια τα πουλιά τι κάνουν και πού πάνε οι αν-
θρώποι;
- Α, όχι για όλους! Μα για ’σένα έχουμε ξανακούσει, γιατί
τα πουλιά που περνούσαν από το δάσος που ζούσες, είχαν
να πούνε όμορφα λόγια για το πώς τραγουδάς. Και ο γέρος
αυτός, πολλές φορές πέρασε το μονοπάτι αυτό. Οι πλάνη-
τες δεν είναι πολλοί στον κόσμο αυτό, μηδέ κι οι ερημίτες,
μα τα πουλιά του ουρανού είναι ολονών των ερημιτών και
των περιπλανόδιων φίλοι, και καμιά βολά και βοηθοί.
Εξάλλου, μας αρέσουν οι καλές ιστορίες, τα μυστικά των
ανθρώπων και τα περίεργα που βλέπουμε σ’ όλον τον κό-
σμο που πετάμε. Κάποιοι από μας, μάλιστα, δεν κρατιόμα-
στε, και τα φανερώνουμε στους ανθρώπους. Αυτό όμως,
όχι και τόσο συχνά, γιατί καμιά βολά δεν βγαίνει σε καλό.
- Και, δε μου λες για νά ’χω καλό ρώτημα, δε θα βρεθεί κα-
νένα καλό πουλάκι, να μου πει και ’μένα που να πάω να
βρω τον γέρο, αν είναι σιμά;
- Εγώ θα σου το πω. Θα σ’ τό ’λεγα και ας μη με ρώταγες. Ο
γέρος είναι εδώ σιμά, και θα τον βρεις όπου νά’ ναι. Αλλά
σε προειδοποιώ, όταν τον βρεις, δεν θα υπάρχει πια η απο-
ρία, και η απάντηση μπορεί να μην σ’ αρέσει. Τώρα μπο-
ρείς να το αποφύγεις. Τότε όμως, όχι πια.
- Όχι. Περπάτησα μέρες και μέρες δρόμο για να ξεδιψάσω
την περιέργειά μου, και δε θα πάω πίσω από φόβο γή από
αμφιβολία. Το ξέρω δα καλά το τι θέλω, και αυτή η σιγου-
ριά έφερε το δρόμο μου ίσαμε ’δώ.
- Μάθε το λοιπόν, ότι ο γέρος βρίσκεται στον ποταμό πίσω
από τούτο τον λόφο. Ζει εκεί εδώ και καιρό. Περιφέρεται
στις όχθες σιωπηλός και απομακρυσμένος από τους άλλους
ανθρώπους. Καλό δρόμο το λοιπόν. Ίσως δώσει να ξαναει-
δωθούμε κάποτε.
Έφτασε λοιπόν η ώρα που η κοπέλα, παραξενεμένη από το
χρυσοπούλι που μιλάει ανθρώπινη μιλιά, έφτασε στον ποταμό και
αντίκρισε τον γέρο που έψαχνε. Ήταν ένας ρακένδυτος, ατημέλητος
γενειοφόρος, με ψαρά, μακριά μαλλιά και διαλυμένα σαντάλια στα
πόδια του. Ήταν σκυμμένος στον ποταμό, στην σκιά μιας ιτιάς, που
έγερνε μαζί με τον γέρο, στην όχθη του.
Η κοπέλα πλησίασε τον γέρο και κάθησε δίπλα του. Ο γέρος
σιγομουρμούριζε. Καθώς η κοπέλα καθόταν, έκανε με το χέρι της να
μαζέψει το φουστάνι, και το θρόισμα του φουστανιού της τον ξύ-
πνησε. Γύρισε σιγά σιγά και την αντίκρισε. Τα μάτια του άρχισαν να
τρέχουν, σήκωσε το κορμί του και της είπε:
Γύρισες; Σε έψαξα σ’ όλον τον κόσμο! Και, επιτέλους, ήρ-
θες μονάχη σου και με βρήκες. Ίδια, όμορφη όπως πάντοτε.
Έλα, πάμε στο σπίτι μας τώρα.
Γέροντα, κάποια άλλη εικόνα μπήκε μπροστά στα μάτια
σου και σου κρύβει την αλήθεια. Δεν μπορεί να γνωριζό-
μαστε, ούτε εμένα να έψαχνες σ’ όλον τον κόσμο, γιατί ο
τόπος μου είναι άλλος, και πρώτη φορά έρχομαι σ’ αυτό το
μέρος. Όμως, αν τα συνταιριάζω σωστά, βρήκα αυτόν που
έψαχνα για να με κατατοπίσει γύρω από τις απορίες μου.
Δεν είσαι εσύ ο έμπορος που άφησε το σπίτι του και περι-
πλανιέται να βρει τη γυναίκα του; Δεν είσαι εσύ που γύριζε
για κάποιον καιρό με τον τροχιστή; Αυτός που ξέρουν τα
πουλιά σαν «ο δύστυχος γέροντας»;
Ώστε δεν ήρθε ακόμα η ευτυχισμένη ώρα της αντάμωσης;
Δεν έφτασε η ώρα να με λένε τα πουλιά «ο ευτυχής γέρο-
ντας»; Και σαν ποιά είσαι ’σύ, που δεν είσαι από τα μέρη κι
όμως με ξέρεις κι εμένα και την ιστορία μου, και τόσο
μοιάζεις της γυναίκας που γυρεύω; Σάμπως κάνα ξωτικό, ή
κάνα δαιμόνιο που σκοπό έχει να με αποκάμει;
Μήτε ξώθι, μήτε δαιμόνιο είμαι. Πριν από καιρό πέρασε
από τα μέρη μου ο τροχιστής και μού ’πε το τραγούδι σου
και το κρίμα που σε βαραίνει. Έτσι και ’γώ πήρα τον δρόμο
κι ήρθα να μάθω από τα ’σένα, πιο καλά την ιστορία. Να σε
ρωτήσω το τι βρήκες, για τι έμαθες τόσον καιρό που γυρεύ-
εις τους δικούς σου. Κακό δε θέλω. Μόνο την περιέργειά
μου να ξεδιψάσω. Αν, το λοιπόν, έχεις την θέληση και τον
κόπο μου λογιάζεις, πες μου, να χαρείς, ό,τι ζητώ να μάθω.
Θαρρώ πως το ταξίδι σου, μόνο τη δίψα θα σου αφήσει. Το
μόνο πράμα πού ’μαθα, ήταν στο πατρικό της. Μού ’παν
πως τη γυναίκα μου, μωρό στους δρόμους την ευρήκαν, δί-
χως γονιούς και σπιτικό, μήτε στον ήλιο μοίρα. Την πήραν,
την ανάθρεψαν, την κάνανε γυναίκα, μα πούθε κρατά, από
ποια γενιά, ποτέ τους δεν εμάθαν. Όταν την εβαφτίσανε,
καλόγερος τους βρήκε. Τους είπε δώρο του θεού η κόρη
τους πως είναι, πως έχει μάνα στην πηγή, πατέρα μες στο
δάσος, πως έχει και δίδυμο αδελφό που σ’ άλλον κόσμο
μένει. Φυλακισμένος, τ’ ουρανού τους δρόμους να διαβαί-
νει, μα απάνω στης γης τα χώματα ποτέ να μην κοντεύει.
Κατάρα είναι της γενιάς, πολύ παλιά ειπωμένη από το
στόμα το κακό, που το κακό λογιάζει για όλα του κόσμου
τα καλά που ο Θεός χαρίζει. Αυτά τα λόγια άκουσα στο πα-
τρικό της σπίτι, μα ίχνος δε βρήκα πουθενά κι ούτε κάποιο
σημάδι.
Γέροντα, τα λόγια που μου λες, μου αναστατώνουν την
καρδιά. Ξέρεις, και εγώ είμαι ορφανή, δεν ξέρω τους γο-
νιούς μου. Πρέπει να μάθω περισσότερα για αυτή τη γυναί-
κα. Αφού το λοιπόν τα γονικά της είναι στην πηγή και στο
δάσος, για εκεί θα τραβήξω. Θαρρούσα ότι θα έβρισκα τις
απαντήσεις που ήθελα εδώ, αλλά έχω δρόμο ακόμα. Αντίο,
και να ξέρεις ότι η σκέψη σου δε θα σβηστεί από το μυαλό
μου, είτε βρω, είτε όχι αυτό που ψάχνω.
Έτσι είπε, και έβαλε νέα ρότα στην αναζήτηση της. Και πήρε
πάλι το δρομί, δρομί το μονοπάτι προς το δάσος. Να ανακαλύψει
την ιστορία της ξένης που τόσο γνωστή της ήτανε.
Εκεί που πήγαινε και διάβαινε μονοπάτια, ένα απόγευμα, στα
δάση και στα βουνά, και εκεί που τραγουδούσε, (αχ, νά ’σασταν εκεί
να ακούγατε τι τραγούδια ήταν αυτά παραδεισένια!) ξάφνου, της εμ-
φανίζεται φάντης μπαστούνι ένας γέροντας. Καθόταν σε ένα κού-
τσουρο και κάπνιζε, και με την καύτρα από το τσιγάρο, κουνώντας
την στον αέρα, έγραφε λέξεις και γραμμές. Εκείνη την ώρα, η κο-
πέλα τραγούδαγε ένα τραγούδι που της είχε μάθει στον ύπνο της ο
προπάππους της ο τραγουδιστής. Είδε τον γεροπαράξενο και έμεινε
βουβή να θαυμάζει τι όμορφα σχέδια έφτιαχνε στον αέρα με τη φω-
τιά. Ο γεροπαράξενος, χωρίς να σταματήσει να σχεδιάζει στον αέρα,
πήρε το τραγούδι της από εκεί που το είχε αφήσει και σφύριζε την
συνέχειά του.
Τι να πει, και τι να κάμει από την σαστιμάρα της η κοπέλα;
Έβαλε το χέρι της στο φυλαχτό της γιαγιάς στον κόρφο της. Όταν
έκλεισε το στόμα, άρχισε να ρωτάει τον γεροπαράξενο πώς στο
καλό ήξερε τούτο το τραγούδι. Ο γεροπαράξενος δεν της αποκρίθη-
κε, παρά μόνο έφτιαξε μπροστά της με την καύτρα από το τσιγάρο
του ένα λουλούδι και της το πρόσφερε μονάχα με μια χειρονομία με
τα δύο χέρια σαν να της λέει: «Κόπιασε στο τραπέζι μας», ή, δεν
ξέρω πάλι, ίσως να της έλεγε και: «Έλα στην αγκαλιά μου», και συ-
νέχιζε το σφύριγμα. Σαν τον ρώτησε τότε αν ήξερε τον προπάππου
της τον τραγουδιστή, αυτός, με ένα ελαφρύ χαμόγελο και με δυο κι-
νήσεις του χεριού του, έφτιαξε στον αέρα ένα σπίτι σαν αυτό που
μεγάλωσε. Την ενθάρρυνε μάλιστα να συνεχίσει να τραγουδά κάνο-
ντάς της νόημα. Αυτή, βλέποντας ότι ο γεροπαράξενος ξέρει να της
πει πολλά ξεθάρρεψε, και δεν σταμάτησε να ρωτάει. Μήπως ξέρει
πού είναι η γυναίκα του δύστυχου γέροντα; Γή από πού είναι, και τι
θαυμαστά είναι αυτά με τους ανθρώπους φίδια-πεταλούδες και τις
μουσικές κλωστές από τον ουρανό;
Ο γεροπαράξενος δεν έλεγε λέξη όλη την ώρα. Παρά μόνο ζω-
γράφιζε στον αέρα το κάθε τι που έλεγε η κόρη, πριν καλά - καλά
προλάβει να το ξεστομίσει. Μέσα στις ζωγραφιές του, η κοπέλα
έβλεπε να γεννιούνται όλες της οι ερωτήσεις και όλη της η ζωή. Στο
τέλος, όταν τον ρώταγε και τον ρώταγε και απόκριση δεν έπαιρνε,
σταμάτησε να μιλάει. Μα να το κουνήσει ρούπι, ούτε που το διανο-
ούνταν. Κάθησε και τραγούδησε άλλο ένα τραγούδι, από αυτά που
της είχε μάθει ο προπάππους της ο τραγουδιστής, μαζί με τον γερο-
παράξενο να σφυρίζει και να κάνει σχέδια τις μελωδίες. Σαν τελείω-
σε, πήρε ο γεροπαράξενος λουλούδια από αυτά που είχαν ανθίσει
στον ποδόγυρο της κοπέλας, και της τα έπλεξε στα μαλλιά σαν
στέμμα. Κάθησε πάλι στο κούτσουρό του και τράβηξε μια ρουφηξιά
από το τσιγάρο του, που δεν τελείωνε ποτέ.
