Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2006

Εικόνες απ' το παράθυρο του τραίνου

Είναι τα σύννεφα λευκά. Όμως στις άκρες,
εκεί που αγγίζουν τ' ουρανού το θαλασσί,
φτιάχνουν σκιές.

Και τα βουνά, τα πιο ψηλά, τα χιονισμένα,
να ταξιδεύουν μοιάζουν τρέχοντας κι αυτά
μες στα κλαδιά

από τα δέντρα που περνούν έξω απ' το τζάμι,
κι αυτοστιγμίς κρύβουν κι αφήνουν να φανεί
η όμορφη γη.

Όταν το βλέμμα το στερέωμα ακουμπάει
που αγναντεύεις κάμπους, δέντρα και βουνά,
σε μια ματιά

ξεχνάς ποιος είσαι, που πηγαίνεις κι από πού.
Και μία αίσθηση -όχι σκέψη- κατακλύζει
όλο το νου:

Πως απ' τ' απέραντο ένα κομμάτι είσαι.
Ένα κομμάτι που ξανάβρε την καρδιά
κι είν' ελαφριά.

Δευτέρα στ' Νοεμβρίου ,βστ'
11:53 π.μ.
Ηλιόλουστη μέρα

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2006

Ύστερο δάκρυ

Αν είναι λόγος που χύνουμε δάκρυα
την ώρα της ύστατης χαράς,
είναι που μέχρι τη στιγμή της λύτρωσης,
δάκρυ των ματιών δεν ανακούφισε.

Κι ό,τι την ώρα του παλέματος
δε βρήκε τρόπο να ειπωθεί ή να γένει,
σαν κόπασε η τρικυμία και ήρθε ο ήλιος,
ανάβλυσε να διεκδικήσει τη ζωή του.

Οσάν ομοιάζουν τα της ηδονής και του πόνου -
τα της χαράς και της λύπης, αντάμα.

Δευτέρα, ιστ' Οκτωβρίου ,βστ'
1:30 π.μ.
Αψηφώ που κρυώνει

Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2006

η επιθυμία η απέραντη


Λόγιαζα: "Σαν έβρισκες αυτούς που τα ίδια "θέλω" μοιραζόσαστε, και αρχίζατε να χτίζετε, να σπέρνετε, να ζυμώνετε και να τρώτε, να μοιράζεστε με όσους άλλους επιθυμούν τον άρτο τον πιο ξάστερων, των πιο λαμπρών σας επιθυμιών, (των επιθυμιών των ίδιων που όλοι οι άνθρωποι κρατούν μέσα τους, μα χαμένοι μες στον τρόμο, για να κάνουν πραγματικότητα, απολύουν) πού θα έβαζες τα όρια;
Και ως πού θα έφτανες για να διαφυλάξεις αυτό το κτίσμα;
Φτάνοντας κάπου θα το διαφύλαττες τάχα, ή παραμένοντας εντός;"

Απ' την ώρα π' αρχίζεις να ζητάς όρια και περιφράξεις στα "θέλω" και τα όνειρα, αρχίζουν να γίνονται βαρύ φορτίο.
Τότε, χωρίς να το καταλάβεις φορές το γιατί, τα μάτια σου που καρφώνονται στο άπειρο δε θέλουν πια το ίδιο τοπίο να πεθυμούν και ψάχνουν κάποιο άλλο,
λιγότερο να μοιάζει με φυλακή, περισσότερο με πλατειά θάλασσα.

02:34 π.μ.
Κυριακή, α' Οκτωβρίου ,βστ'
Το νέο σύστημα ακόμα φτιάχνεται.
Η "παρένθεση" από την Πολιτεία Ευόσμου,
Οδός Μιαούλη
Καλό μήνα!

Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2006

Τ' αντικαθρέφτισμα

Πως μπορεί η μνήμη να σου παίξει παιχνίδια!
Είναι πολλά χρόνια τώρα -δεκαετίες- πού 'χω ξεμακρύνει από τον τόπο και ξαναπέρασα ξέροντας πως δε θα βρω τίποτα από όσα σαν όνειρο υπήρχαν μέσα στο μυαλό μου από τόσο δα πιτσιρδέλι.
Θυμόμουν μόνο την ανηφόρα, πηγαίνοντας για το σπίτι, με την πλατιά στροφή στην δεξιά άκρη μιας παραλίας.
Θυμόμουν τον θερινό κινηματογράφο που ήταν απέναντι από το μπαλκόνι μας και βγαίναμε να δούμε ελληνικές ταινίες με τη Βουγιουκλάκη. Αυτές καταλάβαινα, τις ελληνικές. Στη στροφή, στην ανηφόρα ήταν μια ξύλινη βιτρίνα με φωτογραφίες από την ταινία της ημέρας. Τρέχαμε τα πιτσιρίκια πάνω-κάτω στο δρόμο και γεμίζαμε θαυμαστικά τον αέρα: "Θα παίξει αυτό απόψε!" (Από τότε, από τότε που δε θυμάμαι - θυμάμαι τον κινηματογράφο.)
Θυμόμουν "τον φίλο μου τον ξυλουργό"! Απέναντι από το σπίτι μας κι αυτός. Σε ένα μαγαζί με υπόστεγο. Θα πρέπει όταν με έβλεπε να έλεγε "καλώς τον φίλο μου", γιατί έτσι τον έλεγα εγώ. Τον εξίσωνα και τον έκανα φίλο, μιας και δεν ήταν ο "κύριος τάδε", ούτε εγώ ήμουν "ο πιτσιρίκος", μα "ο φίλος". Με κάνει αυτό να σκέφτομαι και να συνειδητοποιώ πως η φιλία χρειάζεται ισότητα.

Τα πράγματα αποδείχτηκαν άλλα από αυτά που νόμιζα.
Η ανηφόρα δεν είναι στη δεξιά, μα στην αριστερή (κοιτώντας από τη θάλασσα) άκρη της παραλίας.
Ο δρόμος δε στρίβει αριστερά, αλλά δεξιά.
Το σπίτι μας, δεν ήταν ανεβαίνοντας αριστερά, μα δεξιά, αλλιώς δε θα ταίριαζε η μεριά του μπαλκονιού που κοίταζε στο δρόμο (και στον κήπο, αλλά πού κήπος τώρα) με την οθόνη του θερινού κινηματογράφου που επίσης ήταν αριστερά αντί δεξιά.
Το υπόστεγο που ήταν "ο φίλος μου ο ξυλουργός", απ' ό,τι μου είπαν, δεν ήταν παρά μια ξύλινη παράγκα.
Τώρα, η οδός Αριστοτέλους είναι γεμάτη με σπίτια χωρίς κήπους, ασφαλτοστρωμένη.
Ο θερινός κινηματογράφος είναι μια ανάμνηση που κάνει την περιπτερού της μιας κάποιας ηλικίας πια, να κουνάει το κεφάλι της χαμογελώντας.
Ο φίλος μου ο ξυλουργός, μοιάζει σαν όνειρο διαλυμένο, λησμονημένο.

Αυτό που μου έκαμε περισσότερο εντύπωση απ' όλα, είναι το ότι οι αναμνήσεις μου ήταν όλες με αντίστροφες κατευθύνσεις.
Σαν ειδομένες μέσα από καθρέφτη.
Τα δεξιά - αριστερά και τούμπαλιν.

Μέχρι εχτές την Τρίτη, θα επέμενα με βεβαιότητα πως, κοιτώντας τη θάλασσα, το Πόρτο Καρράς είναι δεξιά από το Νέο Μαρμαρά.
Δεν είναι.

Τετάρτη, κ' Σεπτεμβρίου ,βστ'
11:43 μ.μ.
Πρέπει να έβρεξε και στη
Θεσσαλονίκη σήμερις...
Ακόμα out of service
και away from home.
Αν φτιάξω τον
ηλεκτρονικό εγκέφαλο
θα έχει και edit με εικονίτσες.

Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2006

Out of service

Ξέμεινα από υπολογιστή.
Ξαφνικά.
Απρόσμενα.
Σαν θανατηφόρο δυστύχημα.
Αν περάσατε για να διαβάσετε νέα,
δοκιμάστε τα παλιά που σας ξέφυγαν.
Ελπίζω να επιστρέψω σύντομα.
Είμαι πια εξαρτημένος από το μηχάνημα του 'ξαποδού.

