Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2006

Λάμψε, γιατί θα λάμψω.

Στης κώμης σου την ομορφιά
φωλιάζουν ηλιαχτίδες.
Κι όταν τα μάθια σου γελούν,
ούτε κι αν θέλανε μπορούν
να μη μεθύσουν την καρδιά
στο διάβα σου που ήβρες.

Σάββατο, κε' Φλεβάρη ,βστ'
12:30 π.μ.

Η γοητεία σπίτι βρίσκει
σα δοξευτεί από το γητευτή
στον κόρφο του γητευμένου,
τον ευτυχή.

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2006

Το χρώμα των ματιών Μέρος ΙV

Πέρασαν ώρες, και μέρες που έννοιωθα πως αυτή η ενότητα που απ' τις σκέψεις μου δημιουργήθηκε γύρω απ' τα μάτια δεν είχε κλείσει. Και σάμπως μου φαίνεται πως δεν είναι γραφτό της να κλείσει και ποτέ. Πώς να εξαντλήσεις σε δυο γραμμές, σε χίλιες, κι ακόμα πιο πολλές την περιγραφή όλης της γης, της θάλασσας και τ' ουρανού; Στου κάθε ανθρώπου τη ματιά, στα μάτια του, ολάκερος ένας κόσμος βρίσκεται. Και σαν κάνεις να τον δεις, μπορείς να χαθείς εντός του.

Με πόση αφέλεια αλήθεια έγραψα πως αυτού ή του άλλου τα μάτια γαλάζια, καστανά ή πράσινα είναι! Μπορείς να δώσεις ένα χρώμα για τα μάτια ενός ανθρώπου; Μπορείς να περιγράψεις το χρώμα του ουρανού, αν το πεις γαλανό; Το χρώμα της χλόης, αν την πεις πράσινη; Το χρώμα ενός λουλουδιού; Της θάλασσας; Μπορείς με μια λέξη να τα περιγράψεις;

Μόνο αν αδιάφορα κοιτάξεις και ακροθιγώς περιγράψεις, θα χωρέσεις σε μια λέξη μόνο, σε ένα όνομα, αυτό το μοναδικό χρώμα των όμορφων όντων που μας περιστοιχίζουν.
Γιατί του κάθε ενός το χρώμα, θα πρέπει να περιγραφεί ο τόπος, ο χρόνος, τί είναι και με τί μοιάζει. Με την αντανάκλαση πάνω του τού φωτός ποια πνεύματα εγείρονται και ποιο τραγούδι τραγουδούν; Ποια εποχή αναβιώνει;

Αλέξανδρε, κάπου έγραψες πως όλα είναι θέμα χρόνου, ακόμα και το χρώμα των ματιών.
Το πόσο δίκιο έχεις, το είδα στα μάτια των αγαπημένων μου!

Τετάρτη, ιε' Φλεβάρη ,βστ'
02:00 π.μ.

Χειμώνας ηλιόλουστος.

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2006

Το χρώμα των ματιών Μέρος ΙΙΙ

Είναι η σκέψη μέσα μου πως έχουμε συγχύσει εντός μας τις έννοιες της διακριτικότητας και της ανοχής. Κι αυτό για να δικαιολογήσουμε την απραξία μας απέναντι σε κάθε τι που δεν είναι εύκολο, μα είναι ωφέλιμο να αντιμετωπιστεί.

Έτσι, μέσα στο τραίνο θα κάνουμε πως δε βλέπουμε αυτόν που φυσάει τον καπνό του τσιγάρου του πάνω μας. Τον άλλο που ζητάει βοήθεια, μα δεν επιθυμούμε να συνεισφέρουμε. Αυτόν που στριμώχνεται ή αυτόν που μας στριμώχνει. Θα κάνουμε πως δεν υπάρχουν και πως δεν μας ενοχλούν και θα κλείσουμε τα μάτια μας. Θα κρύψουμε κι απ' τον εαυτό μας ακόμα τα εμφανή και θ' αρνηθούμε το ότι τα βλέπουμε. Και για να μη καθρεφτιστούν στα μάτια μας όλα όσα δεν υπάρχουν και μαρτυρήσουν στον κόσμο την εθελοτυφλία μας, τα κρύβουμε κι αυτά.