Άρχισε τότε να μιλάει, με μια φωνή που έμοιαζε να ξεκινάει
από τον γεροπαράξενο και να σβήνει σε κάποια δέντρα πίσω του. Ή
μήπως πίσω από την κοπέλα; Ε, θα σας γελάσω. Πάντως ακουγόταν
πολύ παράξενα αλήθεια όταν μίλησε ο γεροπαράξενος. Δεν είμαι σί-
γουρος ακόμα και για το αν μίλησε αυτός ή αν ακούστηκε η φωνή
από το δάσος με έναν παράξενο πράγματι τρόπο. Δεν είναι όμως
τόσο σημαντικό το πώς μίλησε, γιατί ήταν πιο σημαντικά αυτά τα
παράξενα πράγματα που είπε:
- «Είναι η μητέρα σου, αυτή η γυναίκα που ψάχνεις, και εί-
ναι ο πατέρας σου αυτός που πριν λίγες μέρες αποχωρίστη-
κες». Έλεγε, και μια ανατριχίλα έκανε την κοπέλα να
τρέμει σύγκορμη στην παράξενη αυτή φωνή του γεροπα-
ράξενου, σαν τα φύλλα των δέντρων στον αγέρα. «Και ο
αδελφός σου, είναι και αυτός καταραμένος, διωγμένος από
τη γη»! Φώναξε, πριν πάρει μια γερή ρουφηξιά από το τσι-
γάρο του, βάφοντας με την μεγάλη καύτρα του, ένα πα-
ράξενο κόκκινο όλο το τοπίο τριγύρω. «Μα, εσύ! Εσύ μπο-
ρείς να δώσεις ένα τέλος σ’ αυτά τα βάσανα! Άκου το λοι-
πόν προσεκτικά, γιατί δεν έχεις πολύν καιρό». Βρυγχότανε,
και έβγαζε καπνούς από τη μύτη και το στόμα σαν ταύρος
που ξεφυσάει καθώς έλεγε: «Σε σαράντα μέρες, την νύχτα
που θά ’χει νέα σελήνη, θα έχει μαζί ξαστεριά και τα άστρα
θα φαίνονται καθαρά στον ουρανό. Τα μεσάνυχτα, θα
πάρεις να τραγουδήσεις για τα ερπετόψυχα, και τότε αυτά
θα εμφανιστούνε και θα χορέψουνε στο τραγούδι. Θα ανα-
γνωρίσεις ανάμεσά τους τον αδελφό σου. Τα ερπετόψυχα
είναι άνθρωποι που περάσανε στον κόσμο των ψυχών, ενώ
δεν έχουν πεθάνει ακόμα. Άλλοι επειδή μπορέσανε να έρ-
θουν σε επαφή με αυτόν τον κόσμο και στεριώσανε την
ζωή τους εκεί, πιο καλά από ότι εδώ. Άλλοι επειδή χάσανε
τον δρόμο τους, και δεν μπορούνε να γυρίσουν πίσω. Άλ-
λοι, επειδή τους μάγεψαν και τους στείλανε εκεί. Εκεί που
θα είσαι ανάμεσά τους να μη μιλήσεις σε κανέναν, γιατί θα
χαθείς και εσύ όπως ο αδελφός σου, και τίποτε δεν θα μπο-
ρείς να κάνεις πια. Θα πάρεις τότε αυτό το μαχαίρι με τις
δύο αιχμές που σου δίνω και θα κόψεις τον λαιμό τριών ερ-
πετόψυχων, να είναι και τα τρία θηλυκά και να έχουν και
τα τρία ένα λευκό μαντήλι στον λαιμό. Αυτά τότε θα χα-
θούνε από την γη, θα χαθούνε και από τον κόσμο των ψυ-
χών στον ουρανό και θα έρθει στην γη ο αδελφός σου.
Όταν τελειώσεις, θα πρέπει να γυρίσεις εδώ και να μου
δώσεις τα μαντήλια τους. Τότε και εγώ θα σου ’πώ πού εί-
ναι ο αδελφός σου στη γη για να τον βρεις. Στο ξαναλέω
όμως», ύψωσε την μυστήρια φωνή του ο γεροπαράξενος,
«αν μιλήσεις με τα ερπετόψυχα, θα σου πουν ψέματα και
θα κάνουν τα χίλια δυο για να σε ξεγελάσουν και να σε φυ-
λακίσουν στον κόσμο τους, και τότε», τα λόγια αυτά αναρ-
ρίγησαν την κοπέλα, «μπορείς να πεις το παντοτινό αντίο
στον αδελφό σου και στον κόσμο όλο».
Τα λόγια τα τελευταία του γεροπαράξενου πέσαν στην κόρη
όπως πέφτει το τσεκούρι και φέρνει το τελευταίο χτύπημα στο
δέντρο, αυτό που θα το ξαπλώσει. Και γονάτισε η κοπέλα η όμορφη
και ξαφνιασμένη κοίταξε τα λουλούδια στα πόδια της που είχαν αν-
θίσει, το στεφάνι στα μαλλιά της πού ’χε μαραθεί. Μες στη ζάλη της
ήρθε η μυρωδιά από ένα γιασεμί και την τάραξε. Σήκωσε τα μάτια
της να αντικρίσει τον γεροπαράξενο, μα ο γεροπαράξενος δεν ήταν
εκεί. Είχε χαθεί θαρρείς, όπως χάνονται τα όνειρα όταν ξυπνάμε,
τότε που αναρωτιόμαστε ακόμα: «Ήταν αλήθεια όλα τούτα που έζη-
σα»; και το φως της ημέρας διαλύει τη ζωντανή ανάμνησή τους
ωσάν διαλύει την ομίχλη στα βουνά.
Μέσα στο χέρι της, βάσταγε ακόμα το μαχαίρι με τις δύο αιχ-
μές. Τό ’βαλε στο δισάκι της και συνέχισε το μονοπάτι. Είχε πια
βραδιάσει, μα το φεγγάρι εμφανιζόταν κιόλας στον ουρανό, γεμάτο
να φωτίζει μέσα από τα φύλλα και τα κλαριά. Οι ήχοι της ημέρας εί-
χαν κιόλας σβήσει και τώρα οι κουκουβάγιες και οι γρύλοι μονοπω-
λούσαν με τη φωνή τους την μουσική της νύχτας. Η κόρη πήρε να
ψάχνει από ’δώ κι από ’κεί απ’ το μονοπάτι για κανένα ξέφωτο να
κουρνιάξει το βράδυ.
Ξάφνου, άκουσε το κελάιδημα ενός αηδονιού να ξεπηδά
ανάμεσα απ’ τα δέντρα τόσο γλυκά, που ασυναίσθητα σιγομουρμού-
ρισε τρεις νότες από τη μελωδία ενθουσιασμένη. Κίνησε να ακολου-
θήσει τον κελαϊδημό ώσπου βρήκε το ποτάμι και στην αντίπερα
όχθη το πουλί τ’ αηδόνι να σκορπίζει χρώματα με το τραγούδι του.
Κι άλλοι κελαϊδημοί ξεπετάχτηκαν μέσα απ’ τα κλαδιά και
χρώματα καλύψανε τα πάντα ώσπου οι μουσικές απ’ όλα τα πουλιά
γίνηκαν μια πολιτεία. Τα δέντρα φτιάξαν σπίτια και από τα παραθύ-
ρια τους που ανοίγανε ξεπρόβαλαν πουλιά στο φως του φεγγαριού.
Όχι πουλιά ακριβώς δηλαδή, άνθρωποι. Ούτε άνθρωποι ήταν ακρι-
βώς. Πώς να το πω; Να, τα πουλιά παίρνανε μεν μορφή σαν του αν-
θρώπου, μα αν και δεν είχαν ούτε φτερά, ούτε ράμφος, ούτε πόδια
με νύχια γαμψά, κάτι στα μάτια, στο πρόσωπο, το μέτωπο κι η μύτη
πιο πολύ, τα μυτερά στα δάκτυλα νύχια, πουλί σου φέρνανε στο νου
σαν τα κοίταζες. Στους πεζόδρομους ανάμεσα στα σπίτια, αστέρια
πού ’χαν κατέβει απ’ τον ουρανό φωτίζανε τον τόπο. Κι ήταν ξέρετε
αυτά τα αστέρια που γύρω απ’ το φεγγάρι δεν φαίνονται. Απλώθη-
καν και περικοκλάδες και φτιάξαν δυο γιοφύρια να ενώνουν την πο-
λιτεία πάνω απ’ το ποτάμι. Κι όταν απόσωσαν όλα τούτα, ξαφνικά,
σιωπή.
Τόσο ξαφνικά, όσο ξαφνικά ξεκίνησε ο πρώτος κελαϊδημός,
σαν γίνηκε το δάσος – πολιτεία, ήρθε η σιωπή. Και βρήκε την κο-
πέλα στην άκρη της μιας γέφυρας να κοιτάζει με τα μάτια της ορ-
θάνοιχτα και μ’ ένα χαμόγελο ολάνθιστο στο πρόσωπό της.
Και πριν ακόμα έρθει η σκέψη να μαράνει το χαμόγελο, ση-
κώθηκε μια βουή να θρυμματίσει τη σιωπή. Και τα πουλιά... Όχι,
όχι πουλιά, οι άνθρωποι... Αυτοί τέλος πάντων, έπιασαν όλοι μαζί
να τραγουδούν με μια φωνή που απλώθηκε σ’ όλη την πολιτεία και
την έκανε σύσσωμη κι αυτή να δονείται σ’ ένα τραγούδι μιας λογής
ξεχωριστής απ’ όλων των λογιών τα τραγούδια πού ’χουμε ακούσει.
Άλλα τραγούδια απ’ αυτά πού ’χουμε ακούσει και στη χαρά και στη
λύπη, στη δουλειά και στον ξαποσταμό, στους δρόμους και στα με-
γάλα θέατρα (εκεί που τραγουδάνε οι μεγάλοι και οι τρανοί τραγου-
διστάδες για τους βασιλιάδες και τους πρίγκιπες μονάχα). Αλλά
ακόμα κι απ’ αυτά του προπάππου. Τόσες φωνές να υψώνονται και
να τραγουδούν τα ίδια λόγια, σε μια γλώσσα άγνωστη στ’ αφτιά της
κοπέλας, που όμως για έναν λόγο άγνωστο, με έναν τρόπο μαγικό,
έκαναν το στήθος της να φουσκώσει και δάκρυα χαράς να ξεχειλί-
σουν τα μάτια της. Τότε είδε την λιτανεία την μεγάλη να περνάει τη
γέφυρα. Εκεί να σταματάει, και σαν σιγά - σιγά αυτή η δόνηση που
τάραζε τη γη, από τα θεμέλια της θαρρείς, να γινόταν ένας βόμβος
μοναχά, ξεχώρισε από την πομπή μια μορφή. Ήταν μια κόρη με χρυ-
σά μαλλιά, χρυσοκόκκινο φουστάνι, και με ένα πρόσωπο άσπρο και
λαμπερό, και τα πόδια της ήταν ψηλά με έναν περίεργο τρόπο. Τα
νύχια της ήτανε γαμψά φτιαγμένα. Στο μέτωπό της έλαμπε ένα πε-
τράδι ανάμεσα στα φρύδια, τα σαν φτερά λαξευτά. Η μύτη της ήταν
μικρή, μα μυτερή. Τα μάτια της τα ασημένια, σαν το φεγγάρι φωτο-
βόλα και χαμογελαστά.