ζ Σεπτεμβρίου ,βστ'
3:15 μ.μ.
Και ξανά προς τη ζέστη τραβά.
Καλό αυτό, γιατί βγήκα σε άδεια...

Παρασκευή 18 Αυγούστου 2006

Πριν το χάραμα μονάχος

Αυτό το πρωί σχόλασα αργά. Πολλές δουλειές να γίνουν, λίγοι στη βάρδια. Περασμένες πέντε βάλαμε τελεία και φύγαμε.

Οι σταθμοί του ηλεκτρικού καλοφωτισμένοι, οι άνθρωποι βιάζονται να επιβιβαστούν και ύστερα ξανακυριεύονται από τη νωχελικότητα των πριν το χάραμα τελευταίων ωρών. Σα να μην ήταν δική τους, μα του τραίνου η βούληση, που τους έκαμε να βιαστούνε.
Η πόλη έρημη λόγω εποχής, λόγω ώρας, λόγω απουσίας αγαπητών.
Τούτες τις ώρες, δεν έχεις δικούς να τα πεις, είτε κοιμούνται, είτε λείπουν, το ίδιο.
Διαλέγεις τις λέξεις να μοιραστείς μαζί τους τη ζωή σου αναδρομικά. Χρωματίζεις τις εικόνες.

Στη δουλειά τραγουδούσα. Πού τον θυμήθηκα τον Γουίλι τον μαύρο θερμαστή;
Αβίαστα ξυπνούσαν τ’ άτια «στην πλάτη της θαλάσσης». Τώρα μου κάνει καντάδα ο Silvio Rodriguez δίπλα στην Κατερίνα Παπαδοπούλου...

Ο κόσμος πολλαπλασιάζεται λίγο – λίγο.
Ούτε ένας δικός όμως.
Ούτε γνωστός καν.
Να σκάσει χαμόγελο τ’ αχείλι, να γίνει άνθρωπος ο γκρίζος κύριος.
Εκτοξεύεται ο νους σε πρόσωπα αγαπημένα.

Ρόδισε η ανατολή και επεκτείνεται στον ουρανό το φως της νεαρής ημέρας.
Κι ακούω να λέει: «Μόλο που το ξέρεις πως έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ, ως που να μάθεις τον κόσμο να γελάει».

Βγάζω τ’ ακουστικά κι ανοίγω την εξώπορτα.

ιζ΄ Αυγούστου ,βστ΄, 7:13 μ.μ.

Ταρακουνιέται το σπίτι
πιο έντονα,
άδειο.

Παρασκευή 11 Αυγούστου 2006

Η πάντα καινούργια ματιά

Δεν είμαι βέβαιος για το πότε άρχισε να φθίνει το ενδιαφέρον μου απέναντι στα στοιχεία του περιβάλλοντός μου. Μα ήρθε κάποια στιγμή που συνειδητοποίησα πως αφοσίωνα λιγότερο χρόνο, έδινα λιγότερη προσοχή στα καινούργια στοιχεία τριγύρω μου.

Και όλα ήταν καινούργια. Όλα ήταν εντυπωσιακά. Όχι γιατί τα αντιμετώπιζα για πρώτη φορά απαραίτητα. Πιο πολύ γιατί κάθε φορά που παρατηρούσα ένα γεγονός, κάποιο αντικείμενο, ο τρόπος του ήταν διαφορετικός, το αποτέλεσμα ξεχωριστό.

Μπορεί παραδείγματος χάριν να έπαιρνα σβώλους χώματος και να τους πετούσα από ψηλά στο σκληρό χώμα, στους βράχους ή στην άσφαλτο. Κάθε φορά οι σβώλοι θα σπάγανε, θα θρυμματίζονταν σε μικρά κομματάκια και θα γέμιζαν τον τόπο.

Αυτό θα έβλεπα τώρα, ίσως.