Τα κρύβουμε κι όταν ανεχόμαστε στον εαυτό μας τον ίδιο να φερόμαστε με έναν τρόπο που ξέρουμε καλά πως δεν είναι σωστός. Κάνουμε πως δεν βλέπουμε ούτε τον εαυτό μας, και λέμε αδιάκριτο όποιον εκείνη την ώρα μας κοιτά. Γιατί το τί καθρεφτίζεται στα μάτια μας δε μπορούμε να το κρύψουμε απ' όποιον κοιτά μέσα τους. Κι όποιος κοιτάζει μέσα τους, κι ας μην καταλαβαίνει το παραμικρό απ' την εικόνα, βλέπει τον κόσμο μας γυμνό κι εκτεθειμένο.

Εμείς το ξέρουμε καλά το τί σημαίνουν όλα αυτά τα αντικείμενα πού 'ναι στον κόσμο μέσα των ματιών μας. Άλλοτε φωτισμένα χαρούμενα, άλλοτε θαμμένα, στοιβαγμένα τό 'να πίσω από τ' άλλο στο σκοτάδι.

Όποτε θέλησα να γνωρίσω έναν άνθρωπο, θέλησα να με ξεναγήσει σ' αυτό τον κόσμο, όπως μόνο αυτός θα μπορούσε.
Όποτε θέλησα να γνωρίσω έναν άνθρωπο, τις περισσότερες φορές το θέλησα από θαυμασμό για αυτό τον κόσμο τον άγνωστο.
Τον κόσμο τον χρωματισμένο απ' το φως και το χρώμα των ματιών του.

"Είμαστε Έλληνες,..." μου είχε πει σε μια βόλτα με τα πόδια τριγύρω ένα βράδυ ο Μπάμπης "...με καστανά μαλλιά, και πράσινα μάτια."
Μα τα δικά μου μάτια δεν είναι πράσινα σαν του Μπάμπη, ή άλλων αγαπημένων, κι ας είμαι από τον ίδιο τόπο.

Δευτέρα, στ' Ιανουαρίου ,βστ'
21:53
Βροχές και χιόνια.

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2006

Το χρώμα των ματιών Μέρος ΙΙ

Πάνε πολλά χρόνια που η Λουκία Μυρτώ μου είχε αναφέρει άλλους που κοιτούσαν μέσα στα μάτια του καλού τους και βλέπαν το είδωλό τους να καθρεφτίζεται σ' αυτά. Της φαινόταν μη πρέπουσα, ή αστεία, ή ανόητη μια τέτοια συμπεριφορά. Αυτό, προφανώς γιατί μπορεί κανείς να διακρίνει μια φιλαυτία σ' αυτή:
Αντί να αντικρίζω το αντικείμενο του πόθου μου, το χρησιμοποιώ για να κοιτάζω εμένα.
Συμφώνησα με την Λουκία Μυρτώ.

Από τότε, κοντεύουν δέκα χρόνια να περάσουν, και δε θα το θυμόμουν αν δεν άκουγα σε ένα τραγούδι ισπανόφωνο τη φράση: "...να με κοιτάξω στα μάτια σου...". Την άκουσα και άλλαξα τη γνώμη μου.