- Σε θαυμάζω αλήθεια για την υπομονή σου και τον κόπο
σου κοπέλα, σαν βλέπω να συνεχίζεις απτόητη και θαρρα-
λέα την αναζήτησή σου. Μα θαρρώ σαν σε κοιτώ πως τα
μάτια σου άλλους ανθρώπους, άλλους τόπους αποζητάνε
νά ’βρουνε απ’ αυτούς που ζητούσαν μέχρι χτες. Και ο
νους σου άλλες έγνοιες έχει. Άλλα χρώματα ο ουρανός και
άλλες μυρουδιές η γης.
- Αρχόντισσα τα λες καλά και ωραία, μα αν η ψιλή αυτή
φωνή δε με γελά, μοιάζει να σ’ έχω απαντήσει ξανά και νά
’χουμε μιλήσει. Πες μου, είσαι εσύ η ίδια το χρυσοπούλι
που με βοήθησε να βρω τον δύστυχο γέροντα; Και είναι
αυτός εδώ ο τόπος μαγεμένος; Θαύμα αγαθό ή μαγεία δια-
βολική είναι όσα θαυμαστά βλέπω κι ακούω ετούτη τη νυ-
χτιά;
- Ναι. Καλά τα λες. Σωστά με αναγνώρισες. Το χρυσοπούλι
– βοηθός σου είμαι. Όσο για τον τόπο κι όλα τα θαυμαστά,
τόσο μαγικά, όσο η ανατολή και η δύση του ήλιου είναι.
Γιατί σ’ αυτό το δάσος, απ’ την αρχή του χρόνου, τα
βράδια, με το φως του φεγγαριού, ενώνεται ο κόσμος ο αν-
θρώπινος με τον κόσμο μας. Και τότε η μορφή μας φανε-
ρώνεται σ’ αυτούς που βρίσκονται σ’ αυτό, μαζί με τ’ άλλα
κρυφά απ’ τα μάτια των ανθρώπων. Μπορείς να πεις το
λοιπόν πως αυτός που μάγεψε τον ήλιο ν’ ανατέλλει κάθε
πρωί και να δύει κάθε βράδυ, μάγεψε και τούτο το δάσος.
Κι ο ίδιος που στοίχειωσε τα άστρα να φωτίζουν το βράδυ
και να κρύβονται το ξημέρωμα, κρύβει και τον κόσμο μας
απ’ τα μάτια σου. Μα έλα τώρα, και σβήσε απ’ τα μάτια
σου την ανησυχία. Έλα μαζί μου, γιατί είσαι φιλοξενούμε-
νή μας απόψε.
Την έπιασε τότε το χρυσοπούλι απ’ το χέρι και όλα τα πουλιά
μαζί πιάσαν και πάλι το τραγούδι, που ακόμα δεν είχε σβήσει εντε-
λώς. Γυρνώντας τώρα από δρόμους και στενά την πολιτεία, ένας –
ένας τρύπωνε στο σπίτι του. Ως που το τραγούδι λίγο – λίγο σίγασε,
όπως αχτίδα με την αχτίδα τρώγεται ο ήλιος απ’ τον ορίζοντα. Μα κι
όταν δεν φαίνεται πια, για λίγο ακόμα, το φως του φωτίζει τον ουρα-
νό. Ηχώ, που όλο και πιο αχνή γίνεται, κι όταν έχει πια χαθεί,
μοιάζουν να υπήρξαν μόνο στο νου, και η ηχώ και το τραγούδι.
Όταν σίγασε το τραγούδι το λοιπόν, βρέθηκαν η κοπέλα και το
χρυσοπούλι μπροστά από ’να αρχοντικό πανέμορφο και το χρυσο-
πούλι τράβηξε το χέρι της κοπέλας να μπούνε μέσα γιατί είχε μείνει
πάλι να θαμάζει ακίνητη, με τα μάτια ορθάνοιχτα. Ήταν τ’ αρχοντι-
κό πλούσιο και γεμάτο λουλούδια, να στολίζουν με χρώματα την
κάθε γωνιά. Είχε και μια μεγάλη σάλα, πολύ φωτεινή, που γύρω τρι-
γύρω είχε στασίδια και στην κορυφή έναν θρόνο δρύινο. Την κάθισε
στη θέση δεξά του θρόνου. Κάθησε και το χρυσοπούλι στο θρόνο.
Ύστερα, σιγά – σιγά και ήρεμα εμφανιζόντουσαν τα πουλιά...
Όχι, όχι τα πουλιά, οι άνθρωποι... Αυτοί τέλος πάντων, και παίρναν
τη θέση τους στα στασίδια τριγύρω στη σάλα. Κι όταν κάθησε και
το τελευταίο πουλί... Όχι, όχι πουλί, άνθρωπος... Αυτό τέλος
πάντων, και τα στασίδια γέμισαν ένα προς ένα, το φως χαμήλωσε
και μονάχα ένα αστέρι έμεινε να λάμπει στα πόδια του χρυσοπου-
λιού. Σηκώθηκε τότες το χρυσοπούλι και άρχισε να λέει:
- Μαζευτήκαμε απόψε, πουλιά μου, στη σάλα της συμβου-
λής, για να δώσουμε ένα φτερό βοήθειας στη φίλη μας. Σ’
αυτή που κάποιους από ’μας τους τάισε τις δύσκολες μέρες
του χειμώνα. Άλλους τους καλοχαιρέτησε με το τραγούδι
της το μελίρρυτο τις ώρες της δουλειάς και της ανάπαυσής
της. (Το τραγούδι που για αυτό καθένας μας εδώ μέσα έχει
ακούσει.) Αν και άνθρωπος, κακό ποτέ δεν έκανε, ούτε σε
’μάς, ούτε στις φωλιές μας. Έφτασε το λοιπόν η ώρα, να τη
φιλέψουμε με τη σειρά μας το βρεγμένο ξεροκόμματό μας.
Γιατί ο δρόμος της συναντήθηκε με τον δρόμο όντων σκο-
τεινών και αλλόκοσμων. Μα ούτε και δικός της δρόμος εί-
ναι. Γιατί δεν τον διάλεξε, παρά τον κληρονόμησε.
Πήραν ύστερα το λόγο άλλα πουλιά... Όχι, όχι πουλιά, άν-
θρωποι... Αυτοί τέλος πάντων και είπαν πώς θα μπορούσαν να βοη-
θήσουν την κοπέλα στην περιπέτειά της. Και πριν μιλήσει ο καθείς,
το αστέρι καθότανε στα πόδια του και τον φώτιζε. Άλλος είπε να
μείνει η κοπέλα στην πολιτεία τους και να γίνει κι αυτή πουλί. Ένα
θαλασσοπούλι, να την κρύψουν βαθιά μέσα στη θάλασσα, να μη την
βρουν ποτέ, ούτε ο γεροπαράξενος, ούτε τα ερπετόψυχα. Μα η κο-
πέλα βιαζόταν να γνωρίσει τους γονείς και τον αδερφό που μέχρι
χθες αγνοούσε, και κούναγε το κεφάλι πέρα – δώθε ακούγοντας όλα
τούτα. Κάποια στιγμή πήρε ξανά το λόγο το χρυσοπούλι και έδωσε
ένα τέρμα στην κουβέντα: «Είναι η φίλη μας πεινασμένη και κουρα-
σμένη» είπε, «ας αφήσουμε για την ώρα τις συμβουλές κι ας δείξου-
με τη φιλοξενία μας».
Φωτίστηκε ξανά η σάλα και στρώσανε ένα μεγάλο τραπέζι για
φαΐ, που είχε πάνω φρούτα, κρέατα, λαχανικά και γλυκά, να χορταί-
νεις και μόνο να τα κοιτάς. Και του πουλιού το γάλα!
Να μη σας τα λέω πολλά – πολλά, η κοπέλα πέρασε ένα φεγ-
γάρι στην πολιτεία των πουλιών και τα γνώρισε σχεδόν όλα. Έναν
μήνα μίλησε, τραγούδησε, έπαιξε και γέλασε με τα πουλιά. Όταν
βρισκόταν μέσα στην πόλη, μέρα – νύχτα, τα πουλιά ήταν άνθρω-
ποι... Όχι, όχι άνθρωποι... Αυτά τέλος πάντων, αλλά τη μέρα ήταν
άφαντοι και η πόλη έρημη. Στην νέα σελήνη δε, δεν είδε ψυχή. Ούτε
καν το χρυσοπούλι, που τις άλλες μέρες δεν έδειχνε να επηρεάζεται
από όλα τούτα.
Πέρασαν όμως οι μέρες και οι νύχτες σαν της θάλασσας τα κύ-
ματα, που χωρίς αναπαμό ακολουθεί το ένα τ’ άλλο, κι ώσπου να
θυμηθείς το ένα, έρχεται το άλλο και σε βρίσκει. Έφτασε η παν-
σέληνος ξανά, πού ’χε αποφασίσει η κοπέλα να πάρει ξανά τους
δρόμους και μαζευτήκανε όλα τα πουλιά μαζί να την αποχαιρετή-
σουν. Όταν βγήκε ο αυγερινός, πέρασε τα σύνορα της πολιτείας και
σιγά – σιγά τα σπίτια γινόντουσαν πάλι δέντρα, και οι γέφυρες τρα-
βιόντουσαν πίσω στις όχθες του ποταμού. Τ’ αστέρια σιγόσβηναν,
κι άφηναν το δάσος στο σκοτάδι, κάτω απ’ τα φύλλα των ψηλών
δέντρων. Ο ήλιος, αν και δεν είχε εμφανιστεί, έστελνε προάγγελούς
του τα κιτρινοπορτοκαλιά σύγνεφα στον ουρανό. Μα πριν φύγει από
την πολιτεία των πουλιών, πήρε το δώρο της. Ήρθε και την αγκάλια-
σε το χρυσοπούλι και της έχωσε μέσ’ στην παλάμη δυο χρυσές τρί-
χες απ’ τα μαλλιά της. «Πάρε αυτές» της είπε, «κι αν ποτέ χρεια-
στείς βοήθεια, μη διστάσεις και ρίξε μια στη φωτιά νά ’ρθω να σε
βρω». Μα ώσπου να φτάσει να χάσει το χρυσοπούλι απ’ τα μάτια
της, οι τρίχες γινήκανε χρυσορόδινα πούπουλα και το χρυσοπούλι
ξανά πήρε τη γνωστή μορφή του. Το μονοπάτι απλωνότανε μπροστά
στα πόδια της κοπέλας, κι έμοιαζε όλο αυτό το φεγγάρι να μην είχε
ποτέ συμβεί αν δεν ήταν αυτά τα πούπουλα κι αυτός ο λόγος που της
είχε πει το χρυσοπούλι:
Καμιά φορά το πιο καλό
δεν το ζυγιάζεις στο σωστό
ούτε στο ωραίο.
Κι ανακαλύπτεις γιατρειά
σε μαύρα βότανα πικρά
που αυτή φωλιάζει.
Και πήρε πάλι τους δρόμους και τα μονοπάτια με το τραγούδι
στα χείλη και τα μάτια να ρουφάνε τα πάντα γύρω της: τα δέντρα, τα
πουλιά, τα ζώα! Το νερό, το χώμα, την πέτρα! Όχι όμως με τον ίδιο
τρόπο που τραγουδούσε και έβλεπε όταν έφευγε από το σπίτι της κι
αποχωριζόταν τη γριά. «Αχ», ψέλλισε με το χέρι στο φυλαχτό πού
’χε στον κόρφο της, «τι να κάμει τώρα η γιαγιά μου». Ήταν το τρα-
γούδι της θα έλεγες λιγότερο ανάλαφρο, μα πιότερο περίτεχνο. Και
το βλέμμα της, αφηνόταν συχνά να κοιτάζει τα φύλλα ενός δέντρου,
ένα πουλί, ένα ρυάκι, μέχρι που ξέχναγε που πήγαινε. Στεκόταν, ή
προχώραγε χωρίς να κοιτάζει πού πατούσε. Σα νά ’χε αφήσει στα
μέρη που περιπλανήθηκε και από ένα κομμάτι της, ενώ ένα άλλο,
άγνωστο μέχρι πριν, είχε μπει στη θέση του.