Μα αν ήταν μόνο αυτό, δε θα μου κρατούσε το ενδιαφέρον και θα τα παρατούσα στην δεύτερη ή τρίτη φορά. Δε θα γέμιζα με χώματα την άσφαλτο και το τσιμέντο. Έβλεπα όμως πως κάθε θρύψαλο του χώματος είχε δικό του σχήμα. Άλλο εκτοξευόταν στην άλλη άκρη του τόπου κι άλλο έφερνε πέντ’ έξι τούμπες μέχρι να ηρεμήσει πιο ‘κεί. Στο σημείο της πρόσκρουσης, το χώμα που θα κόλλαγε εκεί θα έφτιαχνε έναν τόσο δα λοφίσκο, κάθε φορά διαφορετικό. Τριγύρω στο κάθε θραύσμα, χρώμα έντονα διαφορετικό από την υγρασία ή μη που κρατούσε μέσα του. Λεπτές κλωστές από ρίζες διάσπαρτες και, που και που, κάποιο ζωύφιο που ξεπηδούσε κι εξαφανιζόταν με μιας.

Κι όλα τούτα, κι ακόμα περισσότερα, κάθε φορά διαφορετικά, κάθε φορά άλλα.

Τα γεγονότα επίσης, έβρισκαν πολύ πιο συχνά τον τρόπο να ερεθίζουν τη φαντασία μου, και από τις εικόνες τους – άλλες εικόνες να ξεπηδάνε και να χτίζουν κόσμους κι ιστορίες.

Η καύτρα από το τσιγάρο του πατέρα μου μεταμορφωνόταν σε κάστρο με πύργο κρυστάλλινο, που απαυγάζει κι ακτινοβολεί η εστία του στην εισπνοή. Η νεοδημιουργημένη στάχτη από τον καμένο τον καπνό και το τσιγαρόχαρτο, σα μπεντένια του κάστρου, γύρους πολλούς να το τυλίγουν. Γεμάτα φύλακες – βιγλάτορες και θεατές του απέραντου. Και μέσα στο κάστρο, φυσικά, ήταν σα να την έβλεπα την όμορφη κοπέλα που δέσποζε. Τί όμορφη!

Τι στέρησε την αφοσίωση και το ενδιαφέρον μου για τον κόσμο δεν κατάλαβα.

Ίσως αυτή η ανάγκη του λογικού ανθρώπου να κατανοήσει, να γνωρίσει, να γενικεύσει και να φτιάξει κανόνες, να ξεθώριασε τις ιδιαιτερότητες του κάθε ενός πράγματος και να έφτιαξε συνομοταξίες μονάχα από ίδια κι απαράλλαχτα όντα.

Μπορεί να πίστεψα κι εγώ τη δικαιολογία πως δεν έχω χρόνο να «χαζεύω», να αφοσιώνω σε ό,τι δεν είναι «επικερδές» κι «ωφέλιμο». Νά ‘χασα έτσι το κέρδος και το όφελος και να ατρόφησε ο νους και να χάζεψα. Γιατί δεν είναι μόνο κάστρα φωτεινά με πύργους και δεσποσύνες που ξεφανερώνονται σ’ όσους κοιτάζουν, αφοσιώνονται και παρατηρούν, που πολύτιμα και αγαπητά πάντα είναι, μα τρόποι να κάνουμε καλύτερο τον κόσμο, τη ζωή μας. Τρόποι να πετάμε πιο ψηλά και πιο γρήγορα. Τρόποι να κοιτάμε πιο μακριά και να βλέπουμε περισσότερα, μα, πιο πολύ: Τρόποι να κοιτάζουμε πιο βαθιά, να χαιρόμαστε πιο πλατιά και ν’ αγαπάμε ολοκληρωτικά.

Και να, τώρα που συνείδηση μου έγινε το πόσο πολύτιμο είναι να κοιτάζω και να βλέπω, να δίνω σημασία και αξία στα πάντα, όπως έκανα παιδί, παλεύω να ξαναμάθω αυτή την «πάντα καινούργια ματιά» που ξέμαθα με τους χρόνους. Και η τεμπελιά και η φυγοπονία στέκονται αντίπαλοι. Μα ελπίζω μέρα με τη μέρα, ματιά με τη ματιά να την ξαναποκτήσω.

θ’ Αυγούστου ,βστ’
6.49 μ.μ.
Ζεστή μέρα ταξιδιού
κι ο αέρας σύμμαχός μας.