Όταν ο Έρωτας έχει δοξεύσει τους ιούς του, τα βέλη τα φαρμακωμένα, και το φαρμάκι τους έχει ποτίσει το αίμα της καρδιάς, έτσι που να μερώνει τ' άγρια βλέμματα, να γλυκαίνει τις γωνιές του προσώπου και να μεγαλώνει το άνοιγμα των ματιών στη θέα του αγαπημένου, να μοιάζουν τα μάτια παιδικά, αξιαγάπητα, αχόρταγα να αποτυπώνουν μέσα τους την εικόνα του άλλου σα να θέλουν να μείνει αιώνια. Να τους συντροφεύει μπροστά και πίσω από κάθε τι που θα κοιτάξουν από εδώ και στο εξής. Τότε λοιπόν ο ερωτευμένος ψάχνει σ' αυτά τα όμορφα, τα παιδικά, τ' αξιαγάπητα μάτια από το ταίρι του να αναγνωρίσει το είδωλό του. Αυτό όχι όπως κοιτάζει τον καθρέφτη για να χτενίσει τα μαλλιά του, αλλά όπως ανακαλύπτει πως είναι ο ίδιος το αντικείμενο του έρωτα, το φαρμάκι στις φλέβες του έρωτά του.
Κάποιοι λένε πως τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής.
Άλλοι πως ο άνθρωπος που αγαπάμε είναι ο καθρέφτης μας.

Το καθρέφτισμα μας στα μάτια τους είναι το στεφάνωμα του έρωτά μας.

Μπορεί τα λόγια της να μην ήταν αυτά,
αλλά η Λουκία Μυρτώ έχει μάτια καστανά.

Αρχές Φθινοπώρου

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2006

Το χρώμα των ματιών Μέρος Ι

Θυμάμαι πολύ καθαρά μια κουβέντα που μου είχε πει η Γεωργία -πρώην συμμαθήτρια, νυν αγγειοπλάστης- μετά από μια συζήτηση που είχαμε καθήμενοι στις τσιμεντένιες κερκίδες ενός αθλητικού χώρου όπου είχε φιλοξενήσει το σχολείο μας εκείνη την φωτεινή μέρα:

"Πρώτη φορά με κοιτάς στα μάτια"

Θυμάμαι πόση εντύπωση μου έκανε αυτή η παρατήρηση! Γι αυτό εξ' άλλου και μπορώ να την ανακαλέσω ύστερα από τόσα χρόνια.
Δεν έλεγε βέβαια ψέματα, δεν ήταν ανακριβής, το πιστεύω.
Ήταν η πρώτη φορά που στην κουβέντα μου με την Γεωργία συγκεκριμένα, δεν υπήρχε προσπάθεια να δείξω κάτι παραπάνω από τις σκέψεις μου. Ένοιωθα πως είχα τον χώρο να κινηθώ ως εγώ ο ίδιος χωρίς να σκουντουφλήσω πάνω στους καλούς τρόπους και τη σωστή εμφάνιση με τις γωνίες μου. Κι όλα αυτά χωρίς να το ξέρω καν. Γιατί ο νους μου ήταν απορροφημένος από την κουβέντα με τον συνομιλητή μου. Ένας κόσμος ολόκληρος εξαπλωνόταν μπρος στα μάτια μου και κάλυπτε τα ανούσια και τα άσχημα. Δεν μπορούσα να μην του δώσω το ενδιαφέρον μου αμέριστο.
Σε σχέση με πριν, ένας άνθρωπος έπαιρνε τη μορφή ενός ψευδοοικείου χαρακτήρα του περίγυρού μου. Από έναν ψευδοοικείο χαρακτήρα του περίγυρού μου, αναδυόταν ένας άνθρωπος. Ξεπηδούσε όπως η Αθηνά απ' το κεφάλι του Δία.

Μια μεταμόρφωση;
Μια μετουσίωση;
Δικιά του άραγε ή δικιά μου;
Για πρώτη φορά τον κοιτούσα στα μάτια.

Η Γεωργία έχει μάτια καστανά.

Τρίτη, λα' Ιανουαρίου ,βστ'
10:58 μ.μ.

Μισοσυγνεφιασμένη νύχτα
κρύβει το κάθε άστρο.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2006

Η τέχνη και ο εαυτός

Πριν από χρόνια μου είπε ένα λόγο ο φίλος Ρένος
που συχνά έρχονται ώρες που τον βρίσκω να καθρεφτίζεται
πάνω σε συμβάντα, εμπειρίες και ανθρώπους.
Πιο πολύ πάνω μου. Πάνω στη δικιά μου ζωή:

Ή θα προστατεύσεις τον εαυτό σου
και θα εκθέσεις την τέχνη σου,
ή θα προστατεύσεις την τέχνη σου
και θα εκθέσεις τον εαυτό σου.