Για να μη λέω με πολλά τα λίγα όμως, πέρασαν οι μέρες και οι
νύχτες που ήταν το φεγγάρι στη χάση του κι έφτασε να δύει ο ήλιος
στη νέα σελήνη. Ούτ’ ένα νέφαλο δεν έκρυβε κομμάτι τ’ ουρανού,
κι η πούλια, η πιο γενναία απ’ όλα τ’ άστρα, πρώτη πρόβαλε να
φέξει το σκοτίδι που άφηνε πίσω του ο ήλιος. Χωρίς να φοβηθεί μην
πισωγυρίσει, την κοιτάξει, και τη σβήσει με μιας. Αλλά τούτο είναι
άλλη ιστορία και θα σας την πω άλλη φορά.
Από στιγμή σε στιγμή, όλο και πιο σκοτεινός γινότανε ο ωκεα-
νός που μέσα του κολύμπαγαν τα άστρα. Άλλα βαθιά μέσα του, να
τα διακρίνεις τη μια και να τα χάνεις την άλλη, κι άλλα στην επι-
φάνεια, να φέγγουν μέσα στη δίχως φεγγάρι νύχτα σαν φώτα στις
θύρες των σπιτιών πού ’χουν γιορτή.

Την ώρα που μέσιασε η νύχτα, άρχισε να τραγουδάει η κο-
πέλα. Και τί τραγούδι ήταν αυτό! Τί όμορφο τραγούδι! Τόσο, που
σώπασε ο κούκος, ο γκιώνης, η κουκουβάγια. Σώπασε ο γρύλος, η
λιβελούλη, ο βάτραχος. Γύρισαν τα γιασεμιά τους μίσχους τους προς
τη φωνή, όπως ανοίγουν τ’ άνθια τους στον ήλιο τα λουλούδια.
Όπως μακραίνουν τα κλαδιά με τα φύλλα ψηλά, προς το φως. Άρχι-
σε λοιπόν τότε να συμβαίνει το θαυμαστό που δεν είχε ξαναδεί, μα
που της τό ’χε αφηγηθεί ο τροχιστής, χρόνια φάνταζε πριν.
Έκανε ένα νεύμα και άρχισαν από τ’ αστέρια να πέφτουν φω-
τεινές κλωστές από το φως των αστεριών φτιαγμένες. Κι όταν ακου-
μπάγανε τη γη, σαν καμπανούλες τόσες δα ακουγόντουσαν να ηχού-
νε. Το φως τριγύρω της έγινε όλο και πιο δυνατό, και κάλυψε το
κάθε τι. Ως που βρέθηκε μέσα στο φως και τίποτα δεν της θύμιζε
τον τόπο που στεκότανε πριν δυο στιγμές. Χάιδεψε τα νήματα από
φως και μουσικές ξεπήδησαν. Όταν έπαψε να τραγουδά η κοπέλα
πια, μουσικές βγαίναν ακόμα ανάμεσα από τις αχτιδοκλωστές. Όχι
μόνο μουσικές όμως. Μέσα από το εκτυφλωτικό φως των αχτιδο-
κλωστών, κι άλλα χρώματα άρχισαν να εμφανίζονται και να χορεύ-
ουν, και τα χρώματα να παίρνουν σχήματα, και τα σχήματα να γίνο-
νται οι μορφές των ερπετόψυχων που χόρευαν στη μουσική.
Μαζεύτηκαν τα ερπετόψυχα γύρω – τριγύρω απ’ την κοπέλα
και την χαιρέτησαν μ’ ένα νεύμα. Αρχίσανε μετά να τραγουδούν με
τη μουσική που ξεπηδούσε από τις αχτιδοκλωστές και να κινούνται
γύρω της. Μα, ένα περίεργο πράγμα με το τραγούδι τους. Έμοιαζε
να μη βγαίνει από τα στόματά τους, μα απ’ όλο τον τόπο. Κι ενώ θα
περίμενες οι φωνές να έρχονται από τριγύρω, μοιάζαν να έρχονται
από ψηλά, απ’ τον ουρανό. Και τόση δύναμη αποκτούσαν, που τις
ένιωθες στα ακροδάκτυλα, στο στήθος. Να κραδαίνουν την καρδιά
και να φέρνουν ανατριχίλα στην ραχοκοκκαλιά.
Τότε μέριασε κάποια ερπετόψυχα και εμφανίστηκε ανάμεσά
τους ένας νέος, όμορφος και λυγερός, με τα μάτια να φεγγοβολούνε
σα φλόγες που στο διάβα τους το κάθε τι παραδίνεται, γίνεται
στάχτη κι αναγεννιέται σαν το φοίνικα. Με ένα χαμόγελο ειλικρινές
και εγκάρδιο σαν μικρού παιδιού που μόλις του χάρισες ένα παιχνίδι
και τ’ ανακαλύπτει. Και το χαμόγελο μεγάλωσε ακόμη περισσότερο
όταν τα βλέμματα των δυο νέων συναντήθηκαν.
- Δεν είναι ανάγκη να μου πεις, ούτε κι εγώ έχω να ρωτήσω.
Σαν αντικρίζω σε, μπορώ χωρίς μια σκέψη να το πω πως η
θωριά είν’ αδερφής. Δε θ’ αστοχήσω. Μα, είν’ απορία που
αντικρίζω μες στων ματιών σου τη σκιά; Ακόμα δε μ’ ανα-
γνωρίζεις; Τίποτα εγώ δε σου ξυπνώ; Ο χωρισμός μας έχει
σβήσει απ’ το δικό σου το μυαλό; Γιατί εμένα μες στον νου
μου δεν είναι άλλο να εχαράχθη, με τόσο πόνο ή πιο βαθιά.
- Όχι. Μη στεναχωριέσαι αδερφέ μου. Ήξερα όταν ήρθα εδώ
πως θα σε συναντήσω. Και σαν σ’ αντίκρισα, η καρδιά μου
χτύπησε πιο δυνατά. Πήγε να πετάξει μακριά για να αντέξει
τη συγκίνηση που, επιτέλους, ανταμώνουμε. Αλλά την αλή-
θεια θα σου πω: απ’ όλα όσα τον τελευταίο καιρό έμαθα
για εμάς και τους γονιούς μας, για τον τόπο ετούτο και
όσους ζουν σ’ αυτόν, τίποτα δεν ήξερα, τίποτα δε θυ-
μόμουν. Μα, να τώρα, που η μοίρα μου με έφερε πάλι να
σμίξω με τη γενιά μου. Έλα να σ’ αγκαλιάσω και να σε φι-
λήσω αδερφέ μου. Αγκάλιασε και φίλησέ με και ’σύ, γιατί
δεν αστόχησες, εγώ είμαι η αδερφή σου που τόσον καιρό
ξεχωρισμένοι ήμασταν!
Έτσι είπανε και πέσανε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου να γε-
λάνε και να κλαίνε μαζί. Να μην ξέρεις σαν τους βλέπεις έτσι, αν εί-
ναι χαρά ή στεναχώρια που τους τύλιξε τον ένα γύρω απ’ τον άλλο.
Μα είναι θαρρώ και τα δυο μαζί. Το γέλιο πού ’ρχεται στα χείλη για
τη χαρά που τους βρήκε και την ίδια ώρα το κλάμα που δεν έχυσαν
τόσο καιρό που ακόμη ζούσαν χώρια, δίχως τη χαρά ετούτη.
Άμα καταλάγιασε η συγκίνηση και ξεφούσκωσε το στήθος,
σαν πειστήκανε κι οι δυο τους πως είναι αλήθεια και βρήκε ο ένας
τον άλλο, δεν είναι η φαντασία τους που τους παίζει παιχνίδια,
πιάσανε να λένε για τη ζωή τους ίσαμε τώρα. Το τι είπε η κοπέλα
στον αδερφό της το ξέρουμε εμείς και δε χρειάζεται να σας το πω,
μα αφού του είπε όλα όσα πέρασε από τόσο δα κοριτσάκι, άρχισε ο
αδερφός της να αφηγείται τη δικιά του ιστορία.
Όταν λοιπόν γινήκανε πέντε χρονώ παιδιά, τη μέρα ακριβώς
που τα κλείσανε μάλιστα, εμφανίστηκε ο γεροπαράξενος στη σπηλιά
όπου ζούσαν τότε μισό χρόνο (από τότε που φύγαν από τον πατέρα
τους δηλαδή) και ζήτησε από τη μάνα τους τα δυο παιδιά. Πληρωμή
ήτανε ετούτο για τη χάρη που της έκανε να σώσει τον δικό της αδερ-
φό. Μα, καλύτερα να σας τα πω αυτά απ’ την αρχή.
Μια μέρα φθινοπωρινή που η μάνα των παιδιών είχε μπει στο
δάσος για ξύλα, εμφανίστηκε μπροστά της ο γεροπαράξενος. Της
είπε το λοιπόν πως δεν ήταν μόνη στον κόσμο στη γενιά της. Πως
είχε έναν αδερφό που ήταν δεμένος από κατάρα να ζει σ’ έναν τόπο
σαν αυτό, με όντα περίεργα στη μορφή και στους τρόπους. Το κορμί
του όμως υπήρχε στον κόσμο μας και ήταν, χρόνους τώρα, κοιμι-
σμένο. Θά ’πρεπε να γυρίσει ο αδερφός της από τους δρόμους τ’ ου-
ρανού που διαβαίνουν οι ψυχές για να αναστηθεί το σώμα του. Για
να γίνει όμως αυτό θα έπρεπε να φτάσει η μάνα τους στους δρόμους
τ’ ουρανού μια νύχτα χωρίς φεγγάρι και να κλέψει από τρία θηλυκά
ερπετόψυχα το άσπρο μαντήλι τους. Αυτό το μαντήλι είναι που
δένει τις ψυχές με το κορμί τους, κι αν κάποιος το λύσει, τρεμοσβή-
νουν και χάνονται για πάντα. Τα θηλυκά με τ’ άσπρο μαντήλι είναι
ψυχές μικρών κοριτσιών. Και αν κάποιος θέλει να δέσει την ψυχή
κάποιου άλλου με μάγια, δεν είναι πιο μεγάλος, πιο ισχυρός τρόπος
να το κάνει, παρά με τούτα τα μαντήλια τ’ άσπρα.
Βρήκε το λοιπόν η μάνα τους τον αδερφό της και χάρηκε
πολύ. Μα όταν έκλεψε το πρώτο το μαντήλι και κατάλαβε τι της ζή-
τησε ο γεροπαράξενος να κάνει, δεν άντεξε, ακόμα κι αν δεν ξα-
νάβλεπε τον μονάκριβο αδερφό της, να δευτερώσει την πράξη της.
Γύρισε το λοιπόν πικραμένη στον κόσμο της και την έπιασε μαύρη
απελπισία. Πήγε όμως ξανά στον γεροπαράξενο και τού ’φερε το
μαντήλι μόνο. Πρόσπεσε στα πόδια του τότε με παρακαλετά. Τα
δάκρυά της τρέξαν σα νερό και τού ’πλυναν τα πόδια και τα όμορφα
μαλλιά της σφουγγάρι και τα σβουγγίσαν. Της είπε τότε ο γεροπα-
ράξενος πως συγκινήθηκε «καρδούλα μου» και θα τη βοηθούσε. Μα
κι αυτή, για την τόσο μεγάλη χάρη του μια άλλη μεγάλη χάρη θα
τού ’καμε. Θα τού ’δινε τα πρώτα της δυο παιδιά σαν κλείνανε τα
πέντε τους χρόνια, και κουβέντα δε θά ’λεγε ποτέ σε κανέναν για
όλα τούτα. Όρκο για ετούτο θά ’παιρνε.
Μες την απόγνωσή της, με την καρδιά σακατεμένη και μέσα
στα ερείπια της να αχνοφέγγει μια ελπίδα, δέχτηκε.