Για αρκετούς η παραπάνω φράση θα φαντάζει πολυσήμαντη,
μα όταν πήρα την κάθε σημασία που μπόρεσα να δω,
τις έβαλα τη μια δίπλα στην άλλη,
και τις κοίταξα όλες μαζί,
οι διαφορές άρχισαν να αχνοσβύνουν.

Δεν είναι πολλές σημασίες,
είναι μια αλήθεια.

Και -είμαι βέβαιος- δεν έχω τελειώσει ακόμα μ' αυτή.

Κυριακή, κθ' Ιανουαρίου ,βε'
00:53 π.μ.
Πιο πολύ φοβάται το κρύο,
παρά κρυώνει.

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2006

Η μέθη

Όταν μάθαινα τις λέξεις και τις έννοιες που κουβαλούσαν -μικρός ακόμα-
ήρθε και μου είπαν κάποτε πως είχα μεθύσει.
Να σας περιγράψω την κατάστασή μου δε μπορώ.
Τίποτα τότε δεν έβλεπα διαφορετικό σε εμένα.
Μπορώ να θυμηθώ όμως πως ήμουν στο χωριό του πατέρα μου
και πως τα παιδιά μαζεύαμε μέσα σε βάζα γυάλινα
και κουτιά διάφανα (πλαστικά) πυγολαμπίδες
από τις καλαμιές μέσα στο ρέμα.
Οι μεγάλοι γύρω απ' το τραπέζι.

Αργότερα, όταν οι έννοιες θα βάραιναν από τη βάπτιση μέσα στη ζωή,
στην εμπειρία θα ανακάλυπτα δυο λογιών μεθέξεις.

Η μια λογή είναι αυτή που βρίσκεις από την κατανάλωση
ψυχοτροπικών ουσιών, σαν το κρασί
που την πρώτη εκείνη φορά είχα δοκιμάσει.
Είναι μιας λογής, μα δεν είναι ίδια ποτέ.
Είναι διαφορά πάντα στο πώς το κάθε ερέθισμα θα διυλιστεί
μέσα από το μεθυσμένο νου και πού θα τον παρασύρει.
Γιατί σαν βάρκα δίχως κουπιά,
σαν μπαλόνι χαμένο από τα χέρια του παιδιού, στον ουρανό,
έρμαιο της περίστασης σε έναν ίλιγγο καλπάζει.

Η άλλη λογή της μέθης είναι αυτή στην οποία
φτάνει ο άνθρωπος όταν επιτηδευμένα, μεθοδικά
μπαίνει σ' ένα κανάλι και -λίγο λίγο- αφήνει το ρεύμα, τον άνεμο
να τον βγάλει ίσαμε τη θάλασσα που βρίσκεται στο πέρας της ματιάς του.
Και ακόμα παραπέρα.
Σε μέρη που οι εμπειρίες του μόνο να τον κάνουν να εικάσει μπορούν.
Όταν λοιπόν φτάσει στη χώρα την πρώτη φορά ειδωμένη
η μέθη είναι εκεί και τον πληροί.

Σ' ετούτης της λογής τη μέθη
η συνείδηση και η εγρήγορση είναι πλήρεις,
σε αντίθεση με την πρώτη.

Στη δικιά μου τη ζωή, μόνο από τη μουσική την έχω βιώσει
τη μέθη της συνείδησης.
Μα ξέρω, κι ας μη μπορώ να το δείξω,
πως είναι κι άλλοι τρόποι, δρόμοι διαφορετικοί
προς την ίδια απεραντοσύνη την απτή.

Πέμπτη, κστ' Ιανουαρίου ,βστ'
05:22 π.μ.
Λίγα σύγνεφα ψηλά,
χιόνια ξεπεσμένα χαμηλά.