Στην άλλη νέα σελήνη πήρε κατά πως την ορμήνεψε ο γερο-
παράξενος ξανά τους δρόμους τ’ ουρανού και δασκάλεψε τον αδερ-
φό της πού να γυρίσει ξανά στον κόσμο και πώς να ξυπνήσει το κορ-
μί του που κοιμόταν. Φιληθήκανε με χαμόγελο στα χείλη και είπαν
το «καλή αντάμωση».
Μα η μοίρα τους ήρθε ξανά να υφάνει την ιστορία τους, όχι
όπως τη φανταζόντουσαν τα δυο αδέρφια, μα με τον δικό της τρόπο.
Ο άντρας της την έπιασε στο γυρισμό και μάνιασε σαν ταύρος. Μα
τι να του πει, που ορκισμένη στη ζωή του αδερφού της ήτανε το
κάθε τι να κρατήσει κρυφό; Έσκυψε το κεφάλι και δίχως κουβέντα,
δίχως γογγυσμό δέχτηκε για καιρό πολύν τις φωνές, τις τιμωρίες και
τις ταπεινώσεις. Κι όταν φάνηκε μάλιστα πως θα γεννούσε, αργότε-
ρα, όταν γεννήθηκαν τα δυο αδέρφια, το κακό θέριευε. Κι ούτε νέο,
ούτε τίποτα απ’ τον αδερφό, μηδέ απ’ τον γεροπαράξενο. Όσο τα
μωρά μεγάλωναν, η αγωνία της υπόσχεσης ανέβαινε πιθαμή με πι-
θαμή να την πνίξει. Λιγόστευε η ανάσα, η ζωή.
Μια νύχτα, μπήκε το φως του φεγγαριού από την πόρτα πού
’χε ξεχάσει ο πατέρας τους ανοιχτή και έδειξε στη μάνα το δρόμο.
Βιάστηκε να φύγει μακριά, με τα δυο μικρά να κοιμούνται στην
αγκαλιά της και πήγε ευθύς εκεί που είχε ορμηνέψει τον αδερφό της
πως θά ’βρει το κορμί του το κοιμισμένο. Ήταν μια σπηλιά κρυμ-
μένη μέσ’ στο δάσος, απ’ της οποίας τον βράχο κελάρυζε μια μικρή
πηγή που χανόταν παρακάτω και ξεπηδούσε πάλι ακόμα παραπέρα.
Αγκάλιασε τον αδερφό της εκεί με γέλια και με δάκρυα, κι έμεινε
ύστερα μισό χρόνο. Μέχρι τη μέρα που τα παιδιά γίνανε πέντε χρο-
νών. Κι όλον αυτό τον καιρό κρεμόταν η θηλιά της υπόσχεσης πάνω
απ’ το κεφάλι της και την έπνιγε πριν σφίξει, μόνο και μόνο απ’ τη
θωριά της.
Τότες εμφανίστηκε ο γεροπαράξενος σαν από το πουθενά και
ζήτησε την πληρωμή του. Μα ποιά μάνα τέτοια πληρωμή πληρώνει;
Όχι γέρους παράξενους, μα και θεούς και δαίμονες παλεύει για τα
σπλάχνα της. Έτρεξε να φύγει μακριά, να ξεφύγει απ’ την καταδίκη
της, μα δεν τα κατάφερε. Έβγαλε ο γεροπαράξενος το άσπρο μαντή-
λι που η ίδια του έδωσε και φωνάζοντας πράματα που δεν κατα-
λάβαινε κανείς, και ούτε αν μπορούσα να τα ξεστομίσω μπροστά
σας θα τα καταλαβαίνατε κι εσείς, έδεσε έναν κόμπο. Σαν τον έσφι-
ξε, έπεσε ο αδερφός της κοπέλας, μικρό παιδάκι τότε, καταγής και
δεν ξανασηκώθηκε. Έπεσε και η μάνα του στα γόνατα, και με κραυ-
γές και με τρόμο στα χέρια, πήρε στον κόρφο της το κεφάλι του. Το
κοριτσάκι πρόφτασε και βγήκε από τη σπηλιά. Απ’ εκεί και πέρα,
ούτε ο νέος, ούτε η κοπέλα θυμούνται τίποτα. Η ζωή για την κοπέλα
ήταν στους δρόμους και για τον νέο στους δρόμους τ’ ουρανού.
- Μα, νά που βρήκες τον ξανά τον δρόμο να βρεθούμε, κι
αντάμα νά ’μαστε, ξανά να μη ξεχωριστούμε.
Η κοπέλα ακούγοντας την ιστορία που της αφηγήθηκε ο αδερ-
φός της, σκοτείνιασε. Ξεκαθάριζε λίγο – λίγο το γιατί ο γεροπαράξε-
νος της πρότεινε να τη βοηθήσει και ποιοι ήταν οι τρόποι και οι σκο-
ποί του. Σαν ένας πέπλος να έπεφτε μπροστά απ’ την αλήθεια και να
μη μπορούσε να τη δει, και τα λόγια που βγαίναν από το στόμα του
νέου να τον ξεσήκωσαν και ν’ αποκάλυψάν την. Σκληρή στη γύμνια
της, άσπλαχνη στη συνοδεία της γνώσης.
- Άχου αδερφέ μου, κακό μεγάλο έκαμα κι άκουσα τον γερο-
παράξενο. Γιατί τι θέλω εγώ απ’ τις ψυχές μικρών παιδιών; Και πώς
θα αποκοτήσω ν’ απλώσω χέρι πάνω τους; Καλύτερα ποτέ μη συνα-
ντιόμασταν, να μη γευόμουν τη στεναχώρια να έχω δει, να έχω αγγί-
ξει, να έχω χαρεί, να ξέρω ό,τι αφήνω πίσω μου.
- Τη θάλασσα, πριν να τη δεις άφησες να σε πνίξει, και της πι-
κρίας βιάστηκες και δάγκασες καρπό. Μα το κεφάλι αδερφή
μη ρίχνεις με καημό, και τ’ αύριο, σαν ο ήλιος βγει, η μέρα
θα το δείξει.
Σίμωσε τότε ένα ερπετόψυχο και με γελαστό πρόσωπο, γυναί-
κιο, έπιασε τα χέρια της κοπέλας και της είπε:
- Άσε στη γη να πέσει η σκιά και το κακό. Τ’ αστέρια
λάμπουν πάντα εδώ στον ουρανό. Εδώ λησμονημένους
έχουμε τους καημούς. Χωρίς σκιές στα μάτια, γυρτούς τους
ώμους, ανάλαφρα πετάμε μες στους ουράνιους δρόμους, χι-
λιοτραγουδησμένους, απέραντα γλυκούς. Μπρος, μπες
στον κύκλο. Μη χάνεις ώρα. Καλώς μας ήρθες, δικιά μας
τώρα. Σού ’χουμε χάρισμα ένα υφαντό, στα χείλη μέλισμα
κι έναν χορό.
Και λέγοντας τα λόγια τούτα, άπλωσε τα χέρια του να φορέσει
στο λαιμό της κοπέλας ένα λευκό μαντήλι. Μα έκανε πέρα η κοπέλα
και τ’ αρνήθηκε:
- Σ’ ευχαριστώ, εσένα κι όλους, για την καλοσύνη που μου
δείχνετε, μα αυτός ο τόπος δεν είναι ο τόπος μου. Τους
δρόμους τ’ ουρανού δεν ήρθε ακόμα ώρα να τους περπατή-
σω. Γιατί είναι στράτες που έχω να πάρω στη γη. Μ’ αν εί-
ναι το μαντήλι αυτό για εμένα υφασμένο, με χαρά θα το δε-
χτώ και θα το κρατώ κοντά μου να λογιάζω την ύπαρξή σας
με αγάπη.
Πήρε στα χέρια της το μαντήλι το λευκό και τό ’δεσε στον
αριστερό καρπό της. Απόμεινε το ερπετόψυχο με ανασηκωμένο το
χέρι του προς το μαντήλι. Κι ένα βογκητό ήρθε από παντού τριγύρω
να συντροφεύσει το γύρισμα των κεφαλιών των ερπετόψυχων χαμαί,
όπως τα λούλουδα τα μαραμένα γέρνουν προς τη γη, με τα κοτσάνια
αδύναμα πια να κρατήσουν το βάρος ανεπιθύμητων ανθών.
Γύρισε η κοπέλα προς τον αδερφό της και του είπε πως θα τον
βρει στη γη και θα τον καλέσει κοντά της. Και του ζήτησε να περι-
μένει τη φωνή της από στιγμή σε στιγμή, γιατί πιότερο δεν ημπορεί
να είναι χώρια απ’ την οικογένειά της. Έπιασε ο ένας τα χέρια του
άλλου και φιληθήκανε σταυρωτά στο «καλή αντάμωση».
«Καλή αντάμωση,...» λέγαν και τα ερπετόψυχα. Που ήταν μα-
θές σα να τους ξύπνησε η καμπάνα ξαφνικά και να τρέχανε να προ-
λάβουν κάτι, «...να μας ξανάρθεις οπωσδήποτε», πεταγόντουσαν
φωνές από ’δω κι από ’κεί.
Άρχισαν τότε οι αχτιδοκλωστές, λίγες – λίγες, να κόβονται και
να εξαφανίζονται. Καθώς το φως που σκορπούσαν λιγόστευε, όλο
και πιο αχνά φαινόντουσαν τα ερπετόψυχα. Μέχρι που στις τελευ-
ταίες, έμοιαζαν μ’ αυτές τις εικόνες που φευγαλέα εμφανίζονται στα
μάτια μας σαν χάσουμε απότομα το φως, πριν χαθούν ολωσδιόλου.
Ξαναπήρε το δρόμο η κοπέλα, μ’ αυτή τη φορά ήταν ο δρόμος
της επιστροφής. Γύριζε πίσω στο δάσος όπου συνάντησε τον δύστυ-
χο γέροντα. Και τώρα δε στάθηκε, δε χαζολόγησε στιγμή στην
ομορφιά της φύσης τριγύρω της, παρά κοίταζε συνέχεια εμπρός. Σα
να μπορούσε να δει ίσα μπροστά, πέρα από λόφους, δέντρα, ποτάμια
και βράχους τον πατέρα, τον αδερφό, τη μάνα που δεν αντίκρισε
ακόμη. Το τραγούδι της, κράταγε το βήμα σταθερό, σα να καρφω-
νόταν μεσ’ στη γη, να μη μπορέσει να γυρίσει πίσω.
Πήγε... και πήγε... πέρασε στράτες πολλές. Σ’ ένα ξέφωτο
ενός δάσου, απόγευμα ήταν, συναπαντήθηκε με τον γεροπαράξενο.
Είχε φωτιά ανάψει και καθόταν δίπλα της και κάπνιζε το τσιγάρο
του. Σ’ ένα δέντρο απάνω ήταν κρεμασμένο ένα ελάφι, γδαρμένο
και στη φωτιά ψηνόταν ένα του κομμάτι.
- Καλώστηνε, καλώστηνε και σε περίμενα. Κόπιασε, μην το
συλλογάσαι. Δε θα σου κάνω δα κακό. Είδες τον αδερφό
σου; Μού ’φερες τ’ άσπρα μαντήλια;
- Ναι, τον είδα τον αδερφό μου και μού ’πε την πάσα αλή-
θεια για το τι έκαμες σ’ αυτόν και στη μητέρα μας. Όχι.
Ψυχή ανθρώπινη δε χαράμισα για να κάμεις εσύ τα κρίματά
σου. Και τίποτα δεν έχω για τα ’σένα. Αν θέλεις όμως, δεν
είναι αργά ούτε και τώρα. Βοήθα με να σμίξω με τους δι-
κούς μου και βρες συγχώρεση για το κακό που έπραξες...
- Φτάνει! Ως εδώ, και άλλη κουβέντα μη ξεστομίσεις.
Βρυχήθηκε, και όλο το ξέφωτο σείστηκε στα λόγια του. Το
χέρι της κοπέλας πήγε στο φυλαχτό, στον κόρφο της.
- Στό ’πα και στο ξανάπα πως αν μιλήσεις με τα ερπετόψυχα
θα σε ξεγελάσουν, κι αντίο θα πεις στον αδερφό σου.
Αντίο, κι αντίο στον κόσμο όλο. Μη νόμισες πως τα λόγια
μου ήταν λόγια του αέρα;
Ξεφύσηξε.
- Δεν ήξερες με τι είχες να κάνεις. Πες το αντίο που απομένει
το λοιπόν.
Είπε και κυλίστηκε στο χώμα. Έφερε δυο τούμπες σα βαρέλι
και εκεί που μέχρι πριν έβλεπες τον γεροπαράξενο, τώρα βρισκόταν
μια λεοπάρδαλη.
Πήρε η κοπέλα ένα πούπουλο απ’ αυτά που της έδωσε το χρυ-
σοπούλι και το έριξε στη φωτιά. Μέχρι να καεί το πούπουλο, απ’
όλα του δάσους τα δέντρα ξεπετάχτηκε σμάρι από πουλιά που σκο-
τείνιασε τον ουρανό, σα να τινάξανε όλα τα δέντρα με μιας τα κλα-
ριά τους. Ίσαμε να σταθεί στα τέσσερα πόδια της η λεοπάρδαλη, άρ-
χισαν να ορμάνε και να την τσαγκουρνάνε με νύχια και με ράμφη.
Του κάκου το άμοιρο ζώο σηκωνόταν στα πίσω του πόδια και στρι-
φογύριζε, κατεβάζοντας τα νύχια του να γδάρει και να σχίσει, να
σταματήσει αυτή την επίθεση σαν άγρια βροχή από παντού. Σε δυο
στιγμές είχε ξαπλωθεί στο χώμα και σπάραζε πληγωμένο, γδαρμένο
σ’ όλο του το σώμα.
Έμεινε να κοιτάζει με τα μάτια βουρκωμένα η κοπέλα και
ξαφνιάστηκε όταν άκουσε το χρυσοπούλι πλάι της να της λέει:
- Δώσ’ μου το μαχαίρι με τις δυο αιχμές.
- Χρυσοπούλι, βοήθα με να σώσουμε το ζωντανό.
- Αυτό θα κάνω. Μα θα χρειαστώ το μαχαίρι που σού ’δωσε.
Τού ’δωσε το μαχαίρι και αφού το πήρε το χρυσοπούλι, πλησί-
ασε τη λεοπάρδαλη που κείτονταν χαμέ και της είπε:
- Το μαχαίρι σου γεροπαράξενε έχει δυο αιχμές, μία μπροστά
και μία πίσω να κοιτάζουν. Κανείς δεν κερδίζει, κι όλοι
χάνουν όταν η ώρα έρχεται να βγει απ’ το θηκάρι.
Και δίνοντας μια, κατάφερε μαχαιριά στο λαιμό του ζώου.
Έτρεξε φωνάζοντας «μη»! η κοπέλα κι αγκάλιασε το ζώο, που
μεσ’ στην αγκάλη της ξανάγινε ο γεροπαράξενος και ξεψυχούσε.
Πήρε το άσπρο μαντήλι πού ’χε στο αριστερό χέρι της και τού ’δεσε
την πληγή στο λαιμό. Πήρε το φυλαχτό που βάσταγε στον κόρφο
της και το φίλησε, κι ύστερα το κρέμασε στο λαιμό του γεροπαράξε-
νου.
Τότε συνέβη άλλο ένα θαυμαστό: το πρόσωπο του γεροπα-
ράξενου άρχισε να αλλάζει πάλι και μορφή αλλιώτικη να παίρνει. Κι
όσο σχηματιζόταν η μορφή η καινούργια, ρίγος διαπέρναγε τη ραχο-
κοκαλιά της κοπέλας, κι αυτό το πρόσωπο το ήξερε. Τόσες φορές
στον ύπνο της είχε έρθει με το χαμόγελο και της είχε τραγουδήσει,
την είχε νανουρίσει άλλοτε. Τόσες φορές της είχε δώσει χαρά,
ακόμα κι από μακριά ο προπάππους της ο τραγουδιστής.
Η μορφή του άλλαξε εντελώς και χάθηκε ολωσδιόλου ο γερο-
παράξενος, μαζί και οι πληγές του. Ένα δάκρυ απ’ τα μάτια της κο-
πέλας έπεσε στο μάγουλό του προπάππου της του τραγουδιστή μέσ’
στην αγκαλιά της κι άνοιξε τα μάτια του.
Είπε τότε το χρυσοπούλι: «εγώ έπραξα ό,τι ήταν να πράξω.
Μη με λησμονήσεις. Κι αν με θελήσεις, ξέρεις πως να μέ ’βρεις.»
Και πέταξε πάνω από τα δέντρα.
- Παππού μου, αγαπημένε μου προπάππου. Ποτέ δε φύλαγα
ελπίδα να σε δω. Και –κοίτα– τώρα σ’ ανταμώνω αληθινά.
Μα τι παράξενα είναι τούτα, και πού είναι ο γεροπαράξε-
νος, εσύ ήσουν γή άλλος; Θα με βοηθήσεις τώρα να
σώσουμε τον αδερφό μου; Και τι δουλειά έχεις εδώ, ζωντα-
νός...;
- Σώπαινε, σώπαινε κόρη μου, και τι να προλάβω να σου πω
που δε σταματάς να ρωτάς; Όλα θα σου τα ειπώ, κι όλα θα
γένουν.
Είπε, με μια φωνή σαγηνευτική και στάθηκε.
- Μα, ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Σού ’πε κανείς
ποτέ ότι πέθανα;
- Όχι, αυτή την κουβέντα δε μου την είπε ποτέ η γιαγιά, αλλά
πως δεν ξαναγύρισες από το τελευταίο ταξίδι σου το μακρι-
νό. Μα αν της γιαγιάς της ο παππούς είσαι στ’ αλήθεια, θά
’πρεπε τώρα νά ’σαι πολύ – πολύ γέροντας για να βα-
στάζεις στη ζωή.
- Ναι, καλά τό ’πες. Τα χρόνια που περάσαν από τη γέννησή
μου είναι πολλά, πάρα πολλά μάλιστα. Αλλά συνεχίζω να
είμαι. Κι αυτό γιατί, αν θες, για πολλά – πολλά χρόνια απ’
αυτά που πέρασαν δεν έζησα καν.
Πριν να γυρίσω την τελευταία φορά στο σπίτι μου στο
δάσος, στην οικογένειά μου τότε, ήμουν σ’ ένα ταξίδι εδώ
στα βόρεια. Καθώς γυρνούσα με πλούτη κερδισμένα απ’
τον τότε βασιλιά, γιατί πολύ με αγαπούσε να του τραγου-
δώ, στάθηκα να ξαποστάσω κάτω από ’ναν πλάτανο. Την
ώρα που καθόμουνα, άκουσα τραγούδια και σουραύλια να
παίζουν από τριγύρω. Σηκώθηκα να δω τι ’ν’ όλα τούτα και
ακολούθησα τα τραγούδια ως μια πηγή. Τριγύρω απ’ την
πηγή στεκόντουσαν ξώθια και τραγουδούσαν κι έπαιζαν
και λαλούσαν τα σουραύλια τους. Ανάμεσά τους ένα ξώθι
που η ομορφιά της δεν είχε όμοιο ούτε σ’ ανθρώπους, ούτε
ξωτικά. Την ερωτεύτηκα με μιας. Κι όπως η πυξίδα, όπου
κι αν πέσει, όπως κι αν βαστηχτεί, θα γυρίσει αμέσως να
δείξει τον βορρά, έτσι κι η καρδιά μου, έτσι και τα μάτια
μου, μόνο εκείνηνε κοιτούσανε.
Μόνο για δυο στιγμές έριξε το βλέμμα της πάνω μου.
Μα ήταν αρκετές, πιο πάνω από αρκετές για να αφήσουν
στάχτες εκεί που μια φορά η καρδιά μου φώλιαζε. Σηκώθη-
κε, γύρισε την πλάτη της κι έφυγε. Κι εγώ στο κατόπι της,
μέχρι που μπήκε σε μια σπηλιά. Όταν θέλησα κι εγώ να πε-
ράσω, άγρια σκυλιά μου ρίχτηκαν και με απόδιωξαν.
Ήρθε τότε ένα παιδί μικρό και μού ’πε:
«Όσοι στις φλέβες έχουν αίμα των ξωτικών, μπορούνε
και να μπούνε στο σπήλαιο των νυμφών».
«Αν είναι έτσι, ας είναι. Πώς μπορώ να το κάνω κι εγώ.
Απ’ τη στιγμή που είδα αυτή τη νύμφη δικιά μου τη θέλη-
σα. Ό,τι και νά ’ναι θα το κάνω για να την κερδίσω».
«Αυτό που ζητάς,» μου αποκρίθηκε το παιδί, που σαν
μεγάλος μίλαγε, «θέλει θυσία πολύ μεγάλη. Κι από τον
κόσμο τούτο δεν έχει γυρισμό».
«Το κάθε τι θα έκανα, ό,τι κι αν κοστίσει. Πες, πες μου
τι θα κάνω, τη ζωή και τη χαρά μου στα χέρια σου βαστάς».
«Πολύ καλά, θα σου το πω, τι πρέπει για να κάνεις, αν
θες να ζεις στον κόσμο μας. Θα δώσεις την ψυχή σου, τον
κόσμο θ’ αρνηθείς».
«Και τι ’ναι η ψυχή μου για να τη δώσω; Μήπως
μοιάζει με φρούτο που φυτρώνει πάνω σε κλαριά δέντρων
για να το κόψω και να το προσφέρω σ’ όποιον το λιμπίστη-
κε; Ή μήπως είναι κανένα φλουρί στο πουγκί μου να βγάλω
να το δώσω ρεγάλο;»
«Δεν είναι. Δεν είναι ούτε τό ’να ούτε τ’ άλλο. Αν και
θα μπορούσες και έτσι να τη δεις. Σα χρυσάφι, ή σαν καρ-
πό. Μα αν το θες, θα τον βρούμε τον τρόπο να μου τη
δώσεις. Αυτή, καθώς και την αγάπη, την έγνοια πού ’χεις
για τους δικούς σου.»
Πήρε τότε το παιδί ένα μαντήλι άσπρο και τό ’δεσε στο
λαιμό μου. Πήρε ένα κομματάκι ύφασμα κεντημένο, έριξε
μέσα μια πρέζα σκόνη θαλασσιά και ράβοντάς τη να την
κλείσει, φώναζε πράγματα που δεν καταλάβαινε κανείς, και
ούτε αν μπορούσα να τα ξεστομίσω μπροστά σου θα τα κα-
ταλάβαινες κι εσύ. Η φωνή του, έμοιαζε να ξεκινάει από το
παιδί και να σβήνει σε κάποια δέντρα πίσω του. Ή πίσω
μου. Δεν είμαι ακόμα σίγουρος και για το αν φώναζε αυτός
ή αν ήταν φωνές που ακουγόντουσαν από τα δέντρα με
έναν παράξενο πράγματι τρόπο. Στην τελευταία βελονιά,
στην τελευταία λέξη, γονάτισα ζαλισμένος. Δε με βαστού-
σαν τα πόδια μου. Κι έτσι όπως ήμουν ζαλισμένος, έσκυψε
και μού ’πε:
«Πήγαινε στο σπίτι σου τώρα. Χαιρέτα τους δικούς σου
γιατί δε θα τους ξαναδείς και φεύγοντας, σχίσε, πέτα τη
σκόνη και μη κοιτάξεις πίσω. Έλα τότε πάλι και φέρε μου
την ψυχή σου –τούτο το μαντήλι– κι αυτό που θες να γίνει
θα έχει πια τελέψει».
Και στο «τελέψει», τέλεψε κι εμένα ο θυμός μου και
σωριάστηκα καταγής. Μες στη λιγοθυμιά μου, με ξύπνησε
η μυρουδιά από ’να γιασεμί κι ήτανε κιόλας απόγευμα.
Κοίταξα γύρω μου, κανείς. Ούτε παιδί, ούτε ξώθια, ούτε
τραγούδι, ούτε σουραύλια, ούτε παιχνίδια. Την πηγή τη
βρήκα. Βρήκα και τη σπηλιά, μα πάλι τ’ αγριόσκυλα μ’
αποδιώξανε. Έκαμα κι έπιασα το μαντήλι στο λαιμό.
Όμορφη... Όμορφη πού ’ταν η νύμφη αυτή!
Πήγα πάλι στους δικούς, για στερνή φορά, και τους
είπα πως ταξίδι πολλά μακρινό θα πήγαινα, πολλά επικίν-
δυνο. Έτσι τους αποχαιρέτησα, στενάχωρα για το ψέμα, μ’
έγνοια στο νου.
Στερνά χαιρέτησα τη ’γγόνα μου, τη χαϊδεμένη μου. Σα
την σήκωσα στην αγκάλη μου, σήκωσε το χεράκι της και
μου χάιδεψε το μάγουλο. Ύστερα χάιδεψε τρυφερά το μα-
ντήλι στο λαιμό μου, πού ’χε γίνει από άσπρο – γκριζο-
πράσινο και με φίλησε.
Την άφησα και γύρισα βιαστικά να φύγω. Έσχισα το
ύφασμα και το πέταξα στο χώμα. Άκουσα τη ’γγόνα μου να
μου φωνάζει, πως «παππού κάτι σού ’πεσε», μα ήταν σαν η
φωνή να ερχόταν από αλλού. Σα να τα ονειρευόμουν όλα
αυτά και μέσα στον ύπνο να μου μιλούσε κάποιος για να με
ξυπνήσει. Δεν ξύπνησα.
Η καρδιά μου ήταν πια ήσυχη. Δε στεναχωριόμουν που
έφευγα. Επιτέλους, ελεύθερος τραβούσα για τη σπηλιά.
Βρήκα το παιδί να με περιμένει στην πηγή.
«Καλώς τον, καλώς τον και σε περίμενα. Είδες την οι-
κογένειά σου; Τους χαιρέτισες; Μού ’φερες την ψυχή
σου;»
«Όλα όπως τά ’παμε.»

Κι έβγαλα το μαντήλι και του τό ’δωσα, που ήταν
πράσινο σκούρο σαν τ’ άγουρα νεράντζια, και ένιωσα ευ-
θύς ανάλαφρος σαν πούπουλο. Μπορούσα να πετάξω θαρ-
ρούσα. Έτρεξα σαν τον άνεμο και χώθηκα στη σπηλιά –
ούτε σκυλιά, ούτε εμπόδια– και βρήκα την δίπλα σε μια
πηγή που κελάρυζε μέσα απ’ το βράχο και χανόταν λίγο πιο
’κεί. Σήκωσε το βλέμμα της για δυο στιγμές και με κοίταξε
κι ύστερα το απόστρεψε χωρίς λόγο κανένα. Του κάκου με
τόσα λόγια, καλοπιάσματα και παρακλήσεις προσπάθησα
να την κάνω να μου δώσει σημασία. Μ’ έπιασε η μαύρη
απελπισία. Έτρεξα έξω και ξαναβρήκα το παιδί.
«Κάμε κάτι να μου δώσει σημασία», τού ’πα «να μ’
αγαπήσει».
«Θα κάμω», μού ’πε «μα για να κάμω, αντάλλαγμα
θέλω αυτής της αγάπης τους δυο μικρούς καρπούς».
«Ό,τι ποθείς στα πόδια σου, μ’ αν είν’ να κάμεις, κάμε,
κι άλλο μη με τυρρανείς».
Ξανάρχισε τότε να φωνάζει λόγια ακαταλαβίστικα κι
άναψε με τα δάχτυλά του μια φλόγα που απίθωσε στης πη-
γής πάνω τη βρύση. Της πέταξε ύστερα μια σκόνη πού
’καμε θόρυβο κι έσβησε τη φλόγα και μού ’πε:
«Πήγαινε τώρα κι αγάπησε. Κι όταν το δέντρο της
αγάπης σας βγάλει δυο καρπούς, θά ’ρθω για να τους
δρέψω».
Και πήγα.
Κι αγάπησα.
Κι ήρθαν δυο παιδιά να γεννηθούν αντάμα. Έν’ αγόρι
και κορίτσι τ’ άλλο. Κι ήρθε το παιδί μια μέρα να τα
δρέψει. Μα την έγνοια, την αγάπη για δικούς την είχ’ αρνη-
θεί, την ψυχή την είχα δώσει, και δίχως πόνο έδωσα τα
σπλάχνα μου.
Δίχως πόνο, μα με κόστος μεγάλο. Γιατί, αν πάρεις από
έναν άνθρωπο την ψυχή, την αγάπη και τα σπλάχνα, πες
μου, τι απομένει από τον άνθρωπο;
Τίποτα δεν απόμεινε, κι από τότε έπαψα να ζω.
Έπαψα ίσαμε τώρα, που ξανά ήρθαν κοντά μου και τα
τρία με μιας. Που τά ’φερες μαζί σου.
Άχου προπάππου κι η καρδιά μου θαρρώ δε θα τ’ αντέξει.
Γιατί είναι σα νά ’δωσε κάποιος μια και σε λίγο μόνο καιρό
νά ’καμε σαρανταδυό κομμάτια στον κόσμο ό,τι γνώση κι
αν κατείχα. Κι όταν επιτέλους συμμάζεψα στο νου μου κι
έβαλα πάλι στη σειρά συνταιριασμένα τη μέρα με τη νύχτα,
το χτες με το σήμερα, τ’ αληθινό με το ψέμα, ξανάρχεται το
ίδιο χέρι της μοίρας και σκορπάει ξανά τα κομμάτια στους
πέντε ανέμους.
Μα ας μη χαραμίζουμε την ώρα μας προπάππου μου,
γιατί πιο σημαντικά απ’ τα λόγια είν’ αυτά πού ’χουμε
μπρος μας να κάμουμε.
Ξεκίνα πρώτος το λοιπόν και δείξε μου ποια είναι η σπη-
λιά π’ αγάπησες τη νύμφη, γιατί ξανά και ξανά έχω ακούσει
για τη σπηλιά ετούτη να μιλάνε. Τόσες φορές που σίγουρη
είμαι, μ’ όση σιγουριά μπορεί να μ’ απομένει, πως δε μπορεί
αλλού να βρίσκονται αυτοί που καιρό τώρα ψάχνω.
Και χαμογέλασε ο γέροντας χωρίς κουβέντα, κι έπιασε απ’ το
χέρι την κοπέλα, όπως δεν την είχε πιάσει όταν ήταν μικρό κορι-
τσάκι. Αυτός μπροστά, πίσω εκείνη τώρα. Και πήγαν.
Δεν ήταν πολύ μακριά που φτάσανε σε μια βρύση κι ανα-
γνώρισε ο προπάππους ο τραγουδιστής τον τόπο που ζητούσαν.
Λίγο πιο ψηλά, μια σπηλιά είχε το στόμα της. Σκοτεινό και κακο-
τράχαλο. Σαν πλησίασε ο προπάππους ο τραγουδιστής, βγήκαν σκυ-
λιά και τον γαβγίσανε. Μα στην κοπέλα, παράξενο, δε δίναν σημα-
σία. Στάθηκε ο προπάππους ο τραγουδιστής παραπέρα στη βρύση
και πήρε το θάρρος η κοπέλα να διαβεί το έμπα της σπηλιάς.
Ήταν σκοτάδι και προχώραγε η κοπέλα με τα χέρια απλωμένα
εμπρός, ψαχουλευτά και βήμα – βήμα, ως που πιο ψηλά στο βάθος
αχνοφάνηκε ένα φως. Προτού ν’ ανέβει, βράχηκαν τα πόδια της από
’να ρυάκι που ο κελαρυσμός του αντηχούσε ανάμεσα στον βράχο.
Κι ήτανε αυτός ο ήχος σα να μην ήταν το νερό απ’ το ρυάκι που τα-
ξίδευε, αλλά θαρρείς όλο το σπήλαιο. Πλησίασε, και πλησίασε κι
άλλο αυτό το φως ως που αντίκρισε το από πού έφεγγε.
Ήταν μια αίθουσα πλατειά. Από τη μέση της πήγαζε το νερό
και δίπλα στην πηγή, εκεί ακριβώς στη μέση, μια εστία που η φλόγα
της φώτιζε όλον τον τόπο. Και νόμιζες πως δεν ήταν άλλο από μέρα
εκεί μέσα κι ότι ο ήλιος που φώτιζε τα δέντρα, τους ποταμούς, τους
δρόμους και τις θάλασσες, ο ίδιος κι όχι άλλος ήταν, που έδινε το
φως, τα χρώματα και τις σκιές στην αίθουσα τούτη. Μα ένα φως ψυ-
χρό ήταν, που τη θέρμη που τού ’πρεπε δεν ακτινοβολούσε. Κι αν
ήταν η αίθουσα αυτή κτίσμα ανθρώπινο, αλλού δε θα μπορούσε να
ανήκει παρά σε παλάτι βασιλικό, βασιλιά σπουδαίου και αρχαίου.

Από τα χρόνια αυτά τα αρχαία που οι βασιλιάδες κι οι θεοί μεγάλοι
φίλοι ή μεγάλοι οχτροί γινόντουσαν. Μα είτε φίλοι είτε οχτροί με
τους θεούς, των ανθρώπων ήταν μπροστάρηδες. Και στις χαρές και
στις λύπες. Και στο μόχθο και στο γλέντι.
Στο βράχο τριγύρω της σπηλιάς ήταν ζωοφόροι λαξευμένες
που δείχναν χαρές, χορούς και τραγούδια στην ύπαιθρο. Νιους και
νιες χέρι με χέρι να σέρνουν το χορό, νύμφες πάνω στα νερά να χο-
ρεύουν τους χορούς τους, στριφογυρίζοντας τις φούστες τους.
Στην πηγή κοντά, κάτω από την εστία, πάνω σ’ ένα στρωσίδι
κείτονταν ο αδερφός της κοπέλας και δίπλα του μια γυναίκα, όμορ-
φη πολύ, που έμοιαζε στην κοπέλα πολύ, για να είναι τίποτα άλλο
από μητέρα της.
Πλησίασε στο μέρος του λοιπόν η κοπέλα με τό ’να χέρι ση-
κωμένο, όπως πριν που μέριαζε το σκοτίδι. Σα νά ’θελε να δει πιο
καλά αυτό που τώρα κοίταζε. Και γύρισε και είπε στον ξαπλωμένο:
- Αδερφέ μου, δεν πάει καιρός που σού ’πα να περιμένεις τη
φωνή μου για θα σε βρω και θα σε καλέσω κοντά μου και
μου απάντησες «καλή αντάμωση». Νά ’μαι λοιπόν στο πλάι
σου που ήρθα, και να που σε καλώ κι εσύ τώρα να κάμεις
το δρόμο που έχεις μπρος σου για την αντάμωση που ευχη-
θήκαμε.
- Κόρη μου, αγάπη μου, φυλλοκάρδι μου χαμένο! Εσύ είσαι
και γύρισες;
Γύρισε και φώναξε η μάνα, και ορθάνοιξε τα μάτια και τα χεί-
λη της σ’ ένα γέλιο που ξεκίναγε, σταμάταγε για μια στιγμή, σα να
αναρωτιόταν αν ήταν αλήθεια ή όνειρο και ξαναχυνόταν δυνατό.
Ενώ με το δεξί το χέρι αγκάλιαζε τον κορμό της κόρης της, με τ’
αριστερό κράταγε το σβέρκο της και την κούναγε δεξιά κι αριστερά
σα νά ’τανε ακόμη βρέφος.
Πολλά στ’ ανθρώπου τη ζωή είναι χαρούμενα κι όμορφα. Μα
δεν είναι χαρά, δεν είναι ομορφιά κι ευτυχία σαν αυτή του σμιξίμα-
τος των αγαπημένων. Και αν πιο αβάσταχτος καημός δεν είναι απ’
της μάνας που από την αγκαλιά της ξεριζώνουν με βία το παιδί κι
αφήνουν πίσω γη κενή, γόνιμη, μ’ άκαρπη, ζωντανή, μα δίχως χαρά,
τότε ευτυχία μεγαλύτερη και χαρά πιο σπουδαία δεν λογίζεται απ’
αυτή του ξανασμιξίματος της μάνας με το παιδί της. Ετούτη η μάνα,
που σε μια μέρα έχασε και τα δυο παιδιά της, ξάφνου αντικρίζει το
ένα και μαζί τη χαρά, την ελπίδα, το φως στη ζωή της. Κι αν ήταν
άλλη συγκυρία θα σας διηγούμουν πως φωλιάσανε η μια στην αγκα-
λιά της άλλης κι αφηγήθηκαν τα πάθια τους κλαίγοντας και γε-
λώντας και ακούγοντας με μάτια ορθάνοιχτα, μα δεν έγινε έτσι, γιατί
εκείνο το κορμί του γιου, του αδερφού που κείτονταν στο στρωσίδι
πλάι τους ασάλευτο, δεν τις άφηνε. Κι αν ξανά και ξανά η κοπέλα
τον κάλεσε πίσω στον κόσμο των ζωντανών, ζωντάνια δεν ευρήκε.
Βγήκαν, μάνα και κόρη δυο, έξω απ’ τη σπηλιά και είχε ήδη
γενεί νύχτα. Γύρισε τότε η κοπέλα το πρόσωπο προς τον ουρανό κι
είδε τ’ άστρα και μια σχισμή λεπτή και φωτεινή στον ουρανό,
ανάμεσα στα δέντρα της δύσης να φέγγει το φεγγάρι. Πιο ’κεί, στην
βρύση δίπλα είχε ανάψει ο προπάππους ο τραγουδιστής μια φωτιά
για το βράδυ, μα δεν την είδε η κοπέλα. Δεν έβλεπε τίποτα άλλο απ’
τ’ αστέρια όταν άρχισε να χορεύει με έντονες κινήσεις και να τρα-
γουδάει φθόγγους αγριεμένα, σα να χρησιμοποιεί το ίδιο το τραγού-
δι για να πετσοκόψει με μεγάλες κινήσεις τη νύχτα, ν’ αναδιπλωθεί
και πίσω της ν’ αστράψει η μέρα.
Άρχισαν οι αχτιδοκλωστές να πέφτουν απ’ τ’ αστέρια τ’ ουρα-
νού. Μα σαν ακουμπούσαν στη γη δεν ακουγόντουσαν καμπανού-
λες, παρά κλαγγές σαν σπαθιά που συγκρούονταν. Γι αυτό το φταί-
ξιμο τό ’χει το φεγγάρι που έδυε. Γιατί το φως του, που έλουζε τις
αχτιδοκλωστές, τις ασήμιζε και τις σκλήραινε. Και πέφταν σαν λεπί-
δες και χωνόντουσαν στο χώμα, και σπάζανε στα βράχια, και πε-
τσόκοβαν τα φύλλα και τα κλαριά των τριγύρω δέντρων. Το φως π’
απαύγαζαν ήταν ψυχρό και σιγά – σιγά κάλυπτε τους βράχους, τη
βρύση, τα δέντρα. Η φωτιά του προπάππου του τραγουδιστή ξεχώρι-
ζε μονάχα απ’ τη θέρμη της και, εδώ κι εκεί, αποκόμματα από φύλ-
λα και κλαριά.
Χρώματα άρχισαν τότε να ξεπροβαίνουν. Και τα χρώματα
σχήματα να παίρνουν. Και τα σχήματα να γίνονται οι μορφές των
ερπετόψυχων που έστεκαν σμάρι στην κοπέλα απέναντι. Ουδέ τρα-
γούδι έβγαινε απ’ τα σφιγμένα χείλη τους, μηδέ χορός γινόταν από
κινήσεις. Κι ο αδερφός της κοπέλας άφαντος. Σώπασε κι η κοπέλα
το τραγούδια της κι η σιωπή ακινητοποίησε τα πάντα. Θαρρείς συ-
γκλόνιζαν τον κόσμο τα τριξίματα απ’ τη φωτιά, ένα τώρα, δυο
μετά. Βγήκε τότε μπροστά η κοπέλα και θρυμμάτισε τη σιωπή ση-
κώνοντας το δεξί με την παλάμη προς τα ερπετόψυχα και λέγοντας:
- Ήρθε η ώρα κι η στιγμή ο αδερφός μου να γυρίσει στον
τόπο του, στην οικογένειά του, στο κορμί που παράτησε
άψυχο.
- Ο αδερφός σου δεν έχει να πάει πουθενά...
Ξεπετάχτηκε τότες ένα παιδί ανάμεσα απ’ τα ερπετόψυχα.
Αυτό το ίδιο πού ’χε πάρει την ψυχή του προπάππου του τραγουδι-
στή. Με μια φωνή που ακουγόταν σα νά ’ρχεται από όλο τον τόπο κι
απ’ τις αχτιδοκλωστές ανάμεσα.
- ...και δεν ήταν η δικιά του θέληση που τον έφερε σ’ αυτό
τον τόπο. Ούτε η δικιά του η θέληση θα γίνει λόγος να γυ-
ρίσει απ’ εκεί που ήρθε. Μάγια είναι αυτά που τον έφεραν
πάνω στην σκοτεινή τους άμαξα ως εδώ. Μάγια που
φτιάχτηκαν χρόνους, και χρόνους. Και χρόνους τώρα ξε-
στομίστηκαν. Μάγια που ούτ’ ένα κάλεσμα θα τα λύσει,
ούτε το θάρρος μιας κοπέλας. Μια ψυχή είναι αυτό που
χρειάζεται. Μια ψυχή χρειάστηκε για να δεθούν, μια ψυχή
για να λυθούν. Και βοήθεια μην ψάχνεις πουθενά αλλού.
Και στη στιγμή, σα νά ’γινε στάχτες, εξαφανίστηκε από τα
δάκτυλα ανάμεσα της κοπέλας το πούπουλο που το χρυσοπούλι της
είχε δώσει. Στάχτες έγινε, χωρίς στη φωτιά να πέσει, χωρίς βοήθεια
να φέρει.
- Όχι, δεν είναι σωστό στα μάγια που κλέψαν μια ψυχή, κι
άλλη μετά, κι άλλη να δώσει κανείς δώρο. Αυτό είναι
ασχήμια που στον ήλιο δεν πρέπει να φανεί και στη γη δεν
πρέπει ν’ ακουμπήσει. Στην πίκρα που γευτήκανε τούτοι
εδώ οι άνθρωποι κανείς άλλος δεν κάνει ν’ αγγίξει τα χεί-
λια του. Και οι αμαρτίες που εδώ μας φέρανε, ξεπλύθηκαν
από τον ίδιο τον καημό που τόσον καιρό προκαλούσαν, απ’
τις μύριες συγχωρεσές που ζήτησαν οι φταίχτες, απ’ την
πονοψυχιά που γέννησε ο πόνος στους αθώους.
- Κι όμως κόρη μου. Μπορεί σκληρά να μιλάει και τα λόγια
του να είναι πικρά σα δηλητήριο, μα αν θέλουμε αυτό τον
καημό που πέφτει πάνω μας χρόνια και χρόνια και μαστίζει
την κάθε μας γενιά να σβήσουμε, θα πρέπει να βάλουμε τα
πράγματα στη θέση που τους αρμόζει. Ο αδερφός σου, δεν
είναι καλό να διαβαίνει τα μονοπάτια του ουρανού, όταν
αυτός δεν το ζήτησε, το κορμί του θέλει τη γιατρειά του να
βρει και την ψυχή του. Μαζί γιατρειά της μάνας, και του
πατέρα, και της αδερφής, και αυτού του προγόνου. Κι εγώ,
τη φλόγα που άναψα με τα μάγια και έκαψε τόσους μαζί μ’
εμένα, ήρθε η ώρα να σβήσω. Κι η γιατρειά και η καλοσύ-
νη θα βρεθεί, όταν κι εγώ με τη σειρά μου σαν το εγγόνι
μου πάρω το δρόμο που μου αρμόζει, τον πικρό και τον
μαύρο για τους άλλους, και έτσι βρω ξανά ό,τι χαμένο έχω.
Έγειρε δίπλα απ’ το μάγουλο της κοπέλας τότε ο προπάππους
ο τραγουδιστής και τη φίλησε. Φίλησε και τη μητέρα της. Γύρισε
την πλάτη του και ανάμεσα στις αχτιδοκλωστές (που τώρα φώτιζαν
πιο ζεστά κι ήταν ανάλαφρες, γιατί το φεγγάρι είχε βασιλέψει)
χώθηκε ανάμεσα στα ερπετόψυχα, πίσω απ’ το παιδί, και έσβησε η
εικόνα του από μπροστά απ’ την κοπέλα αθόρυβα, όπως αθόρυβα
είχε σβήσει και η φωτιά που είχε ανάψει δίπλα στη βρύση.
Κι άρχισαν πάλι οι αχτιδοκλωστές να κόβονται και να εξαφα-
νίζονται. Το παιδί μέσα στο θάμπος άρχισε να γερνάει, και να γερ-
νάει, και γέρος πολύ να γίνεται. Και καθώς χανόταν το φως των
αχτιδοκλωστών και η εικόνα των ερπετόψυχων απαλά, εμφανίστηκε
από την μεριά της σπηλιάς ο αδερφός της κοπέλας πού ’χε αναστη-
θεί και με χαμόγελο στα χείλη, την αγκαλιά ανοιχτή ερχόταν. Σφι-
χταγκαλιάστηκαν κι οι τρεις τους –αλήθεια δεν είναι χαρά, δεν είναι
ομορφιά κι ευτυχία σαν αυτή του σμιξίματος των αγαπημένων– και
γελάγανε, και κλαίγαν, και φιλιόντουσαν, και λόγια δεν έχω να σας
περιγράψω μέσα σ’ αυτό το κουβάρι από κορμιά τι χαρά κι ευτυχία
φώλιαζε.
Πήγαν και βρήκαν τον δυστυχή γέροντα, γιατί κι ο δικός του ο
καημός και το δάκρυ ξέπλυνε τόσον καιρό τις αμαρτίες του, και η
συμπόνια ξέθαψε την κατανόηση και την αγάπη της οικογένειας.
Και από τότε, ευτυχή γέροντα τον ονομάζουν και ζει με την οικο-
γένειά του στις χαρές και τις αγάπες, στο σπιτικό που είχε άλλοτε
αφήσει ερείπιο. Ήρθε μαζί τους κι η γιαγιά που μεγάλωσε την κο-
πέλα. Άχου και να βλέπατε πώς άνοιξε το στόμα της σαν της διηγή-
θηκε η κοπέλα το τι συνάντησε και τι έμαθε στην περιπέτειά της!
Μα στο τέλος είπε: «Είδες μανούλα μου, δε μπορεί παρά γενιά να
ήμασταν, αφού τόσο σ’ αγάπησα με την πρώτη ματιά». Το χρυσο-
πούλι συχνά – πυκνά τους επισκεπτότανε, το ξαναβρήκανε στο
δάσος του τα δυο αδέρφια κάποτε, μα ετούτο είναι άλλο παραμύθι.
Ο προπάππους ο τραγουδιστής, από τα μονοπάτια του ουρα-
νού, ποτέ δεν έπαψε να έρχεται στους ονειρότοπους που σεργιάνιζε
στον ύπνο της η κοπέλα και να της τραγουδάει σαν και πρώτα. Και η
κοπέλα, ποτέ δεν έπαψε να φεγγοβολάει σαν τον ήλιο.

Κυριακή, κα ́ Μαΐου ,βστ ́
01:53 π.μ.
Ένα μήνα πριν,
το φως, η ζέστη,
μέσα στην άνοιξη
καλόκαιρο σημαίνουν.

1 σχόλιο:

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Εξαιρετικό, φίλε μου!!!!!

Μεταξύ θεωρίας των χορδών και
λωρίδας του Mobius

Αμ... θα του βάλλω μια μουσική....